Ανιχνευτές Αερίων

Προστέθηκε από F.R.N στις 12 Δεκεμβρίου 2014. · No Comments · Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Κατηγορία Γαϊτανίδης Ιωάννης, Πυροσβεστολογία, Τεχνικοί Ασφαλείας

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Share into that BigPicture-Share zone

 
Share Button

12/12/2014

Βρισκόμαστε στο δακτύλιο ξεροπήγαδου, στον πυθμένα του οποίου πρέπει να κατεβούμε  και προβληματιζόμαστε, για το αν υπάρχει αρκετό οξυγόνο ή αν άλλα αέρια δημιουργούν ασφυκτικό περιβάλλον και βέβαια, δε διαθέτουμε «κλουβί με ωδικό πτηνό» για να ελέγξουμε, ή πρόκειται να εισχωρήσουμε σε σπήλαιο μεγάλου μήκους για την ανεύρεση και διάσωση ατόμων (π.χ. επέμβαση της 1ης ΕΜΑΚ στη Θήβα, για τη διάσωση τριών κυνηγών), ή μεταβαίνουμε για παροχή βοηθείας σε χώρο όπου υπάρχει διαρροή κάποιου αερίου (εργοστάσιο, ψυγείο, κατοικία), ή πρέπει να  εισέλθουμε σε υπόγειο αποχετευτικό χώρο (υπόνομο) ή σε υπόγειο οικήματος όπου «βράζει» ο ζωοδότης οίνος, ή να διεισδύσουμε σε χαλάσματα, όπου χρησιμοποιούνταν χημικές και τοξικές ουσίες, είναι μερικές από τις πυροσβεστικές – διασωστικές επιχειρήσεις, όπου απαιτείται ακριβής γνώση της σύνθεσης του περιβάλλοντος χώρου, έτσι ώστε η όλη επιχείρηση να έχει ασφαλή για όλους και επιτυχή έκβαση. Ξεφυλλίζοντας προ ετών το περιοδικό “Technical Rescue” (Τεχνική Διάσωση), συνάντησα σχετικό άρθρο με τίτλο «Οδηγός για αρχάριους στην ανίχνευση αερίων» και υπότιτλο «Γι’ αυτούς που θα έπρεπε να γνωρίζουν περισσότερα από τους εθελοντές για τη διάσωση σε περιορισμένο χώρο», του οποίου το περιεχόμενο παρουσιάζεται στη συνέχεια.

Ανίχνευση αερίων στη διάσωση

Η ανίχνευση αερίων είναι μία διαδικασία ελέγχου, η οποία στις περισσότερες πυροσβεστικές υπηρεσίες ανά τον κόσμο δεν επιχειρείται καθόλου ή γίνεται μόνο σε περιπτώσεις μεγάλων συμβάντων και μάλιστα, πραγματοποιείται από ειδικές μονάδες αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών. Αυτό συμβαίνει, επειδή η χρήση της αναπνευστικής συσκευής είναι υποχρεωτική σε κάθε περίπτωση εισόδου σε μη ελεγμένο (από πλευράς ύπαρξης αερίων) χώρο και κατά συνέπεια, τόσο η έλλειψη οξυγόνου, όσο και η παρουσία τοξικών αερίων δε δημιουργoύν απαραίτητα πρόβλημα στον πυροσβέστη-διασώστη. Υπάρχει όμως περίπτωση, η σύνθεση της ατμόσφαιρας, όπου πρόκειται να εισέλθει ο πυροσβέστης, να  είναι τέτοια που να επηρεάσει άμεσα την όλη εξέλιξη της επιχείρησης. Είναι χρήσιμο λοιπόν, αν όχι απαραίτητο, πριν από την είσοδο στον επικίνδυνο χώρο , αλλά και κατά τη διάρκεια της όλης επέμβασης, να γίνεται συνεχής ανίχνευση της ατμόσφαιρας όλων, τουλάχιστον των περιορισμένης κίνησης, χώρων (π.χ. στοές, πηγάδια, σπηλιές), όπου επιχειρείται κάποια διάσωση, ακόμη και αν η παρουσία αναπνεύσιμου αέρα είναι προφανής. Εκτός του ότι για οποιονδήποτε λόγο μπορεί να διακοπεί η παροχή αναπνεύσιμου αέρα στον πυροσβέστη-διασώστη, ο κίνδυνος ελλοχεύει και σε ειδικές ενέργειες, στις οποίες μπορεί αυτός να προβεί, όπως η ακούσια πτώση μεταλλικού αντικειμένου επάνω σε μέταλλο ή τσιμεντένια επιφάνεια, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σπινθήρα και ενδεχόμενα έκρηξη ή ανάφλεξη τοπικά συγκεντρωμένου (θύλακα) εύφλεκτου αερίου.

Συνεπώς, η γνώση της κατάστασης της ατμόσφαιρας ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ κατά τη διάρκεια μιας διασωστικής επιχείρησης σε περιορισμένο χώρο είναι σημαντική πληροφορία, καθόσον καταδεικνύει πόσο γρήγορα πρέπει να εκτελεστεί η συγκεκριμένη επιχείρηση, ποιος εξοπλισμός πρέπει να χρησιμοποιηθεί και ποιος δεν πρέπει. Χρήσιμη επίσης πληροφορία αποτελεί η γνώση της ύπαρξης τραυματία-εγκλωβισμένου, που είναι υποψήφιος προς διάσωση ή αν η επιχείρηση αφορά την ανάσυρση πτώματος.

Θα έρθει κάποτε η στιγμή, που το φορητό μηχάνημα εκπομπής σήματος κινδύνου, που φέρουν σήμερα οι περισσότεροι πυροσβέστες και που ενεργοποιείται σε περίπτωση παρατεταμένης ακινησίας του χρήστη, θα φέρει ενσωματωμένο και ανιχνευτή αερίων, καθώς και συναγερμό θερμοκρασίας, εργαλείο που δε θα έχει μεγάλο βάρος και μέγεθος, ούτε ενδεχόμενα μεγάλο κόστος. Μέχρι τότε, όμως, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την υφιστάμενη τεχνολογία και τα προϊόντα αυτής, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ονομάζεται, σε ελεύθερη απόδοση, «ανιχνευτής εκρηκτικών και άλλων αερίων» (multi gas detector). Το όργανο αυτό ανιχνεύει ταυτόχρονα τέσσερις (4) τύπους αερίων, π.χ. Οξυγόνο, Υδρόθειο (Η2S ,τοξικό), Μονοξείδιο του Άνθρακα (CΟ, τοξικό) και Μεθάνιο (CH4, εύφλεκτο/εκρηκτικό). Υπάρχουν σύγχρονοι ανιχνευτές, οι οποίοι με την αλλαγή και μόνο αισθητήρα, δύνανται να ανιχνεύσουν αέρια από μια ευρεία γκάμα. Υπάρχουν επίσης και ανιχνευτές ενός μόνο αερίου, οι οποίοι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται, όταν βέβαια είμαστε σίγουροι για την παρουσία του συγκεκριμένου αερίου στο χώρο, αλλά και για την απουσία άλλων άγνωστων αερίων.

Προβλήματα στο περιβάλλον που επεμβαίνουμε

Υπάρχουν τρεις καταστάσεις, στις οποίες μπορεί να βρίσκεται ένα υλικό: στερεά, υγρή και αέρια. Τα στερεά μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα περισσότερο εγκλωβισμού ενός διασώστη-πυροσβέστη, παρά να θεωρηθούν υπεύθυνα για την ατμοσφαιρική μόλυνση. Τα υγρά μπορούν να δράσουν καταλυτικά στη δημιουργία ή παραγωγή επικίνδυνων ατμών. Ακόμα και οι πιο φαινομενικά «αθώοι» περιορισμένοι χώροι δύνανται να προκαλέσουν προβλήματα σε εργαζόμενους (άρα και σε διασώστες). Για παράδειγμα, η οξείδωση διαβρωμένου ατσαλιού (σκουριά) σε έναν περιορισμένο χώρο, μειώνει το οξυγόνο του περιβάλλοντα αέρα σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Επίσης, η βλάστηση στα δίκτυα αποχέτευσης μπορεί να απελευθερώσει υδρόθειο (H2S) και/ή μεθάνιο (CH4), τα οποία όταν αναμοχλευτούν, είναι δυνατό να προκαλέσουν μια γρήγορη μεταβολή στον περιβάλλοντα χώρο, πράγμα που σημαίνει ότι η ατμόσφαιρα θα μπορούσε να ήταν 100% ασφαλής, μέχρι να περπατήσει κάποιος σε συγκεκριμένο τμήμα του δικτύου. Το οξυγόνο υπάρχει στον αέρα σε ποσοστό 20,9% του συνολικού του όγκου. Όταν είναι λιγότερο από 16% δημιουργείται πρόβλημα, ενώ 19-19,5% είναι το κατώτερο όριο για εργασία. Κάτω από αυτό το όριο, είναι απαραίτητη η αναπνευστική συσκευή. Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η περίσσεια οξυγόνου, που μπορεί να είναι η αιτία για αυτανάφλεξη ορισμένων ουσιών, όπως το γράσο ή άλλα λιπαντικά. Ποσοστό 23-23,5% είναι συνήθως το ανώτερο όριο για την παρουσία οξυγόνου σε ένα χώρο. Η συγκέντρωση ενός αερίου σε συγκεκριμένο χώρο εκφράζεται με διάφορες μονάδες π.χ. ppm.

Ορολογία

PPM σημαίνει «Μέρη στο εκατομμύριο» (parts per million, 1 ppm = 1ml/m3 ή 10.000 ppm=1% κατ’ όγκον) και χρησιμοποιείται για τα καλούμενα τοξικά αέρια, όπως π.χ. το υδρόθειο και το μονοξείδιο του άνθρακα. Αυτά τα δύο αέρια απαιτούν ξεχωριστούς αισθητήρες, επειδή οι θανατηφόρες συγκεντρώσεις τους είναι διαφορετικές. Με άλλα λόγια, το υδρόθειο θεωρείται επικίνδυνο σε ποσότητα πάνω από 10ppm (στην Αγγλία) ή 15ppm (στις ΗΠΑ), ενώ στο μονοξείδιο του άνθρακα μπορεί κανείς να επιβιώσει σε συγκέντρωση πάνω από 200 ppm, παρόλο που οι περισσότεροι ανιχνευτές θα δώσουν συναγερμό στα 35ppm (στις ΗΠΑ) ή στα 50 ppm (στην Αγγλία). Τα αέρια που φαίνονται να προκαλούν μεγαλύτερη σύγχυση είναι τα εύφλεκτα ή εκρηκτικά αέρια, επειδή συνήθως καθορίζονται με βάση το κατώτερο όριο εκρηκτικότητας.

Ακούγεται εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα βασικό αέριο, όπως το μεθάνιο, δεν εκρήγνυται με την παρουσία φλόγας μέχρι να φτάσει σε πολύ συγκεκριμένη συγκέντρωση. Κάτω από μία συγκεκριμένη συγκέντρωση (LEL, Lower Explosion Limit),το αέριο αυτό θεωρείται πολύ φτωχό για να αναφλεγεί, ενώ πάνω από ένα άλλο συγκεκριμένο όριο (UEL, Uper Explosion Limit), το αέριο μίγμα μπορεί να είναι πολύ πλούσιο και να μην καίγεται. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, όταν η συγκέντρωση του αερίου βρίσκεται ανάμεσα στο κατώτερο όριο εκρηκτικότητάς του (LEL) και στο ανώτερο όριο εκρηκτικότητάς του (UEL), γίνεται ανάφλεξη του αερίου με την παραμικρή σπίθα. Ενδεικτικά παρατίθενται τα όρια ανάφλεξης αερίων σε μείγματα με αέρα, σε κατ’ όγκον περιεκτικότητα:

  • CO (μονοξείδιο του άνθρακα): 12,5 – 74%  κ.ο.
  • H2   (υδρογόνο)  : 4 – 75%  κ.ο.
  • CH4 (μεθάνιο): 5 – 15%  κ.ο.
  • C2H2 (ακετυλένιο):  2,5 – 81%  κ.ο.
  • H2S (υδρόθειο): 4,3 – 45,5%  κ.ο.

Επειδή οι ανιχνευτές πολλαπλών αερίων και τα αποκαλούμενα εκρηγνυόμετρα ανιχνεύουν έναν αριθμό εύφλεκτων αερίων, ένα από τα οποία είναι και το μεθάνιο, σε αυτές τις συσκευές το ποσοστό LEL συνήθως τίθεται στο 10 με 20. Αυτό σημαίνει, ότι ενεργοποιείται ο συναγερμός στο 10 με 20% του κατώτερου ορίου εκρηκτικότητας του μεθανίου ή στο 10 με 20% του επιπέδου, στο οποίο το αέριο εύκολα θα αναφλεγεί, όταν υπάρξει πηγή έναυσης και θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις περί της εκκένωσης ή μη του χώρου. Ενδεχομένως, το 10 με 20% να ηχεί υπερβολικά «προληπτικό», αλλά να θυμάστε ότι υπάρχουν αέρια, των οποίων το κατώτερο όριο εκρηκτικότητας είναι πολύ χαμηλότερο του μεθανίου. Κατά συνέπεια, ο πυροσβέστης-διασώστης, που σχεδόν ποτέ δε γνωρίζει τι ακριβώς υπάρχει στο περιβάλλον στο οποίο επεμβαίνει, ποτέ δεν είναι σίγουρος τι ακριβώς έχει ενεργοποιήσει το συναγερμό του πολυανιχνευτή του.

Οι τιμές TLV (Κατώτερο Όριο Συγκέντρωσης) & ΤWA (Χρονικά Σταθμισμένη Τιμή) αναφέρονται στη διάρκεια της έκθεσης κάποιου σε ένα περιβάλλον αερίου ή αερίων, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το ΤWA αναφέρεται συνήθως σε μία εργάσιμη ημέρα διάρκειας οκτώ ωρών και πάνω από 40 ώρες την εβδομάδα. Το TLV αναφέρεται, επίσης, στον παραπάνω χρόνο έκθεσης, αλλά περιλαμβάνει και δύο ακόμη όρια: περιορισμένη χρονική διάρκεια έκθεσης 15 λεπτών και το απόλυτο όριο, που ένας ανεξάρτητος παρατηρητής μπορεί να εκτεθεί στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

Το STEL είναι ένας βρετανικός όρος, που αναφέρεται στο Όριο της Βραχείας Έκθεσης και συγκεκριμένα, στη μέγιστη συγκέντρωση ή στην επί τοις εκατό έκθεση για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη των 15 λεπτών (παράμετρος παραπλήσια με την TLV).

ΙDLH σημαίνει «Άμεσα Επικίνδυνο για τη Ζωή ή την Υγεία» (Immediately Dangerous to Life and Health) και δεν είναι ανάγκη να περιμένει κανείς επόμενη ένδειξη, που να του επιτρέπει να εισχωρήσει σε αυτό το περιβάλλον. Αυτό συμβαίνει, γιατί το IDLH δίνεται σαν ποσοστό σε ppm (μέρη στο εκατομμύριο) και αντιπροσωπεύει το μέγιστο επίπεδο έκθεσης, στο οποίο μπορεί να επιβιώσει κανείς για 30 λεπτά χωρίς αναπνευστικές συσκευές και χωρίς συμπτώματα εξάντλησης, που θα δυσχεράνουν την έξοδό του ή θα προκαλέσουν μη αντιστρεπτές βλάβες στην υγεία. Έτσι, εάν ένα αέριο δίνεται με IDLH = 1ppm ή 0,000001%, πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για επιβλαβές – δηλητηριώδες αέριο και η είσοδος στο περιβάλλον που το περιέχει, είναι απαγορευμένη χωρίς αναπνευστικές συσκευές.

Ανιχνευτές αερίων

Έχουμε ήδη εξηγήσει ότι οποιαδήποτε υπηρεσία επιφορτισμένη με τη διάσωση σε περιορισμένους χώρους, πρέπει να είναι εφοδιασμένη με έναν ανιχνευτή πολλαπλών αερίων, διαφορετικά θα πρέπει να μεταφέρει και τους τέσσερις ανιχνευτές απλού αερίου ταυτόχρονα. Υπάρχουν μοντέλα, τα οποία χρησιμοποιούν έναν απλό ανιχνευτή, στον οποίο μπορεί να τοποθετηθεί μια επιλογή 10 μικρών αισθητήρων, οι οποίοι μπορούν να αλλαχθούν οπουδήποτε. Ανεξάρτητα από τον όγκο της και το αρχικό κόστος αγοράς, αυτή η συσκευή κάνει μεγάλη αίσθηση, παρόλο που η λειτουργία της δεν είναι προφανώς τόσο βολική, όσο ενός ανιχνευτή πολλαπλών αερίων. Στις διασώσεις, όμως, δεν είναι αρκετό να μεταφέρουμε έναν ανιχνευτή απλού αερίου, ακόμη και αν πρόκειται για ανιχνευτή εκρηκτικού αερίου και οι διασώστες φέρουν πλήρη αναπνευστικό εξοπλισμό, παρά το γεγονός ότι είναι σχετικά ασφαλής πρακτική και πολύ εξυπηρετική στην πλειονότητα των περιπτώσεων.

Η λέξη κλειδί εδώ είναι «πλειονότητα» (majority). Οι υπηρεσίες διασώσεως πρέπει να προετοιμάζονται πάντα για το χειρότερο δυνατό σενάριο και σε αυτή την περίπτωση, ο ανιχνευτής πολλαπλών αερίων είναι πιο εξυπηρετικός, για να αντιμετωπισθεί το χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο –πιθανόν μία παγίδευση του διασώστη ή κάποια βλάβη στη λειτουργία της αναπνευστικής του συσκευής, όπου η ανίχνευση ενός θύλακα αναπνεύσιμου αέρα μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.

Ενεργοποίηση της συσκευής

Οι περισσότεροι ανιχνευτές αερίων ανοίγουν με ένα απλό πάτημα του διακόπτη και κλείνουν με ένα διαρκές πάτημά του ή με αλλεπάλληλα πατήματα ή τέλος με ταυτόχρονο πάτημα δύο κουμπιών. Αυτό γίνεται, για να εξασφαλιστεί το γεγονός ότι ο ανιχνευτής δε θα κλείσει κατά λάθος στη διάρκεια της χρήσης του. Με το άνοιγμα του ανιχνευτή, το οποίο σημειωτέον θα πρέπει να γίνεται πάντοτε σε «καθαρό» περιβάλλον ΠΡΙΝ από την είσοδό μας στον επικίνδυνο χώρο, θα αρχίσει μια διαδικασία ανάγνωσης διάφορων παραμέτρων και αυτοελέγχου του μηχανήματος. Αυτές οι παράμετροι μπορούν να τροποποιηθούν σύμφωνα με τις δικές μας συνθήκες, αλλά θα πρέπει να είμαστε απολύτως σίγουροι για τις παραμέτρους και τα επίπεδα έκθεσης, καθώς επίσης να έχουμε εισαγάγει τέτοια επίπεδα, ώστε ο ανιχνευτής να προειδοποιεί κάθε φορά που τα ανιχνεύει. Εάν κάποιος τροποποιήσει τις μεταβλητές, χωρίς να έχει τις κατάλληλες γνώσεις, είναι πιθανό να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Γι΄ αυτό το λόγο, πολλοί ανιχνευτές διαθέτουν μία «κλειδωμένη» λειτουργία, όπου απαιτείται η εισαγωγή ενός κωδικού, προκειμένου να γίνουν αλλαγές στις υπάρχουσες ρυθμίσεις. Οι περισσότεροι ανιχνευτές διαθέτουν ένδειξη τιμών αιχμής, που με την ανάγνωσή τους γίνεται φανερό το μέγιστο (ή για το οξυγόνο, το ελάχιστο) επίπεδο έκθεσης στο αέριο που συναντάμε, όταν μπαίνουμε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Τέτοιες πληροφορίες, καθ΄ όλη τη διάρκεια της παρουσίας μας στον επικίνδυνο χώρο, μπορούν συχνά να μεταφέρονται σε υπολογιστή για μελλοντικές αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και της ώρας. Η θερμοκρασία αποτελεί σημαντική παράμετρο, γιατί μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο υγρά, στερεά και αέρια αντιδρούν μεταξύ τους στο χώρο. Σε χαμηλές θερμοκρασίες, ένα υγρό μπορεί να παραμείνει αδρανές, αλλά καθώς η θερμοκρασία αυξάνει, μπορεί να αρχίσει να αναδύει θανατηφόρα αέρια.

Διαβάζοντας τον ανιχνευτή

Οι περισσότεροι ανιχνευτές διαθέτουν μία οθόνη όπου εμφανίζονται οι διάφορες μετρήσεις και για τα τέσσερα αέρια ταυτόχρονα, η κατάσταση της μπαταρίας και η ένδειξη ότι η αντλία λήψης δείγματος είναι ενεργοποιημένη (διότι μπορεί να μη γίνει αντιληπτός ο θόρυβος της «μηχανής»). Αυτό αποτελεί μία από τις φιλικότερες και ευκολότερα αναγνώσιμες οθόνες της αγοράς αυτή την στιγμή.

Σε περίπτωση ενεργοποίησης, υπάρχουν δύο στάδια συναγερμού,  το χαμηλό και το υψηλό ή τα επίπεδα 1 και 2, αντίστοιχα. Αυτά αντιπροσωπεύουν την ενεργοποίηση του πρώτου και χαμηλότερου επιπέδου  κινδύνου, που κορυφώνεται με ένα έντονο μπίπ και την ανάλογη ένδειξη στην οθόνη, καθώς η συγκέντρωση αυξάνει, φτάνοντας σε υψηλά και πολύ επικίνδυνα επίπεδα για το κάθε αέριο.

Κρίνεται σκόπιμο, να μπορεί κανείς να αναγνωρίζει τους διάφορους ήχους του ανιχνευτή που χρησιμοποιεί. Εάν για παράδειγμα η μπαταρία είναι πεσμένη ή έχει αρχίσει να εξασθενεί, ο ήχος που θα παραχθεί από τον ανιχνευτή θα πρέπει να είναι οικείος στο χρήστη.

Ο συναγερμός χαμηλού κινδύνου ή πρώτου σταδίου μπορεί να σταματά αυτόματα κάθε φορά που τα επίπεδα επανέρχονται σε αποδεκτά όρια ή με το πάτημα του κουμπιού από το διασώστη. Αντίθετα, ο συναγερμός υψηλού κινδύνου ή δευτέρου σταδίου είναι αδύνατο να σταματήσει αυτόματα, παρά μόνο με συνειδητή επιλογή από πλευράς του διασώστη, ο οποίος θα είναι ήδη ενήμερος για την πολύ επικίνδυνη ατμόσφαιρα στην οποία βρίσκεται.

Μπαταρίες

Οι προτιμότερες μπαταρίες για τους συγκεκριμένους ανιχνευτές είναι οι επαναφορτιζόμενες, οι οποίες είναι καλύτερες σε σύγκριση με τις ξηρές – κοινές μπαταρίες. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ανιχνευτών, οι οποίοι είναι κατασκευασμένοι για να λειτουργούν με μπαταρίες λιθίου. Μερικοί ανιχνευτές διαθέτουν μπαταρία ενσωματωμένη στη συσκευή και η φόρτισή τους γίνεται είτε απευθείας με καλώδιο είτε με φορτιστή, στον οποίο τοποθετείται ολόκληρος ο ανιχνευτής. Αυτά τα μοντέλα ανιχνευτών πλεονεκτούν έναντι άλλων (που διαθέτουν αποσπώμενη μπαταρία), διότι με την ενσωματωμένη μπαταρία αποφεύγεται αφενός ο κίνδυνος διαρροής των αερίων της μπαταρίας στο «επικίνδυνο περιβάλλον» και αφετέρου η πιθανότητα κακής χρήσης π.χ. πτώσης της συσκευής στο έδαφος, η οποία στην περίπτωση εκρηκτικού περιβάλλοντος θα έθετε σε κίνδυνο τους διασώστες.

Για την αποφυγή κακής λειτουργίας – εφαρμογής της μπαταρίας στον ανιχνευτή, κρίνεται σκόπιμο να είναι ενεργοποιημένη η λειτουργία ασφαλείας. Σύμφωνα με αυτή, εάν το περιβάλλον είναι κατάλληλο, τότε ανά 30 δευτερόλεπτα (σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα) εμφανίζεται στην οθόνη μία πράσινη ένδειξη, που σημαίνει ότι «όλα είναι καλά». Σε διαφορετική περίπτωση (ύπαρξη επικίνδυνων συγκεντρώσεων από κάποιο αέριο), ανάβει η κόκκινη ένδειξη, που προειδοποιεί για την «κακή» ποιότητα του περιβάλλοντος.

Δειγματοληψία – Μετρήσεις

Η δειγματοληψία αποτελεί το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του παρόντος άρθρου, καθόσον στο στάδιο αυτό παρατηρούνται τα περισσότερα χρηστικά λάθη και σφάλματα. Υπάρχουν δύο ειδών δειγματοληψίες: αυτή που γίνεται πριν από την είσοδο στο περιβάλλον και η συνεχόμενη μέτρηση, εφόσον βρισκόμαστε μέσα σε αυτό. Ο υπεύθυνος για τη δειγματοληψία θα πρέπει να ενεργοποιήσει τον ανιχνευτή προτού εισέλθει στο περιβάλλον, που θέλει να διερευνήσει. Διαφορετικά, ο ανιχνευτής, εάν ενεργοποιηθεί εντός του επικίνδυνου περιβάλλοντος, θα δίνει λανθασμένες πληροφορίες και συνήθως, θα υποτιμά την κατάσταση, με όλες τις δυσμενείς για την ασφάλεια των διασωστών επιπτώσεις.

Προσοχή: Η δειγματοληψία – μέτρηση επιβάλλεται να γίνεται σε τρία επίπεδα. Στο επίπεδο του εδάφους, στο επίπεδο των ώμων και τέλος επάνω από το επίπεδο της κεφαλής.

Για περιπτώσεις διασώσεων, όπου η είσοδος στο περιβάλλον είναι κάθετη, π.χ. σπηλιές ή κάθετα ανοίγματα εδάφους, χρησιμοποιούνται κατάλληλοι σωληνίσκοι μέτρησης, που εφαρμόζουν στους ανιχνευτές και επιτρέπουν τον έλεγχο των συνθηκών από απόσταση. Για καλύτερη προστασία και σωστή χρήση του ανιχνευτή, οι σωληνίσκοι αυτοί φέρουν στο εσωτερικό τους ειδικά φίλτρα, που δεν επιτρέπουν στη σκόνη και άλλες βρωμιές να διεισδύσουν στο εσωτερικό του οργάνου και να το βουλώσουν ή να το «μολύνουν». Για την εισαγωγή αέρα μέσα στο σωλήνα, είτε χρησιμοποιείται τρόμπα αέρα, που βρίσκεται επάνω σε αυτόν, είτε ο ίδιος ο ανιχνευτής διαθέτει κατάλληλο κουμπί, που ενεργοποιεί την είσοδο του αέρα εντός του μηχανήματος. Σε όλους τους αξιόπιστους ανιχνευτές υπάρχει μία δυνατότητα επιλογής με την ονομασία peak level reading (ανάγνωση υψηλότερης ένδειξης). Αυτή σου δίνει τη δυνατότητα να βυθίσεις το σωλήνα του οργάνου μέσα στο περιβάλλον και αφού το ακινητοποιήσεις, αυτό να αρχίσει να καταγράφει τις συγκεντρώσεις όλων των διαφορετικών αερίων. Στο τέλος, ο ανιχνευτής θα εμφανίσει στην οθόνη τη μέγιστη συγκέντρωση, που παρατηρήθηκε για όσο χρονικό διάστημα αυτό ήταν βυθισμένο. Έτσι, θα είναι γνωστές εκ των προτέρων οι ιδιαίτερες συνθήκες που τυχόν επικρατούν στο περιβάλλον αυτό, προκειμένου οι διασώστες να προετοιμαστούν κατάλληλα.

Η θέση που θα κρεμαστεί ο ανιχνευτής πάνω στο σώμα, έχει μεγάλη σημασία. Το ιδεατό σημείο είναι να βρίσκεται κρεμασμένος στο στήθος και να υπάρχει η δυνατότητα με το χέρι να γίνονται μετρήσεις σε κάθε σημείο του χώρου.

Εάν είναι κρεμασμένος στη μέση και μπουσουλάμε, οι μετρήσεις που θα λαμβάνει ο ανιχνευτής, θα αφορούν την αέρια κατάσταση που επικρατεί μόλις λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος και έτσι, είναι πιθανό να μη γίνει αντιληπτός ένας θύλακας τοξικού αέρα ακριβώς από πάνω μας. Ή ακόμη χειρότερα, εάν δε φοράμε αναπνευστικές συσκευές, το κεφάλι μας μπορεί να βρεθεί σε ένα περιβάλλον αερίου διαφορετικό από αυτό που μετρά το όργανο που κρατάμε στα χέρια μας.

Συμπεράσματα

  • Οι διασώστες θα πρέπει να χρησιμοποιούν πολυανιχνευτές αερίων, ικανούς να μετρούν τρία ή/και τέσσερα διαφορετικά είδη αερίων.
  • Κάθε εισερχόμενος σε άγνωστο περιβάλλον θα πρέπει να φέρει μαζί του έναν ανιχνευτή. Εάν ο προϋπολογισμός δεν το επιτρέπει, τότε κάθε ομάδα θα πρέπει να φέρει το λιγότερο έναν ανιχνευτή και όλα τα άλλα μέλη να εργάζονται πολύ κοντά σε αυτόν.
  • Η είσοδος σε ένα χώρο πρέπει να ελέγχεται για μεγάλη γκάμα αερίων, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος και να διασφαλισθεί η είσοδος στην περιοχή.
  • Πρέπει να ελέγχουμε περιοδικά τον ανιχνευτή και να παίρνουμε μετρήσεις από όλα τα ύψη του χώρου: κορυφή, μέση, έδαφος, ακόμη και σε εσοχές και σε γωνίες. Να είμαστε όμως ρεαλιστές, καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις ο χρόνος είναι πολύτιμος.
  • Ποτέ δεν προσπαθούμε να επισκευάσουμε ένα όργανο ή να αλλάξουμε τη μπαταρία, ενόσω βρισκόμαστε μέσα σε επικίνδυνο περιβάλλον (ακόμη και αν μερικά μοντέλα θεωρούνται ασφαλή).
  • Καθορίζουμε τρόπους εκκένωσης του χώρου από τους διασώστες, προτού ακόμη εισέλθουν σε αυτόν, όπως για παράδειγμα: εκκένωση σε περίπτωση πρώτου ή δεύτερου συναγερμού, απώλειας ενδείξεων οργάνου, απώλειας επικοινωνίας κλπ.
  • Βεβαιωνόμαστε ότι όλος ο χρησιμοποιούμενος ηλεκτρικός εξοπλισμός (φακοί, ασύρματοι, εργαλεία, κλπ.) είναι ασφαλής από ενδεχόμενη δημιουργία σπινθήρων και ότι τα πλαστικά μέρη του εξοπλισμού (όπως η από απόσταση παροχή αναπνεύσιμου αέρα με σωλήνα) είναι αντιστατικά.
  • Έχουμε υπόψη ότι, όλα τα σιδηρικά που δεν είναι κατασκευασμένα από ανοξείδωτο ατσάλι μπορούν να προκαλέσουν σπινθήρα, όταν προσκρούσουν σε άλλο μεταλλικό αντικείμενο ή σε πέτρινη επιφάνεια.
ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ  στην επανέκδοση του άρθρου, από το Fire Rescue News:

Διαβάζοντας κάποιος το παραπάνω κείμενο, ενδεχομένως να κουραστεί ή και να «χαθεί» στις πολλές προσφερόμενες πληροφορίες και γνώσεις. Βλέπεις όμως ότι το επάγγελμα-λειτούργημα του Πυροσβέστη-Διασώστη απαιτεί ιδαίτερες και ποικίλες ικανότητες, ώστε να μπορεί κάποιος να χρισιμοποιήσει-διαχειριστεί τον προσφερόμενο εξοπλισμό.

Σήμερα, σε όλες σχεδόν τις Π.Υ. υπάρχει ο προαναφερόμενος πολυανιχνευτής αερίων. Το σημαντικό είναι να γνωρίζουν ΟΛΟΙ την χρήση του, να είναι πάντοτε φορτισμένος και σε ετοιμότητα χρήσης και βέβαια να είναι σε εύκολη πρόσβαση (π.χ στο τηλεφωνείο ή σε άλλο ασφαλή χώρο και όχι αποθηκευμένος σε …κλειδωμένα συρτάρια) .
Σε λίγο καιρό θα υλοποιηθεί και η προμήθεια 105  θερμικών καμερών, που σημαίνει σχεδόν μία σε κάθε Π.Υ. επίσης. Η τεχνολογία στην υπηρεσία του Πυροσβέστη. Αρκεί κι αυτός να προσπαθεί , να εκπαιδεύεται συνεχώς, να εξοικειώνεται με τα εργαλεία, μοντέρνα και παλαιότερα, αυτόματα και χειρωνακτικά, διότι όλα χρειάζονται, σε διάφορες στιγμές.

Τελειώνω με μερικές ακόμα συμβουλές, σχετικά με τους πολυανιχνευτές:
  • δεν πρέπει κατά την εκπαίδευση να δοκιμάζεται η ενεργοποίηση τους με καθαρό υγραέριο αναπτήρα, διότι  έτσι φθείρεται ο αισθητήρας των εκρηκτικών. Εάν επιθυμούμε να ενεργοποιήσουμε τον συναγερμό του μπορούμε απλά να εκπνεύσουμε στον πολυανιχνευτή. Δεδομένου ότι εκπνέουμε χαμηλή ποσότητα οξυγόνου, ενεργοποιείται ο συναγερμός.
  • οι αισθητήρες χρειάζονται βαθμονόμηση από ειδικό προσωπικό ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως τον αισθητήρα. Ακόμη και στον ίδιο πολυανιχνευτή ποικίλλει ο χρόνος βαθμονόμησης του κάθε αισθητήρα του
  • η ενεργοποίηση του συναγερμού ενός πολυανιχνευτή αερίων δεν σημαίνει απαραίτητα κι ότι πρέπει να απομακρυνθούμε άμεσα από τον χώρο. Διαβάζουμε την ένδειξη που ενεργοποίησε τον ανιχνευτή και πράττουμε αναλόγως (είτε φοράμε την σναπνευστική συσκευή, είτε απομακρυνόμαστε, είτε απογεύγουμε την δημιουργία σπινθήρα,…. εξαρτάται την ένδειξη)

Του Πυραγού Ιωάννη Γαιτανίδη

*Η ελεύθερη απόδοση του άρθρου στα ελληνικά έγινε με την πολύτιμη και ευγενική συμμετοχή του Πυρ/στη Μπίκα Βασίλη.

Σημείωση Αρχισυντάκτη Fire Rescue News

Το παρόν άρθρο είχε δημοσιευτεί στην Πυροσβεστική Επιθεώρηση (τεύχος 85, Ιαν-Φεβρ. 2001, σελ 26-32) έχει ελεγχθεί στις 11/12/2014 από το συντάκτη του για την ορθότητα των στοιχείων και των πληροφοριών και είναι ένα άριστο εφόδιο για τους σημερινούς πυροσβέστες και προτείνω ανεπιφύλακτα την ανάγνωσή του ευχαριστώντας τον αγαπητό κ. Γαϊτανίδη για την συγγραφική συμβολή του στην προσπάθεια μας ως περιοδικό.  

 

1055 Συνολικές Αναγνώσεις 2 Αναγνώσεις σήμερα

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *