‘Η δια παραλείψεως τέλεση του εμπρησμού από αμέλεια από τον επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων

Προστέθηκε από F.R.N στις 21 Ιουνίου 2016. · No Comments · Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Κατηγορία Αρθρογραφία Πολιτών, Νομοθεσία, Σαλόνι

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Share into that BigPicture-Share zone

 
Share Button

21/6/2016

Του Ανδριανού Γκουρμπάτση*

Ι.- Εισαγωγή.

Το αντικείμενο του θέματος παρουσιάζει ιδιαίτερα σημαντικό νομικά αλλά και επί της ουσίας πρακτικό ενδιαφέρον, αν δηλαδή, μπορεί ή όχι να θεμελιωθεί το αδίκημα του εμπρησμού (κοινού ή δάσους) από αμέλεια σε βάρος του αρμόδιου κατά νόμο οργάνου του Πυροσβεστικού Σώματος και πιο συγκεκριμένα τον επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων που φέρει την ευθύνη του επιχειρησιακού σχεδιασμού καταστολής των κάθε είδους (αστικών και δασικών) πυρκαγιών. Και τούτο γιατί ο επικεφαλής αξιωματικός ΠΣ, αν και κατά νόμο φέρει την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής τους, στον οποίο περιλαμβάνεται η οργάνωση, διαχείριση και συντονισμός όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων πυρόσβεσης / δασοπυρόσβεσης, του εξοπλισμού και άλλων μέσων, από εσφαλμένους επιχειρησιακά χειρισμούς, σοβαρά λάθη και παραλείψεις του μπορεί να προβεί σε ενέργειες που έχουν ως αποτέλεσμα, όχι την παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος δια της καταστολής των πυρκαγιών, αλλά τη συμβολή του στην ταχεία επέκταση τους με καταστροφικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο. Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει σοβαρά τη θεωρία του ποινικού δικαίου, ενώ η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων στη χώρα μας για το ίδιο ως άνω ζήτημα είναι για τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους σπάνια.

Τίθεται λοιπόν το νομικό ζήτημα:

Αν μπορεί, να κατηγορηθεί και τιμωρηθεί ο πυροσβέστης (με την έννοια του επικεφαλής Αξιωματικού των πυροσβεστικών δυνάμεων) για την δια παραλείψεως τέλεση του αδικήματος του εμπρησμού (κοινού ή δάσους) από αμέλεια, κατά την ενασχόλησή του με την αντιμετώπιση πυρκαγιάς; 

 ΙΙ). Ανάλυση.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης (α.υ) του εμπρησμού από αμέλεια απαιτούνται σωρρευτικά να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις1:

α.- Να προκληθεί, με οποιονδήποτε τρόπο (πράξη ή παράλειψη) και μέσο, πυρκαγιά.

β.- Ενδεχόμενος κίνδυνος δηλαδή δυνατότητα να προκύψει από την πυρκαγιά κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο σε άνθρωπο, δηλαδή στη ζωή, υγεία ή σωματική του ακεραιότητα2  και,

γ.- Να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας ή παράλειψης του υπαίτιου και του επελθόντος αποτελέσματος δηλαδή της πυρκαγιάς.

Υποκειμενικά δε απαιτείται αμέλεια του δράστη, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ.

Εξάλλου για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού δάσους από αμέλεια απαιτούνται σωρρευτικά να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

α.- Πρόκληση, με οποιονδήποτε τρόπο (πράξη ή παράλειψη) πυρκαγιάς και

β.- Η πυρκαγιά να έχει προκληθεί σε δάσος ή δασική έκταση (δημοσία ή ιδιωτική) ή σε δασική έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα.

γ.- Να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας ή παράλειψης του υπαίτιου και του επελθόντος αποτελέσματος δηλαδή της πυρκαγιάς σε δάσος ή δασική έκταση ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα3.

Υποκειμενικά δε επίσης απαιτείται αμέλεια του δράστη, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ.

Όπως προαναφέρθηκε, ο εμπρησμός από αμέλεια, είτε <<κοινός>> ή σε δάση, τελείται, είτε με θετική ενέργεια του δράστη ή με παράλειψη, όταν στην τελευταία περίπτωση υφίσταται υποχρέωση προς ενέργεια που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος της πυρκαγιάς, εφόσον βέβαια υπάρχει η δυνατότητα παρεμπόδισης της πυρκαγιάς από τον παραλείποντα.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, όπως στα εξ αμελείας εγκλήματα του εμπρησμού (κοινού και δάσους), το αποτέλεσμα είναι η πρόκληση πυρκαγιάς, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα είναι εγκλήματα αποτελέσματος, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. <<Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως,  – όπως είναι ο εμπρησμός από αμέλεια (κοινός και δάσους) – τιμωρείται όπως αυτός που δι΄ ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα δηλαδή ο δράστης εγκλήματος τελέσεως…Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή>>4.  Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ, το οποίο αποτελεί ειδική μορφή εγκλήματος, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, νομικής και όχι της απλής ηθικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος. Η νομική υποχρέωση, <<…της οποία το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι΄ ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών…>> και <<…η οποία δημιουργείται μόνον για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης, ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του εννόμου αγαθού, το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος>>5.

Οι κυριότερες περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων να κατηγορηθεί για την δια παραλείψεως τέλεση του αδικήματος του εμπρησμού από αμέλεια (κοινού και σε δάση) είναι κυρίως η ύπαρξη εσφαλμένων χειρισμών, σοβαρών λαθών και παραλείψεων στο πλαίσιο του επιχειρησιακού σχεδιασμού καταστολής των πυρκαγιών, είτε σε επίπεδο οργάνωσης, ή διαχείρισης ή συντονισμού όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων πυρόσβεσης, εξοπλισμού και μέσων σε μια τέτοιου είδους πυροσβεστική επιχείρηση, με αποτέλεσμα καταστροφικά αποτελέσματα για διάφορα έννομα αγαθά. Η πιο χαρακτηριστική πρακτικά περίπτωση αποτελεί η ύπαρξη αναζωπύρωσης κάθε είδους πυρκαγιάς από εσφαλμένους χειρισμούς, σοβαρά λάθη σε ενέργειες και παραλείψεις, με αποτέλεσμα καταστροφικά αποτελέσματα για διάφορα έννομα αγαθά.

ΙΙΙ). Νομοθετικό πλαίσιο για τα επιχειρησιακά καθήκοντα.

Ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων κατ΄ αρχήν δεν μπορεί ποτέ να κατηγορηθεί για εμπρησμό από αμέλεια δι΄ ενεργείας, γιατί δεν είναι αυτός που προκάλεσε την πυρκαγιά, αλλά ο εκάστοτε υπαίτιος και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εμπρησμού από αμέλεια. Ωστόσο όμως κινδυνεύει να κατηγορηθεί μόνον δια την παραλείψεως τέλεση  του αδικήματος του εμπρησμού από αμέλεια. Και αυτό μπορεί να συμβεί λόγω της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που έχει εκ των καθηκόντων του. Πιο συγκεκριμένα η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του επικεφαλής – αξιωματικού του ΠΣ, που έχει την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό των πάσης φύσεως πυρκαγιών (αστικών και δασικών), η μη αποτροπή των οποίων μπορεί να τον φέρει στη δυσάρεστη θέση του κατηγορούμενου και ακόμη να τον καταστήσει ένοχο για την εν λόγω πράξη, πηγάζει κυρίως από  τους παρακάτω κανόνες δικαίου δηλαδή διατάξεις νόμων (τυπικών και ουσιαστικών) της κείμενης νομοθεσίας, που ισχύει για το ΠΣ:

(i). Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1, του Ν. 3511/2006 <<Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις>> (ΦΕΚ 258/Α), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 63 του Ν. 4249/2014 (ΦΕΚ 73/Α), το ΠΣ έχει αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια και έχει ως αποστολή: α) Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως του δασικού πλούτου της χώρας, μεταξύ άλλων, και από τους κινδύνους των πυρκαγιών και β) Την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής των πάσης φύσεως πυρκαγιών, ενώ ως <<επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής>> νοείται η οργάνωση, η διαχείριση και ο συντονισμός όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων πυρόσβεσης – εννοείται και δασοπυρόσβεσης – και διάσωσης, του εξοπλισμού και των άλλων μέσων και περιλαμβάνει ενέργειες, που εξασφαλίζουν τον έγκαιρο εντοπισμό, αναγγελία και επέμβαση, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών και των κινδύνων, που απορρέουν από αυτές.

(ii). Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1 και 2, του Ν. 2612/1998 <<Ανάθεση της δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα και άλλες διατάξεις>> (ΦΕΚ 112 / Α) ορίζεται ότι η ευθύνη και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής των πυρκαγιών στα δάση και γενικά στις δασικές εκτάσεις ανατίθεται στο ΠΣ. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τις κατά τόπο Πυροσβεστικές Υπηρεσίες. Όλες οι αρχές, φορείς και πρόσωπα που παρέχουν τη συνδρομή τους ενεργούν υπό τις οδηγίες του επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων, ενώ στην αρμοδιότητα του ΠΣ ανήκει η φύλαξη της περιοχής όπου εξερράγη πυρκαγιά για τυχόν αναζωπυρώσεις.

(iii). Εξάλλου, σύμφωνα με την ΚΥΑ υπ΄ αριθμ. 12030 Φ. 109.1 / 10 Μαΐου 1999 (ΦΕΚ 713 / Β΄), και πιο συγκεκριμένα προβλέπεται ότι, με το άρθρο 1, ο συντονισμός όλων των δυνάμεων πυρόσβεσης, των αρχών ή φορέων, που παρέχουν τη συνδρομή τους σε μέσα και προσωπικό σε μια πυρκαγιά, ανήκει στον επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων, με το άρθρο 3 παρ. 8, όταν στην Πυροσβεστική Υπηρεσία περιέλθει η πληροφορία για την έναρξη πυρκαγιάς, αυτή υποχρεούται σε άμεση κινητοποίηση του προσωπικού και των μέσων, που διαθέτει για την γρήγορη και αποτελεσματική επέμβαση και παράλληλα δια των αρμοδίων οργάνων της προβαίνει, μεταξύ άλλων ενεργειών, που συνίστανται στην κλήση μέσων και προσωπικού για ενίσχυση, και στη διεύθυνση με βαθμοφόρο της του πυροσβεστικού έργου. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με την παρ. 9 του ιδίου ως άνω άρθρου, προβλέπεται ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία, που στην περιοχή ευθύνη της έλαβε χώρα πυρκαγιά, μετά την οριστική κατάσβεσή της είναι υπεύθυνη για τη φύλαξη της καμένης έκτασης από κινδύνους αναζωπύρωσης και μέχρι την οριστική αποτροπή του κινδύνου αυτού.

(iv). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 10 της υπ΄ αριθ. 17961 Φ. 109, 1 / 14-6-1998 απόφαση Υπουργού Δημόσιας Τάξης, όπως τροποποιήθηκε με τη 29181 Φ. 109. 1 / 6-7-1999 όμοια απόφαση, προβλέπεται ότι συντονιστής στον τόπο της πυρκαγιάς είναι ο ανώτερος ή αρχαιότερος των παρευρισκομένων υπαλλήλων του ΠΣ, ο οποίος, σύμφωνα με την παρ. 10, κινητοποιεί πάντα επαρκείς πυροσβεστικές δυνάμεις έστω και αν χρειαστεί να κυρωθεί καθ΄ οδό η κινητοποίηση, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 11, παρ. 1 και 2 της ίδιας ως άνω απόφασης προβλέπεται ότι μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς παραμένουν οχήματα και προσωπικό στον τόπο του συμβάντος για το σβήσιμο τυχόν μικροεστιών και την αποφυγή αναζωπυρώσεων καθώς και ότι η φύλαξη της καμένης περιοχής πρέπει να είναι πλήρης, τόσο από άποψη χώρου όσο και χρόνου για την αποφυγή νέων πυρκαγιών από αναζωπυρώσεις.

(v). Από τον κατ΄ έτος σχεδιασμό των δράσεων πολιτικής προστασίας για την αντιμετώπιση κινδύνων λόγω δασικών πυρκαγιών όπως πχ για την αντιπυρική περίοδο έτους 2015 την υπ΄ αριθμ. 2195/3-4-2015 απόφαση του Γ.Γ.Π.Π., προβλέπεται ότι, ο έλεγχος και η καταστολή των δασικών πυρκαγιών είναι αρμοδιότητα του ΠΣ και ενεργείται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τα ζητήματα που συνδέονται με τα σχέδια επέμβασης των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών αναφέρονται στο άρθρο 92 του Ν. 4249/2014 και ότι τα μέσα των φορέων που διατίθενται για την υποστήριξη του έργου του ΠΣ για τον έλεγχο και καταστολή των δασικών πυρκαγιών (υδροφόρες, μηχανήματα κλπ), κατόπιν σχετικού αιτήματος του ΠΣ, εντάσσονται επιχειρησιακά υπό τον επικεφαλής Αξιωματικό των επιχειρήσεων καταστολής, ο οποίος έχει την ευθύνη αξιοποίησής τους σε τοπικό επίπεδο.

(vi). Επίσης από το Γενικό Σχέδιο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών εξαιτίας Δασικών Πυρκαγιών, (έκδοση 3η  της Γ.Γ.Π.Π, Ιούνιος 2013), που εκδόθηκε στο πλαίσιο του Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας (ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ – Υ.Α. 1299/7-4-2003, ΦΕΚ 423/Β), προβλέπονται τα εξής: Στο στάδιο επιχειρήσεων <<Έλεγχος – Φύλαξη>> θεωρείται, ότι η περίμετρος της πυρκαγιάς έχει πλήρως κατασβεστεί και πραγματοποιείται φύλαξη του χώρου για τυχόν αναζωπυρώσεις, και μερική αποκλιμάκωση των διατιθεμένων μέσων κατόπιν εισήγησης του επικεφαλής Αξιωματικού του ΠΣ. Το χρονικό διάστημα για το οποίο διαρκεί η φύλαξη για τυχόν αναζωπυρώσεις συνδέεται κατά κανόνα με το είδος της καύσιμης ύλης, την έκταση της πυρκαγιάς, τη μορφολογία του εδάφους και τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες. Στο στάδιο επιχειρήσεων <<Πλήρης Κατάσβεση>> θεωρείται, ότι το συμβάν έχει λήξει και πραγματοποιείται πλήρης αποκλιμάκωση των διατιθεμένων για την κατάσβεση και για τη διαφύλαξη δυναμικού και μέσων μετά τη σχετική λήψη απόφασης του επικεφαλής Αξιωματικού του ΠΣ, που διοικεί το συμβάν. Επίσης η ΠΥ, σύμφωνα με το 3ο Στάδιο επιχειρήσεων καταστολής δασικών πυρκαγιών <<Έλεγχος – Φύλαξη>>, στην περιοχή ευθύνης της οποίας έλαβε χώρα η πυρκαγιά, είναι υπεύθυνη για τη φύλαξη της καμένης έκτασης από κινδύνους αναζωπύρωσης και μέχρι την οριστική αποτροπή του κινδύνου αυτού.

(vii). Εξάλλου από τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας Πυροσβεστικού Σώματος ΠΔ 210/1992 (ΚΕΥΠΣ), όπως ισχύει σήμερα, (ΦΕΚ 99 / Α), προβλέπονται τα εξής:

α.- Άρθρο 36 <<Εξωτερικές υπηρεσίες Σταθμού>>, οι εξωτερικές υπηρεσίες διακρίνονται, μεταξύ άλλων και σε υπηρεσίες εξόδων πυρκαγιάς.

β.- Άρθρο 44 <<Καθήκοντα διευθύνοντος το κατασβεστικό έργο>>, και ειδικότερα από την παρ. 1 αυτού, προβλέπεται ότι ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων έχει την ευθύνη της διεύθυνσης και του συντονισμού του κατασβεστικού έργου, από την παρ. 2 προβλέπεται ότι Ενεργεί ταχεία αναγνώριση του χώρου, διαιρεί αυτός σε τομείς, ορίζει σε κάθε τομέα  υπεύθυνο αξιωματικό ή υπαξιωματικό και δίδει τις αναγκαίες γενικές οδηγίες, αφού ιεραρχήσει τις βασικές ενέργειες, από την παρ. 3 προβλέπεται ότι, κατανέμει τις πυροσβεστικές  και τα οχήματα στους τομεάρχες, στην παρ. 4 προβλέπεται ότι, μεριμνά για την εξασφάλιση του αναγκαίου προσωπικού και του απαραίτητου αριθμού και είδους οχημάτων και μηχανημάτων και λοιπών κατασβεστικών υλικών και μέσων δυνάμεις, από την παρ. 9, προβλέπεται ότι έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή επέκτασης της πυρκαγιάς σε γειτονικά κτίρια, από την παρ. 12, προβλέπεται ότι, είναι υπεύθυνος για την κανονική εφαρμογή και υλοποίηση του σχεδίου επέμβασης, αν υπάρχει, ενώ από την παρ. 13, προβλέπεται ότι, όταν κρίνει σκόπιμο απελευθερώνει δυνάμεις προσωπικού και οχημάτων που η παραμονή τους στον τόπο του συμβάντος δεν είναι αναγκαία. Μετά το τέλος της κατάσβεσης και πριν την αποχώρησή του από το συμβάν, ορίζει και οργανώνει τις εργασίες της αποκάθαρσης και την ομάδα επαγρύπνησης, ενώ από την παρ. 15 προβλέπεται ότι είναι υπεύθυνος για την κανονική εφαρμογή και υλοποίηση του σχεδίου  επέμβασης, αν υπάρχει.

γ.- Εξάλλου στο άρθρο 45 του ως άνω ΠΔ, ορίζονται τα καθήκοντα των τομεαρχών στις πυρκαγιές, στο άρθρο 46, ορίζονται τα καθήκοντα αρχηγού ομάδας προσβολής πυρκαγιάς.

δ.- Επίσης στο άρθρο 52 του ιδίου ΠΔ, προβλέπεται η αμοιβαία ενίσχυση των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών. Πιο συγκεκριμένα στην παρ. 1 αυτού ορίζεται, ότι, εάν ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων κατά την αντιμετώπιση σοβαρού συμβάντος διαπιστώνει ότι χρειάζεται ενισχύσεις σε προσωπικό ή οχήματα και μηχανήματα έχει την υποχρέωση να καλέσεις αμέσως ενισχύσεις.

ε.- Τέλος στο άρθρο 17 αυτού του ΠΔ, προβλέπονται τα καθήκοντα του Διοικητή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, μεταξύ αυτών δε είναι και η υποχρέωση να παρευρίσκεται στα σοβαρά συμβάντα και διευθύνει ο ίδιος προσωπικά το έργο των πυροσβεστικών δυνάμεων, ενώ στο άρθρο 14Α και 15 προβλέπονται τα καθήκοντα του Διοικητή Διοίκησης ΠΥ Νομού και Διοικητή Πυροσβεστικής Περιφερειακής Διοίκησης αντίστοιχα. Και για τα δύο εν λόγω όργανα προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις ότι σε περίπτωση μεγάλης πυρκαγιάς μεταβαίνουν επί τόπου και αναλαμβάνουν προσωπικά τη διεύθυνση του πυροσβεστικού έργου και το συντονισμό των πυροσβεστικών δυνάμεων, καλούν ενισχύσεις, θέτουν τη δύναμη των Υπηρεσιών αρμοδιότητάς τους σε επιφυλακή, αν χρειασθεί και γενικά παίρνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη γρήγορη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης.

IV). Θεμελίωση του αδικήματος.

Εσφαλμένοι χειρισμοί, λάθη και σοβαρές παραλείψεις, που σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του ΠΣ, όπως ο κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας (ΠΔ 210/1992, όπως ισχύει σήμερα) ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων, ο οποίος έχει την ευθύνη της διεύθυνσης, οργάνωσης και συντονισμού του πυροσβεστικού έργου, μπορεί να συμβούν σε μια πυροσβεστική επιχείρηση πυρόσβεσης / δασοπυρόσβεσης στα ενδεικτικά εξής ειδικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις:

  • Η μη ταχεία αναγνώριση των περιοχών ή χώρων που εκδηλώθηκαν οι πυρκαγιές.
  • Η μη διαίρεση των περιοχών ή χώρων που εκδηλώθηκαν οι πυρκαγιές σε τομείς, και η μη τοποθέτηση σε αυτούς αξιωματικούς / υπαξιωματικούς, ως υπεύθυνους, για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση τους και το συντονισμό των δυνάμεων.
  • Η μη ορθή διαχείριση και κατανομή των πυροσβεστικών δυνάμεων και οχημάτων στους τομεάρχες με ορθολογικό τρόπο για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους.
  • Η έλλειψη μέριμνας για την εξασφάλιση του αναγκαίου προσωπικού και του απαραίτητου αριθμού και είδους οχημάτων και μηχανημάτων και λοιπών κατασβεστικών υλικών και μέσων (επίγειων και εναέριων μέσων).
  • Η παράλειψη λήψης όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή επέκτασης των πυρκαγιών.
  • Η μη κανονική εφαρμογή και υλοποίηση του σχεδίου επέμβασης, αν υπάρχει.
  • Η υποχρέωση να καλέσει αμέσως ενισχύσεις κατά την αντιμετώπιση σοβαρών πυρκαγιών.
  • Η μη λήψη κάθε απαραίτητου μέτρου για τη γρήγορη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης.
  • Η αποδέσμευση δυνάμεων σε προσωπικό και μέσα από τις πυρκαγιές, ενώ είναι αναγκαίες στα περιστατικά αυτά.
  • Η μη οργάνωση εργασιών αποκάθαρσης και η έλλειψη επαρκούς αριθμού προσωπικού για την επαγρύπνηση των πυρκαγιών μέχρι την οριστική και αποτελεσματική κατάσβεσή τους.

Η κατηγορία και ενοχή του επικεφαλής – αξιωματικού του ΠΣ σε μια πυροσβεστική επιχείρηση κατάσβεσης μιας πυρκαγιάς (αστικής ή δασικής), για εμπρησμό από αμέλεια ή εμπρησμό δάσους από αμέλεια αντίστοιχα, παρουσιάζει ωστόσο αρκετές δυσκολίες σε επίπεδο απόδειξης της ως άνω κατηγορίας, επειδή τα επιχειρησιακά θέματα πυρόσβεσης / δασοπυρόσβεσης είναι τεχνικής φύσεως θέματα, είναι ιδιαίτερα θέματα, απαιτούν εξειδικευμένες πυροσβεστικές γνώσεις και εμπειρία, που είναι παντελώς άγνωστα και ως εκ τούτου δυσκόλως γίνονται κατανοητά από τον εισαγγελέα και το δικαστή και γενικά τον εφαρμοστή του δικαίου. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, είτε να μην διωχθεί ποτέ κάποιος που ουσιαστικά φέρει ποινικές ευθύνες ή να απαλλαγεί στο ακροατήριο όποιος παραπεμφθεί, όχι τόσο επί της ουσίας, ότι δηλαδή πράγματι δεν τελέστηκε η συγκεκριμένη πράξη, όσο λόγω αμφιβολιών, γιατί δεν κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί. Στην πράξη στις περιπτώσεις εγκληματικής αμέλειας του επικεφαλής – αξιωματικού ΠΣ , που δεν είναι σπάνιες, ουδέποτε παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας, αν συγκεκριμένη υπόθεση πχ αναζωπύρωσης πυρκαγιάς δεν λάβει, εξαιτίας της σοβαρότητάς της και των σοβαρών καταστρεπτικών αποτελεσμάτων της, μεγάλη δημοσιότητα στα ΜΜΕ κι έτσι να λάβει γνώση για σοβαρά εγκληματικά λάθη και παραλείψεις της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Βέβαια, δεν κινείται η ποινική διαδικασία, ούτε ύστερα από έγκληση των παθόντων, ή με έναν από τους άλλους δικονομικά προβλεπόμενους τρόπους (άρθρο 43 ΚΠΔ) με τους οποίους λαμβάνει γνώση ο εισαγγελέας για την τέλεση ενός εγκλήματος, επειδή οι ενδιαφερόμενοι ή παθόντες δεν μπορούν να γνωρίζουν, αν μια πυρκαγιά είναι ή όχι πχ αποτέλεσμα αναζωπύρωσης προηγούμενης πυρκαγιάς. Συνεπώς οι όποιες ενδεχομένως περιπτώσεις αναζωπύρωσης παραμένουν ατιμώρητες ποινικά γιατί δεν κινήθηκε η ποινική διαδικασία για τη διερεύνησή τους. Άλλωστε οι όποιες αναζωπυρώσεις έχουν συμβεί μέχρι σήμερα καταγράφονται όχι σαν τέτοιες, αλλά ως νέες πυρκαγιές στη ίδια περιοχή, οι οποίες μάλιστα αποδίδονται σε κατ΄ εξακολούθηση εμπρησμό από άγνωστο δράστη. Παράδειγμα η μεγάλη πυρκαγιά στο όρος Μαίναλο της Αρκαδίας την21/8/200, όπου η αρχική πυρκαγιά εξ αιτίας κεραυνού δεν κατεστάλη αποτελεσματικά και δεν φυλάχτηκε η καμμένη περιοχή, όπως υπήρχε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων της ΠΥ, με αποτέλεσμα από αναζωπύρωση της να κάψει περίπου 70.000 στρέμματα δασικής έκτασης. Πρέπει να αναφερθεί εππίσης ότι, σύμφωνα με σχετική έρευνα6 ,  αναζωπυρώσεις αποτελούν το 1,6% των περιπτώσεων των δασικών πυρκαγιών, οι οποίες ευθύνονται για το 6,9% των καμένων εκτάσεων της χώρας για την περίοδο (1983 – 2008). Αλίμονο μια σοβαρή βλαπτική (καταστροφική) για έννομα αγαθά συμπεριφορά οποιουδήποτε μέλους του κοινωνικού συνόλου, πόσο μάλλον αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου, όπως πχ της ΠΥ, να μην συνιστά αξιόποινη συμπεριφορά και να παραμένει ατιμώρητη. Σε καμιά περίπτωση ο ποινικός νομοθέτης δεν θέλησε να θεσπίσει το ατιμώρητο της συμπεριφοράς του επικεφαλής αξιωματικού του ΠΣ, όταν από εγκληματική αμέλειά του, που συνίστανται σε ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις του σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδιασμού, επέρχονται σοβαρές βλαπτικές συνέπειες σε έννομα αγαθά, γιατί είναι τουλάχιστον κατ΄ αρχήν άδικη πράξη. Πιο κάτω αποδεικνύεται, αν είναι ή όχι και καταλογιστή στον υπαίτιο. Βέβαια θα μπορούσε στις πιο πάνω περιπτώσεις να διορισθεί από αυτούς δηλαδή τον εισαγγελέα ή δικαστή ειδικός για τα θέματα αυτά ως πραγματογνώμονας κάποιος αξιωματικός του ΠΣ (εν ενεργεία ή αποστρατεία), όμως για λόγους συναδελφικής αλληλεγγύης θα καθιστούσε ουσιαστικά ανενεργό το εγχείρημα αυτό. Ακόμη και σε σχετικές ένορκες διοικητικές εξετάσεις οι σοβαρές αυτές παραλείψεις των επικεφαλής αξιωματικών στο παρελθόν έχουν συγκαλυφθεί, επειδή επισύρουν σοβαρότατες πειθαρχικές ευθύνες, που δικαιολογούν ακόμη και την απόταξη του αξιωματικού από το ΠΣ. Αυτός άλλωστε εκτιμώ ότι είναι και ο κυριότερος λόγος για τον οποίο δεν είναι τόσο εύκολο να διωχθεί κι αν έχει διωχθεί μέχρι σήμερα, να καταδικασθεί ο φέρων την ευθύνη για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό καταστολής μιας πυρκαγιάς. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ποινική υπόσταση του εμπρησμού (κοινού και δάσους) από αμέλεια και να κατηγορηθεί ακόμη και να καταδικασθεί για τα αδικήματα αυτά ένας αξιωματικός που τίθεται επικεφαλής και έχει την ευθύνη του επιχειρησιακού σχεδιασμού της καταστολής μιας πυρκαγιάς δηλαδή έχει την ευθύνη της οργάνωσης, διαχείρισης και συντονισμού όλων των εμπλεκομένων πυροσβεστικών δυνάμεων πυρόσβεσης και δασοπυρόσβεσης και διάσωσης, του εξοπλισμού και των άλλων μέσων και περιλαμβάνει ενέργειες που εξασφαλίζουν τον έγκαιρο εντοπισμό, αναγγελία και επέμβασης, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των πάσης φύσεως πυρκαγιών. Και τούτο γιατί μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του εμπρησμού από αμέλεια ή εμπρησμού δάσους από αμέλεια τελούμενο δια παραλείψεως στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες παραβιάζονται υποχρεώσεις του επικεφαλής – αξιωματικού ΠΣ, από τη σχετική κείμενη νομοθεσία για το ΠΣ, για τους εξής λόγους:

α.- Είτε λόγω αναζωπύρωσης μιας δασικής ή αστικής πυρκαγιάς (η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από το προβλεπόμενο στο προαναφερόμενο στην παράγραφο ΙΙΙ ισχύον σχετικό νομοθετικό καθεστώς).

β.- Είτε εξ αιτίας σοβαρών εγκληματικών λαθών και παραλείψεων σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδιασμού καταστολής των πυρκαγιών ανεξέλεγκτης επέκτασης πυρκαγιάς πάσης φύσεως (η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από το προβλεπόμενο στο προαναφερόμενο στην παράγραφο ΙΙΙ ισχύον σχετικό νομοθετικό καθεστώς).

Ωστόσο υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, η οποία υποστηρίχθηκε στο παρελθόν μεμονωμένα, ότι ο επιλαμβανόμενος σε πυρκαγιά που άλλος έθεσε, με σκοπό την καταστολή της αλλά όμως από αμέλειά του επεκτάθηκε η πυρκαγιά, δεν μπορεί να τιμωρηθεί ως εμπρηστής από αμέλεια7, άποψη που εκφράζεται και από το νομικό σύμβουλο της  ΕΑΠΣ8  και έχει διατυπωθεί σε σχετικό άρθρο, το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το αδίκημα του εμπρησμού από αμέλεια ο πυροσβέστης που επιλαμβάνεται για το σβήσιμο της συγκεκριμένης πυρκαγιάς.

Η πιο κλασσική περίπτωση για την οποία μπορεί να θεμελιωθεί αναμφισβήτητα κατηγορία για το αδίκημα του εμπρησμού από αμέλεια ή εμπρησμού δάσους από αμέλεια αποτελεί αυτή της αναζωπύρωσης μιας πυρκαγιάς πχ δασικής. Με την έννοια της αναζωπύρωσης νοείται η πρόκληση πυρκαγιάς από την εκ νέου ανάφλεξη προηγούμενης πυρκαγιάς, λόγω λανθάνουσας θερμότητας ή κάρβουνου, δεδομένου ότι η φύλαξη της καμένης περιοχής από την προηγούμενη πυρκαγιά δεν ήταν πλήρης, τόσο από άποψη χώρου όσο και χρόνου, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει οριστική αποτροπή του κινδύνου αυτού, επειδή η αντιμετώπιση συγκεκριμένης πχ δασικής πυρκαγιάς δεν υπήρξε πλήρης και αποτελεσματική.

Παράδειγμα: Εκδηλώνεται τις πρώτες πρωινές ώρες πυρκαγιά σε δασική έκταση στην περιοχή (Χ) του Νομού Αρκαδίας. Αμέσως ενημερώνεται η αρμόδια κατά τόπο ΠΥ και μεταβαίνουν άμεσα στον τόπο του συμβάντος αρκετές πυροσβεστικές δυνάμεις τόσο από την αρμόδια κατά τόπο ΠΥ, όσο και ενισχύσεις από άλλες ΠΥ του ιδίου Νομού, οι οποίες με τη συνδρομή ικανού αριθμού εθελοντών πυροσβεστών σβήνουν αυτή μετά από τέσσερις περίπου ώρες. Ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων δίνει εντολή να παραμείνουν στην περιοχή για φύλαξη της καμένης έκτασης τρία οχήματα και οι λοιπές δυνάμεις να αποχωρήσουν. Ο ίδιος παραμένει στον τόπο του συμβάντος και αφού εκτιμά μετά πάροδο λίγων ωρών ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, δίνει εντολή να αποχωρήσουν και τα τρία οχήματα επαγρύπνησης, ενώ αποχωρεί από τον τόπο του συμβάντος και ο ίδιος. Τις απογευματινές ώρες ενισχύονται αρκετά οι άνεμοι, οι οποίοι πνέουν με ένταση 8 μποφόρ, ενώ αλλάζουν και διεύθυνση και από ΝΔ που ήταν γίνονται ΒΔ, με αποτέλεσμα από λανθάνουσα μικροεστία που δεν είχε σβηστεί πλήρως, να μεταφερθεί από τους πολύ ισχυρούς ανέμους καύτρα σε αρκετή απόσταση και να ξεκινήσει μια νέα πυρκαγιά.

Από τη συμπεριφορά του επικεφαλής – αξιωματικού ΠΣ, που είχε την ευθύνη του επιχειρησιακού σχεδιασμού καταστολής της συγκεκριμένης δασικής πυρκαγιάς στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του εμπρησμού δάσους από αμέλεια τελούμενου δια παραλείψεως. Πιο συγκεκριμένα συντρέχουν σωρρευτικά αντικειμενικά και υποκειμενικά οι προϋποθέσεις των άρθρων 28, 265, παρ. 1 και 266, παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 ΠΚ, δηλαδή:

α.- Πρόκληση πυρκαγιάς δια παραλείψεως τελούμενη από τον επικεφαλής Αξιωματικού του ΠΣ, από υπόχρεο νομικά δηλαδή για την αποτροπή της, υποχρέωση η οποία συνίσταται στη μη φύλαξη της προηγούμενης πυρκαγιάς, τόσο σε χώρο, όσο και σε χρόνο, μέχρι της πλήρους και οριστικής αντιμετώπισής της, για την οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με το προαναφερόμενο νομοθετικό πλαίσιο, να παρεμποδίσει την επέλευσή της.

β.- Η πυρκαγιά προκλήθηκε σε δασική έκταση, δεν έχει σημασία αν είναι δημοσία ή ιδιωτική  και

γ.- Υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω παράλειψης του επικεφαλής Αξιωματικού και του επελθόντος αποτελέσματος δηλαδή μεταξύ της ως άνω παράλειψης και της πρόκλησης της νέας πυρκαγιάς σε δάσος ή δασική έκταση.

δ) Ο επικεφαλής Αξιωματικός του ΠΣ δεν κατέβαλε κατ΄ αντικειμενική κρίση την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες και συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και τη λογική.

ε) Είχε ο ίδιος ο επικεφαλής τη δυνατότητα εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων (εμπειρία, ως αξιωματικός ΠΣ), των γνώσεων του (έχει λάβει ειδική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως πυρκαγιών), λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός τους, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα.

 V) Συμπέρασμα.

Από την ανωτέρω ανάλυση συνάγεται ότι και ο επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων μπορεί να ευθύνεται για την δια παραλείψεως τέλεση του αδικήματος του εμπρησμού (κοινού ή σε δάσους) κατά την εκτέλεση πυροσβεστικής επιχείρησης πυρόσβεσης / δασοπυρόσβεσης, δεδομένου ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει (αποτρέψει) την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος δηλαδή της πυρκαγιάς, με ενέργειες που οδηγούν στη οριστική και αποτελεσματική  καταστολή της. Και τούτο γιατί παραβίασε αντικειμενικά οφειλόμενο καθήκον επιμελείας πχ φύλαξης (επιτήρησης) μιας δασικής ή αστικής πυρκαγιάς,  προβλεπόμενο από διατάξεις νόμου (τυπικού ή ουσιαστικού) της ως άνω σχετικής με την πυρόσβεση και δασοπυρόσβεση ισχύουσας νομοθεσίας του ΠΣ, από τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας του ιδίου Σώματος (ΠΔ 210/1992, όπως ισχύει σήμερα) (ΚΕΥΠΣ) καθώς και σύνολο σχετικών κανονιστικών πράξεων και διαταγών που καθορίζουν σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, μέχρις ότου κατασβεστεί πλήρως και οριστικά δηλαδή αποτελεσματικά, αποτρέποντας έτσι τον κίνδυνο ενδεχόμενης αναζωπύρωσης της, υπό την περαιτέρω βέβαια προϋπόθεση, ότι το αξιόποινο αποτέλεσμα συνιστά πραγμάτωση του κινδύνου που έθεσε με την παραβίαση της εν λόγω διάταξης.

Ο επικεφαλής αξιωματικός ΠΣ, με τα προαναφερόμενα συγκεκριμένα καθήκοντα, απορρέοντα από σύμπλεγμα νομικών κανόνων που αφορούν το ΠΣ και τα καθήκοντα των οργάνων του, από μια σειρά λαθών και εγκληματικών παραλείψεων σε επίπεδο ευθύνης και επιχειρησιακού σχεδιασμού της καταστολής των πάσης φύσεως πυρκαγιών, όχι μόνον δεν απέτρεψε το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά ουσιωδώς συνέβαλε στην επέλευσή του με καταστροφικά αποτελέσματα για διάφορα έννομα αγαθά.

Αν ωστόσο από την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του για την  δια παραλείψεως τέλεση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια (κοινού ή δάσους) επέλθει και θάνατος ανθρώπου, θα ευθύνεται κατά συρροή και για ανθρωποκτονία από αμέλεια.

) Παραπομπές.

  1. ΑΠ 825/2013, ΑΠ 936/2011, ΑΠ 1846/2010, ΑΠ 351/2009.
  2. 2. ΑΠ 902/1993, ΠΧΡ. ΜΓ΄, σελ. 682, ΑΠ 362/1990, ΠΧρ. Μ΄, σελ. 1099.
  3. ΑΠ 41/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1075/2003, Ποιν. Λόγ. 2003, σελ. 1162 και ΠΧρ. ΝΔ΄, σελ. 240.
  4. ΑΠ (Ολομ.) 4/2010, ΑΠ 868/2014, ΤΝΠ »ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 661/2013, ΑΠ 364/1995, ΠΧρ. ΜΕ΄, σελ. 743.
  5. ΑΠ 661/2013, ΑΠ 84/2008.

6.Βλ. Έρευνα για τις <<Δασικές Πυρκαγιές Ελλάδας (1983 – 2008) >> από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων, έκδ. 2011.

  1. ΠλημΣύρου 41/1968, ΠΧρ. ΙΘ΄, σελ. 309.
  2. Σχετικό άρθρο του νομικού συμβούλου της ΕΠΑΣ, Δικηγόρου Δ. Βαρελά, αναρτημένο στο site της eaps.gr.

Πηγή : Α. Γκουρμπάτση, Ο εμπρησμός στο ισχύον δίκαιο, έκδ. Γ΄, 2016, σελ. 295,  εκδόσεις »Αντ. Σάκκουλα».

*Αντιστράτηγου – Υπαρχηγού ΠΣ, ε.α, Νομικού

966 Συνολικές Αναγνώσεις 1 Αναγνώσεις σήμερα

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *