Ο ρόλος των κινήτρων στα εγκλήματα εμπρησμού και η ποινική διάσταση της πυρομανίας 

Προστέθηκε από FRN στις 17 Μαρτίου 2018. · No Comments · Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Κατηγορία Ειδική αρθρογραφία, Πυροσβεστολογία

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Share into that BigPicture-Share zone

 
Share Button

Ανδριανός Γκουρμπάτσης, Αντιστράτηγος – Υπαρχηγός ΠΣ, ε.α, Νομικός

  1. Εισαγωγή

          Στις αστικές δημοκρατίες, ιδίως αυτές της Δυτικής Ευρώπης, δεν επιτρέπεται η δίωξη των ιδεών, αφού οι σκέψεις και τα φρονήματα βρίσκονται εκτός πεδίου του ποινικού δικαίου1. Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει πολλές φορές την απολυτότητα του ως άνω αξιώματος. Έτσι για παράδειγμα, στα εγκλήματα μίσους η κύρια ειδοποιός διαφορά είναι το κίνητρο του δράστη, αφού <<η ουσία του καταλογισμού ευρίσκεται στην αποδοκιμασία του δράστη για την προσωπική επιλογή του που είναι αντίθετη προς τις αξιολογήσεις της έννομης τάξης και όχι για την προσωπικότητά του>>2. Το αξίωμα λοιπόν, ότι <<το ποινικό δίκαιο δεν ενδιαφέρεται για το κίνητρο του δράστη>>, δεν είναι ακριβές, γιατί κάθε κίνητρο είναι στην πραγματικότητα ένας σκοπός του δράστη με άλλη διατύπωση και το αντίστροφο, όπως πχ συμβαίνει με τα εγκλήματα υπερχειλούς υπόστασης. Στην ελληνική έννομη τάξη, το ποινικό δίκαιο δεν είναι φρονηματικό, δηλ. δεν δικαιούται να ποινικοποιεί πράξεις στερούμενες κοινωνικοηθικής απαξίας, αφού δεν μπορεί να διαμορφώσει την ηθική στάση των πολιτών. Γι΄ αυτό δεν έχει, κατά βάση, σημασία και δεν τιμωρείται το κίνητρο της εγκληματικής πράξης, αλλά η ίδια η πράξη. Άλλωστε μεταξύ των λογικώς αναγκαίων στοιχείων του εγκλήματος είναι και η πράξη, υπό την έννοια της κάθε κίνησης ή αδράνειας του ανθρώπινου σώματος που αποτελεί εκδήλωση της συνείδησης και μπορεί να ελεγχθεί από την ατομική βούληση και ως τέτοια  νοείται μόνον η εκούσια ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι τα φρονήματα, οι ιδέες, οι σκέψεις3. Η απαγόρευση της τιμώρησης του φρονήματος στην ελληνική έννομη τάξη, ωστόσο προβλέπεται και νομοθετικά (άρθρο 14 ΠΚ), αλλά και συνταγματικά (άρθρο 7 Συντ).

Επίσης, οι έννοιες »εμπρησμός» και »πυρομανία» στο πεδίο του ποινικού δικαίου είναι για πολλούς αρκετά θολές και συχνά συγχέονται. Ο εμπρησμός, είναι μια (νομική) έννοια με ευρύτερο ουσιαστικό και νομικό περιεχόμενο από την πυρομανία, αφού σ΄ αυτήν υπάγονται όλες οι από αμέλεια ή με πρόθεση συμπεριφορές πρόκλησης πυρκαγιών, ανεξαρτήτως κινήτρων, τόσο των ψυχικά υγιών όσο και των ψυχικά ασθενών ή διαταραγμένων δραστών, όπως πχ ο εμπρησμός από άτομο πάσχοντα από πυρομανία. Ωστόσο η πυρομανία είναι μία σπάνια ψυχική διαταραχή και δεν πρέπει να συγχέεται με την εκ προθέσεως πρόκληση πυρκαγιάς για κάποιο (ψυχολογικό) κίνητρο. Παρόλα αυτά, το άτομο που πάσχει από την ως άνω διαταραχή δεν παύει να θεωρείται και κρίνεται, ως (παθολογικός) εμπρηστής. Κατά συνέπεια, η πρόκληση μιας πυρκαγιάς, είτε από αμέλεια ή με πρόθεση, είναι συμπεριφορά, ο εμπρησμός είναι έγκλημα και η πυρομανία είναι μια ψυχιατρική διάγνωση, με έννομες συνέπειες. Ο εμπρησμός, ανεξάρτητα της νομοτυπικής μορφής του (κοινός ή σε δάσος), είναι ένα από τα εγκλήματα που διαπράττεται με πολύ εύκολο και ανέξοδο τρόπο και δράστης μπορεί να είναι κάθε άτομο αδιακρίτως της κατάστασης της ψυχικής υγείας του. Συνεπώς οι πυρκαγιές (αστικές και δασικές), ανάλογα με την ψυχική υγεία του δράστη, προξενούνται κάθε φορά και για διαφορετικούς λόγους (κίνητρα ή αίτια).

ΙΙ. Ο ρόλος των κινήτρων στα εγκλήματα εμπρησμού

  1. Γενικά

Οι άνθρωποι δρουν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Αυτό αποτελεί και το κίνητρο της δράσης τους, είναι δηλ. η διαδικασία που ενεργοποιεί και ωθεί το άτομο σε δράση. Ως εκ τούτου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη η σχέση μεταξύ των αναγκών ή των επιθυμιών του ατόμου και του κινήτρου που παρακινεί τη συμπεριφορά του. Ως κίνητρο, νοείται η ενδιάθετη κατάσταση του δράστη, η οποία σ΄ ένα φιλελεύθερο σύστημα, κατά κανόνα, δεν ενδιαφέρει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το ποινικό δίκαιο, παρά μόνον αφού έχει ήδη θεμελιωθεί το ουσιαστικά άδικο από μια πράξη προσβολής εννόμου αγαθού. Μια πρώτη κατάταξη, με βάση την ψυχική υγεία του δράστη, είναι τα παθολογικά και μη παθολογικά κίνητρα. Περαιτέρω τα κίνητρα και τα αίτια του εγκλήματος αποτελούν, κατά τον Ι. Δασκαλόπουλο4, τους εγκληματολογικούς όρους. Τα κίνητρα, τα οποία είναι σπάνια επαρκώς συνειδητά, συνήθως είναι ανομολόγητα, ταπεινά, εγκληματικά5, σύμφωνα με άποψη της θεωρίας6, διακρίνονται σε: α) κίνητρα – σκοπού, που είναι στραμμένα προς το μέλλον και βρίσκονται σε σχέση εκπλήρωσης ή μη προς το αποτέλεσμα της πράξης, και β) κίνητρα – αιτίες, που είναι στραμμένα προς το παρελθόν και παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση, ως απόθεμα παλαιότερων βιωμάτων, μέχρι να ενεργοποιηθούν υπό τις κατάλληλες συνθήκες.

  1. Τα κίνητρα του εμπρησμού

Ως γνωστόν, το έγκλημα αποτελεί πολυπαραγοντικό κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο. Κατά συνέπεια, το εγκληματικό φαινόμενο έχει και ψυχολογικές διαστάσεις. Το κίνητρο του δράστη δεν αποτελεί κατά βάση στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος και στην προκειμένη περίπτωση του εμπρησμού, πλην όμως ο καθορισμός και η ανάδειξή του προσδιορίζουν ανάλογα την ενοχή ή αθωότητα ενός προσώπου. Στην πραγματικότητα το εκάστοτε κίνητρο, που ωθεί το δράστη στην τέλεση εγκλήματος εμπρησμού, διαγράφει τα πλαίσια της υπερχειλούς στόχευσης του υποκειμένου. Το κίνητρο δηλαδή, προσδίδει εννοιολογικό περιεχόμενο στην ανάλογη υποκειμενική στάση του δράστη, αν δεν ταυτίζεται με αυτήν. Για να λάβει υπόσταση στον εμπειρικό κόσμο, θα πρέπει να συντρέχει ταύτιση του κινήτρου με το δόλο του δράστη, τόσο κατά την αρχική ώθησή του στην τέλεση της πράξης, όσο και κατά την επιλογή συγκεκριμένης διαδικασίας ολοκλήρωσης – υλοποίησης της απόφασής του. Τα εγκλήματα εμπρησμού, όπως γενικά κάθε έγκλημα, από κοινωνιολογική προσέγγιση, μπορεί να εκδηλώνονται, κυρίως ως απροσδόκητες και απότομες ενέργειες, είναι όμως <<αποτέλεσμα μιας υποβόσκουσας κοινωνικής δυσαρμονίας. Η αντικοινωνική συμπεριφορά – του εμπρηστή – υπάρχει από όλα με τη μορφή ενός ειδικού κινήτρου. Ένα κίνητρο σημαίνει τη συνειδητή και βαθιά προσωπική φύση της εξεταζόμενης συμπεριφοράς. Αποκαλύπτει τη σχέση ανάμεσα στο »εσωτερικό» και το »εξωτερικό», ανάμεσα στις ανάγκες και τα αντικείμενά τους. Είναι ο υποκειμενικός καθορισμός μιας πράξης και της εν γένει συμπεριφοράς. Είναι το ψυχολογικό στοιχείο, που, αν και δεν είναι εύκολο να αναζητηθεί, καθορίζει ή προκαλεί τη διάπραξη ενός εγκλήματος. Όπως και στην τυπολογία άλλων εγκλημάτων έτσι και στα εγκλήματα εμπρησμού  υπάρχει μια τεράστια  ποικιλία  αιτίων και κινήτρων, από τα καθαρά ιδιοτελή (ωφελιμιστικά) μέχρι και τα παθολογικά. Τα κίνητρα ανήκουν στα υποκειμενικά στοιχεία, με την έννοια ότι αναφέρονται στις συνέπειες, που η αντικειμενική αιτιότητα (σχέση ατόμου – κατάστασης) προκαλεί στον εσωτερικό κόσμο του δράστη>>7.

Περαιτέρω οι εμπρηστές με βάση ψυχολογικά κριτήρια διακρίνονται σε8: α) ψυχικά ασθενείς,  β) ψυχοπαθητικούς – ψυχανώμαλους  (στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι πυρομανείς), γ) εμπρηστές πάθους, δ) περιστασιακοί εμπρηστές, ε) υπότροποι εμπρηστές και στ) κατ΄ επάγγελμα και καθ΄ έξιν, ενώ με με βάση το κριτήριο της πνευματικής (ψυχικής) υγείας τους, οι εμπρηστές διακρίνονται, σε9: α) ψυχικά (πνευματικά) υγιείς, β) ψυχασθενείς και γ) ψυχοπαθητικούς ή ψυχανώμαλους.

2α. Τα κίνητρα του ψυχικά (πνευματικά) υγιή εμπρηστή

Η εκτίμηση των κινήτρων, είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, γιατί θα μπορούσε να βοηθήσει στην οριοθέτηση της ψυχικής κατάστασης και υγείας του δράστη, κατά τη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς. Ο προσδιορισμός του κινήτρου που ώθησε το δράστη στη διάπραξη ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους (με πρόθεση), είναι πολύ σημαντικό και καθοριστικής σημασίας στοιχείο, που πρέπει να επιτευχθεί το πρώτον κατά την ανακριτική διαδικασία. Και τούτο γιατί, αν και το κίνητρο δεν είναι απολύτως καθοριστικής σημασίας παράγων, για να διακρίνει τα εγκλήματα εμπρησμού που τελέστηκαν από ψυχικά υγιείς ή από ψυχικά ασθενείς και ψυχικά διαταραγμένους δράστες, είναι κατ΄ αρχήν ένας πρώτος τρόπος διάκρισης. Αν δεν υπάρχουν όμως σε συγκεκριμένη περίπτωση σαφείς αποδείξεις ενέργειας ψυχασθενή ή ψυχοπαθή δράστη, επισφραγίζεται η εκδοχή εγκληματικής πράξης από ψυχικά υγιή δράστη. Έτσι ο προσδιορισμός του κινήτρου αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των (προ)ανακριτικών υπαλλήλων και βέβαια του ανακριτή. Από το στοιχείο αυτό μπορεί να οδηγηθούν οι έρευνες στην ανακάλυψη και σύλληψη του δράστη της συγκεκριμένης πράξης10 και εν τέλει να κριθεί η ενοχή ή αθώωσή του. Βέβαια η αναζήτηση στον εσωτερικό κόσμο, στην ψυχή και το μυαλό του δράστη, προκειμένου ν΄ ανιχνευθούν και διαπιστωθούν τα πιθανά κίνητρα, που τον οδήγησαν στην τέλεση ενός εγκλήματος εμπρησμού, είναι μια εξαιρετικά επίπονη και αμφιβόλου αποτελέσματος ερευνητική διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται από την αντικειμενική αδυναμία της αποδεικτικής εξακρίβωσης των τυχόν σκοπών του δράστη, ακόμη κι αν τα (προ)ανακριτικά όργανα είναι έμπειρα και διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις. Ωστόσο απαιτείται μεγάλη προσοχή από τους (προ)ανακριτικούς υπαλλήλους και είναι μοιραίο λάθος να συμπεραίνεται από αυτούς με μεγάλη ευκολία, ως πράξη εμπρησμού από ψυχικά ασθενή δράστη, από το γεγονός της ανυπαρξίας κινήτρων σε συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί είναι πολύ πιθανό να υφίστανται κίνητρα, αλλά αυτά να βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση, δηλ. να υποκρύπτονται ή υποβόσκουν. Με απλά λόγια, να πρόκειται για νόθα ή αφανή κίνητρα ή αυτά να είναι πολύ δυσδιάκριτα, όπως πχ η εκδίκηση, ως κίνητρο ψυχικά διαταραγμένου εμπρηστή, ή προκειμένου για υποτροπή δράστη εθελοντή πυροσβέστη, να υφίσταται το κίνητρο της αναγνώρισης (ηρωισμού) πχ στην τοπική κοινωνία και όχι να ενεργεί από πυρομανία. Το κίνητρο λοιπόν είναι το ψυχολογικό στοιχείο, το οποίο αν και δεν είναι εύκολο να αναζητηθεί, καθορίζει ή προκαλεί (οδηγεί) στην τέλεση του εγκλήματος.

          Πρωταρχικό κίνητρο κάθε εγκλήματος βίας, όπως είναι και ο εμπρησμός, είναι η ισχύς εξουσίας, με τη μορφή της ικανότητας άσκησης ελέγχου επάνω σε άλλους ή σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Με την πράξη του εμπρησμού ο δράστης επιδιώκει γενικά να επιβληθεί. Η εν λόγω μορφή εξουσίας περιλαμβάνει ειδικότερα11: α) την απόκτηση εξουσίας, β) την επίδειξη δύναμης (ισχύος), γ) τη διατήρηση εξουσίας και δ) την απόκτηση εξουσίας, που είχε και ήδη απώλεσε. Το κίνητρο, το οποίο είναι μια συναισθηματική, ψυχολογική ή φυσική ανάγκη που ωθεί (παρακινεί) το δράστη στη διάπραξη ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους ικανοποιώντας τον με τη συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά, συνδέεται με τα αρχικά παραγωγικά αίτια της βούλησης του δράστη, που αντιστοιχεί πιθανόν και σε εσωτερική ψυχολογική στάση του.

Στην περίπτωση ενός εγκλήματος εμπρησμού (άρθρο 264 ΠΚ) ή εμπρησμού δάσους (άρθρο 265 ΠΚ), ως πρωτεύουσα στόχευση του ψυχικά (πνευματικά) υγιή δράστη αναδύεται η πρόκληση πυρκαγιάς. Έτσι η ψυχοβουλητική διάθεση των ψυχικά υγιών εμπρηστών, που αποτελούν σχεδόν το σύνολο των εμπρηστών, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μελέτη12,  στη διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων ωθείται από μια σειρά κινήτρων – ψυχολογικών τάσεων. Τα κίνητρα αυτά τυποποιούνται στις εξής έξι (6) γενικές κατηγορίες13:

  1. i) Ιδιοτέλεια / κέρδος / ωφέλεια, δηλ. άμεση ή έμμεση οικονομική ή άλλου είδους ωφέλεια14, όπως ειδικότερα πχ η είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης15, νόθευση βενζίνης16, παράνομο πλουτισμό, πχ από εγκληματική οργάνωση17, δασική πυρκαγιά για δημιουργία ή βελτίωση βοσκοτόπων, η απόκτηση ή αύξηση της ιδιοκτησίας σε δασική έκταση κ.α.
  2. ii) Απόκρυψη εγκλήματος. Η απόκρυψη εγκλήματος μπορεί να αφορά: α) την απόκρυψη άλλου εγκλήματος, πχ ανθρωποκτονία18, κλοπή, ληστεία, απάτη19, απιστία – οικονομική κακοδιαχείριση20, ναρκωτικά κ.α, β) να εμποδισθεί η έρευνα για το άλλο έγκλημα, γ) την καταστροφή των αποδεικτικών στοιχείων στον τόπο του εγκλήματος και δ) να καθυστερήσει η αναγνώριση του θύματος πχ ανθρωποκτονίας, ή να καταστραφεί το μέσο του εγκλήματος.

iii) Συναισθήματα / διέγερση, πχ εκδίκηση21, θυμό22, ζηλοτυπία23, κακοβουλία (κακεντρέχεια, κακή θέληση)24, προσέλκυση προσοχής, συγκινησιακή φόρτιση, αναγνώριση του δράστη, λχ στην τοπική κοινωνία από εθελοντή δασοπυροσβέστη κ.α.

  1. iv) Εξτρεμισμός / φανατισμός (κοινωνικοπολιτικά και θρησκευτικά αίτια), πχ εμπρησμοί ομάδων από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, εμπρησμοί κυβερνητικών κτιρίων, δημοσίων υπηρεσιών, τραπεζών κ.α.
  2. v) Βανδαλισμός, πχ εμπρησμοί σχολικών συγκροτημάτων από ομάδες πίεσης, εμπρησμοί χούλιγκαν κ.α.
  3. vi) Βία (πυροτρομοκρατία), πχ εμπρησμός και εμπρησμός δάσους, ως τρομοκρατικές πράξεις (πυροτρομοκρατία) (άρθρο 187Α, παρ. 1 στοιχ. ζ΄ και θ΄ ΠΚ), ή ως πράξη εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ)25.

Αντίστοιχες κατηγορίες κινήτρων με τις προαναφερόμενες είναι και οι κατηγορίες ψυχολογικών κινήτρων, που αναγνωρίζονται στις ΗΠΑ. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Ανάλυσης Βίαιων Εγκλημάτων (NCAVC) του FBI, τα ως άνω κίνητρα τυποποιούνται (ταξινομούνται) στις εξής έξι (6) γενικές κατηγορίες: α) Κέρδος, β) Απόκρυψη άλλου εγκλήματος, γ) Εκδίκηση, δ) Έξαψη, ε) Βανδαλισμός και στ) Εξτρεμισμός.

Περαιτέρω τα κίνητρα του δράστη και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει κατά τη διάπραξη ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, έχουν διαμορφωθεί από τη θεωρία και τη νομολογία και ως ενδείκτες, – και αντίθετα η απουσία τους, ως αντεδείκτες – για την ανίχνευση και κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του δράστη με ενδεχόμενο δόλο26. Μάλιστα δε, η επιδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος από το δράστη, ως προϋπόθεση του ενδεχόμενου δόλου, δύναται να ορμάται από διάφορα κίνητρα, όπως πχ η ιδιοτέλεια.

 2β. Τα κίνητρα του ψυχικά ασθενή και του ψυχοπαθή εμπρηστή

          Η πράξη του εμπρησμού, κατά κανόνα, είναι αποτέλεσμα ορθολογικής σκέψης και λήψης απόφασης από το δράστη. Ο εμπρησμός που τελείται έξω από λογική είναι ένδειξη προϊόντος δράστη με ψυχική ασθένεια ή διαταραχή. Πράξη άνευ ορατού ή άμεσα διαγνώσιμου ή κατανοήσιμου κινήτρου υφίσταται, όμως πράξη άνευ λογικού υπόβαθρου έστω και ανήθικου, προσδιορίζει, κατά κανόνα βέβαια, πρόσωπο στερούμενο της ικανότητας προς καταλογισμό.  Ανίκανος προς καταλογισμό δράστης ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, είναι το άτομο που πάσχει από κάποια ψυχική ασθένεια, όπως πχ κάποια ψύχωση, που προκαλεί νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών27 ή δράστη υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών28. Ο ψυχασθενής λοιπόν ωθείται στην τέλεση της πράξης του όχι από κάποιο ψυχολογικό κίνητρο, αλλά εξ αιτίας της ψυχικής ασθένειάς του.

Περαιτέρω ψυχικώς ανώμαλα άτομα, κατά τον καθηγητή Γραδίκα, είναι τα άτομα <<άτινα εν τω κύκλω των ορμών, συναισθημάτων ή της βουλήσεως έχουσι εκ γενετής ισχυράς (ποσοτικάς) παρεκκλίσεις από τον κανονικό τύπον>>29.  Ψυχοπαθής ή ψυχανώμαλος δράστης εγκλήματος εμπρησμού θεωρείται το πρόσωπο που τη στιγμή διάπραξης ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους έχει προσβληθεί από μια ψυχική διαταραχή, που δεν εξαλείφει μεν την ικανότητα διάκρισης, δηλ. της επίγνωσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του, μπορεί όμως να επιδρά στη συμπεριφορά του έτσι ώστε να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό30. Οι ψυχοπαθείς ή ψυχανώμαλοι δράστες διακρίνονται για την μείωση συναισθηματικότητας τους απέναντι σε οτιδήποτε συγκινεί τον ομαλό άνθρωπο, ενώ έχουν σε μειωμένο βαθμό κοινωνικές και ηθικές αξίες. Τα άτομα αυτά μπορούν να προκαλέσουν έγκλημα εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους ωθούμενα από τη συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή τους, για την ικανοποίηση του νοσηρού πάθους τους. Χάρη στη σαδιστική τους φύση, ικανοποιούνται, βλέποντας τους άλλους να υποφέρουν. Αυτό τους δίνει την αίσθηση της δύναμης και κυριαρχίας. Το πιο τρωτό σημείο τους είναι ο εγωκεντρισμός τους και η λατρεία του εαυτού τους. Η αυτοϊκανοποίηση και αυτοσυντήρηση είναι βασικά στοιχεία της συμπεριφοράς τους.

  1. Το κίνητρο, ως υποκειμενικό στοιχείο στα εγκλήματα εμπρησμού

Τα κίνητρα ανήκουν στα υποκειμενικά στοιχεία, με την έννοια <<ότι αναφέρονται στις συνέπειες που η αντικειμενική αιτιότητα (σχέση ατόμου – κατάστασης) προκαλεί στον εσωτερικό κόσμο του δράστη>>31. Παραδοσιακά η ενοχή αποτελείται από ένα γνωστικό ή ένα βουλητικό στοιχείο ή συχνότερα, όπως στην ελληνική έννομη τάξη, από έναν συνδυασμό των δύο. Η γνώση και η βούληση συνδέονται με την πράξη του δράστη εμπρησμού, όπως κάθε αξιόποινης πράξης, δηλ. τόσο την ενέργεια (ή παράλειψη), όσο και το αποτέλεσμά της. Επομένως, δεν ενδιαφέρει, κατά βάση, το γιατί ο δράστης οδηγήθηκε στη λήψη της απόφασης πρόκλησης ενός εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους με πρόθεση, ποιο δηλ. ήταν το κίνητρο που των ώθησε στη συγκεκριμένη πράξη. Ενδιαφέρει μόνον, αν γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και αν το επιθυμούσε, συμπεριλαμβανομένων και των διαβαθμίσεων αυτών. Ο δόλος δηλ. ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής και στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους. Ωστόσο το κίνητρο είναι η γενεσιουργός αιτία της βούλησης του δράστη. Τα φρονηματικά στοιχεία του δράστη γενικά ενός εγκλήματος αποτελούν υποκειμενικά στοιχεία της ενοχής, άλλως υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου, όπως πχ η ιδιοτέλεια, η κακοβουλία, η φυγοπονία, η φιλοχρηματία. Εκφράζουν αξιολογήσεις της βούλησης του δράστη, δηλ. εξειδικεύουν το αξιοκρατικό φρόνημα που εμπνέει το σχηματισμό της βούλησης αυτής και οδηγεί τη συμπεριφορά του.

Στο χώρο του ποινικού δικαίου και πιο συγκεκριμένα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο το κίνητρο του κατηγορούμενου επιστρατεύεται από το δικαστή συνήθως, προκειμένου να χρησιμεύσει, ως ενδείκτης, για την απόδειξη της ενοχής του ή κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ειδικότερα, το κίνητρο μπορεί να αποδειχθεί ενδιαφέρον στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας για την θεμελίωση της ενοχής ιδιαίτερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει περισσότερες ενδείξεις στη διάθεση του παρά αποδείξεις32. Πιο συγκεκριμένα:

  1. i) Εμπρησμός

          Ως γνωστόν, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος του εμπρησμού (άρθρο 264, στοιχεία α΄ και β΄ ΠΚ) απαιτείται πρόθεση, δηλ. δόλος και μάλιστα, είτε άμεσος ή και ενδεχόμενος. Αρκεί υποκειμενικώς να διαπιστωθεί, ότι η πράξη ή παράλειψη του εμπρησμού τελέστηκε με πρόθεση, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται και η διαπίστωση συνδρομής κάποιου ειδικότερου (ψυχολογικού) κινήτρου, που οδήγησε το δράστη στην τέλεση αυτού ή αν ο δόλος ήταν προμελετημένος ή απρομελέτητος. Ειδικότερα υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση του δράστη να προκαλέσει πυρκαγιά και γνώση αυτού, ότι από την προκληθείσα πυρκαγιά μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο (άμεσος δόλος) ή, αν και γνωρίζει, ότι είναι ενδεχόμενο να διακινδυνεύσουν ξένα πράγματα ή άνθρωποι, παρόλα αυτά ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική πράξη αποδεχόμενος και το αποτέλεσμα των παραπάνω κινδύνων (ενδεχόμενος δόλος)33. Συνεπώς το κίνητρο, που ώθησε τον δράστη στην τέλεση εγκλήματος εμπρησμού με πρόθεση, δεν ανήκει στα υποκειμενικά στοιχεία αυτού.

  1. ii) Εμπρησμός δάσους

Επίσης για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος του εμπρησμού δάσους (άρθρο 265, παρ. 1 εδάφιο α΄ ΠΚ) απαιτείται δόλος, δηλ. θέληση του δράστη να προκαλέσει πυρκαγιά και γνώση, ότι η έκταση που προκάλεσε την πυρκαγιά είναι δάσος, δεν έχει σημασία αν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, ή δασική έκταση. Αρκεί ωστόσο και ενδεχόμενο δόλος34. Εξάλλου για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της διακεκριμένης (κακουργηματικής) περίπτωσης του βασικού εγκλήματος εμπρησμού δάσους, που προβλέπεται στο άρθρο 265, παρ. 2 ΠΚ, απαιτείται όχι μόνον δόλος (άμεσος ή ενδεχόμενος) και διαπίστωση αυτού, δηλ. θέληση του δράστη απλά να προκαλέσει πυρκαγιά και γνώση, ότι η έκταση που προκάλεσε την πυρκαγιά είναι δάσος ή δασική έκταση, αλλά επιπλέον στην πρόκληση της συγκεκριμένης πυρκαγιάς θα πρέπει να οδηγήθηκε από συγκεκριμένο ψυχολογικό κίνητρο του δράστη, την ιδιοτέλεια ή την κακοβουλία35. Τα κίνητρα αυτά δεν αποτελούν μεν συστατικό στοιχείο της νομοτυπικής μορφής του βασικού εγκλήματος του εμπρησμού δάσους, αν όμως συντρέχουν και μάλιστα κατά τρόπο διαζευκτικό και όχι σωρευτικό, ο κατηγορούμενος τιμωρείται αυστηρότερα (επιβαρυντική περίπτωση). Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος πρέπει πρώτα να καταδικασθεί για το ως άνω βασικό έγκλημα του εμπρησμού δάσους και μετά το δικαστήριο προχωρά σε κρίση, για το αν συνέτρεχε το ένα εξ αυτών των κινήτρων, χωρίς να αποκλείεται η συνδρομή και των δύο, κρίνοντας για το ύψος της ποινής που θα του επιβληθεί. Η εισαγγελική αρχή είναι υποχρεωμένη να ερευνά οποιανδήποτε σχετική ένδειξη για την ύπαρξη της ιδιοτέλειας ή κακοβουλίας και να θέτει υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας το σχετικό αποδεικτικό υλικό. Η ως άνω υποχρέωση βέβαια θα μπορούσε να υλοποιηθεί με τη μορφή παροχής οδηγιών με σχετική εισαγγελική εγκύκλιο προς τους (προ)ανακριτικούς υπαλλήλους, αλλά και με την υποβολή σχετικών προτάσεων κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, ώστε να συγκεντρώνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν τα κίνητρα αυτά, που θα τεθούν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Τα ως άνω κίνητρα ανήκουν στην υποκειμενική υπόσταση της επιβαρυντικής αυτής περίπτωσης του βασικού εγκλήματος του εμπρησμού δάσους με πρόθεση, ως <<υποκειμενικά στοιχεία της ενοχής>>36, δηλ. εξειδικεύουν το δόλο και τον »χρωματίζουν», ενώ εμπνέουν το σχηματισμό της βούλησης του δράστη και αν δεν συντρέχουν και αυτά τα στοιχεία, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση, πχ ενός εγκλήματος εμπρησμού δάσους ή άλλως, ως <<υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου>> ή φρονηματικά στοιχεία, αφού αποτελούν υποκειμενικά στοιχεία ενοχής. Πρέπει δε να διαπιστώνονται κάθε φορά που ο δράστης κατηγορείται, ότι ενήργησε μα βάση τα συγκεκριμένα κίνητρα. Η αιτιολογία δε της απόφασης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά σχετικά με τη συνδρομή των κινήτρων αυτών στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και καταδικασθέντος, πχ για εμπρησμό δάσους με πρόθεση από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία. Η επιβαρυντική περίπτωση της διάταξης του άρθρου 265, παρ. 2 ΠΚ, για τέλεση της πράξης του εμπρησμού δάσους από <<ιδιοτέλεια ή κακοβουλία>>, δεν μπορεί λοιπόν να εφαρμοσθεί σε δράστη που διαγιγνώσκεται με πυρομανία, γιατί ο πυρομανής, σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια, δεν προκαλεί φωτιές ωθούμενος από κάποιο από τα προαναφερόμενα ψυχολογικά κίνητρα, ενώ αντίθετα θα τύχει εφαρμογής η διάταξη αυτή στην περίπτωση που η έκταση που κάηκε από πυρομανή, όπως και από κάθε ψυχικά υγιή δράστη, είναι <<ιδιαίτερα μεγάλη>>.

  1. Το κίνητρο, ως κριτήριο για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής
  2. i) Εμπρησμός

Το κίνητρο του δράστη που με πρόθεση τέλεσε την πράξη του εμπρησμού με πρόθεση, παρόλο που δεν ανήκει στα υποκειμενικά στοιχεία της ποινικής υπόστασης του, έτσι ώστε να έχει επιρροή στο ύψος της επιβαλλόμενης ποινής, ως επιβαρυντική περίπτωση, όπως συμβαίνει στον εμπρησμό δάσους, ενδιαφέρει και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής, δεδομένου ότι παίζει ρόλο όχι τόσο στη βαρύτητα της πράξης, όσο στην εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορούμενου. Ειδικότερα για την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει το άρθρο 264 ΠΚ, το δικαστήριο, κατά την παρ. 1 του άρθρου 79 ΠΚ, λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εμπρηστή. Πιο αναλυτικά, για μεν την εκτίμηση της βαρύτητας του εμπρησμού, κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του: α) Τη βλάβη που προξένησε ο εμπρησμός ή ο κίνδυνος που προκάλεσε η πυρκαγιά, β) Τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εμπρησμού καθώς επίσης και όλες τις περιστάσεις, χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του και δ) Την ένταση του δόλου, αναφορικά δε με την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορούμενου για την πράξη του εμπρησμού, κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, το δικαστήριο σταθμίζει, μεταξύ άλλων, και τα αίτια που τον ώθησαν τον κατηγορούμενο στην τέλεση του εμπρησμού, δηλ. τα (ψυχολογικά ή άλλα) κίνητρα, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε.

Η μόνη περίπτωση που το κίνητρο του δράστη αξιολογείται ποινικά διαφορετικά και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη είναι η δια προκλήσεως εμπρησμού ασφαλιστική απάτη, με σκοπό (κίνητρο) φυσικά την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης (άρθρο 388 ΠΚ)37.

  1. ii) Εμπρησμός δάσους

Επίσης, το οποιοδήποτε (ψυχολογικό) κίνητρο του δράστη εγκλήματος εμπρησμού δάσους με πρόθεση, έστω κι αν αφορά την από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία πρόκληση πυρκαγιάς σε δάσος ή δασική έκταση, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, όπως ήδη προαναφέρθηκε και για το έγκλημα του εμπρησμού με πρόθεση, αλλά και για κάθε άλλο έγκλημα, για την δικαστική επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα για τη βαρύτητα της πράξης του κατηγορούμενου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ. Ειδικότερα για την εκτίμηση της βαρύτητας του εμπρησμού δάσους, κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του: α) Τη βλάβη που προξένησε ο εμπρησμός δάσους καθώς και ο κίνδυνος που προκλήθηκε στο φυσικό περιβάλλον, στο είδος και στο αντικείμενό του, αν και ο κίνδυνος δεν αποτελεί στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του, ως έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, β) Τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εμπρησμού δάσους καθώς επίσης και όλες τις περιστάσεις (χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου), που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του και δ) Την ένταση του δόλου του κατηγορούμενου, αναφορικά δε με την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορούμενου για την πράξη του εμπρησμού δάσους, κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας σταθμίζει, μεταξύ άλλων, όπως το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, το βαθμό της ανάπτυξής του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη κλπ και τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση του εμπρησμού δάσους, δηλ. τα (ψυχολογικά ή άλλα κίνητρα) την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε.

III. Η ποινική διάσταση της πυρομανίας

  1. Η πυρομανία

Η πυρομανία είναι μια ιατρική (ψυχιατρική) έννοια (αμφιλεγόμενη ή άκρως αμφισβητούμενη διάγνωση) με έννομες συνέπειες. Με τον όρο »πυρομανία», ορίζεται η σκόπιμη νοσηρή τάση και εμμονή (ψυχαναγκαστική – παρορμητική παραφροσύνη) του πάσχοντα ατόμου να βάζει φωτιές σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, χωρίς ορθολογικό (συνειδητό) κίνητρο ή χωρίς κίνητρο, για να μειωθεί ή εξαλειφθεί η ψυχική ένταση και στη συνέχεια να μειωθεί η συναισθηματική διέγερση, που νιώθει πριν την πράξη του, με σκοπό την ευχαρίστηση, ικανοποίηση ή ανακούφισή του. Ο ως άνω όρος προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και σημαίνει (= πυρ + μανία), δηλ. ασυγκράτητη (ακαταμάχητη) επιθυμία – μανία – πρόκλησης φωτιάς.

          Η πυρομανία, ως ψυχική (παθολογική) διαταραχή, γνωστή στην διεθνή ιατρική επιστήμη και την ψυχιατρική βιβλιογραφία, δεν αποτελεί πρόσφατη προσθήκη στις ψυχικές διαγνώσεις. Εισάγεται για πρώτη φορά το 1833, από το Γάλλο ψυχίατρο Henri Marc. Είναι μια σπάνια ψυχική ανεξέλεγκτη διαταραχή (ψυχιατρική πάθηση/ανωμαλία) ή άλλως <<ενστικτώδης παραφροσύνη ή ειδική μορφή μανίας>>, που συχνά είναι ασαφής ή δύσκολα κατανοητή στο να επεξηγηθεί, αφού δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί επιστημονικά σε παγκόσμιο επίπεδο επαρκώς τα αίτια στα οποία οφείλεται η εν λόγω ψυχαναγκαστική παρόρμηση. Συχνά συγχέεται με τον εμπρησμό που προκαλείται από δράστη ψυχικά υγιή για την ικανοποίηση κάποιου (ψυχολογικού) κινήτρου ή με τον ψυχικά ασθενή που από παθολογικά αίτια βάζει φωτιά κι αυτό είναι μοιραίο λάθος. Ο Kraepelin, χαρακτήρισε την πυρομανία, ως <<παρορμητική παραφροσύνη>>, ενώ ο Freud, την περιέγραψε, ως αποτέλεσμα της παρεκκλίνουσας ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης38, ενώ καθιέρωσε και την ασυνείδητη σεξουαλική σημασία της φωτιάς. Ειδικότερα έγραψε ότι η θερμότητα που εκλύει η φωτιά προκαλεί την ίδια αίσθηση με αυτήν που συνοδεύει τη σεξουαλική διέγερση, ενώ η μορφή και η κίνηση της φλόγας υποβάλλουν την εικόνα ενός φαλλού σε στύση. Η εκδοχή αυτή βρήκε κάποια επιβεβαίωση σε μελέτη που έγινε σε κρατούμενους για εμπρησμό σε φυλακές στις ΗΠΑ, που απέδειξε ότι το 60% περίπου αυτών επρόκειτο για άτομα με σοβαρές ψυχολογικές και κοινωνικές δυσκολίες στις σχέσεις τους με τις γυναίκες.

Η πυρομανία σήμερα, σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα, τόσο στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχιατρικών Διαταραχών της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας, (American Psychiatry Association, Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 5rd ed, Washington DC, American Psychiatric Press, 2013) όσο και με τα Διαγνωστικά Κριτήρια του Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Νοσημάτων – (DSM-IV-TR ή DSM-5)39, κατατάσσεται στην ευρύτερη διαγνωστική ομάδα των Διαταραχών Ελέγχου της Παρόρμησης (Impulse Control Disorders – ICD). Στην ως άνω ομάδα διαταραχών περιλαμβάνονται, εκτός της πυρομανίας, η κλεπτομανία, η παθολογική χαρτοπαιξία, η διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή καθώς και η καταναγκαστική διαταραχή σεξουαλικής συμπεριφοράς. Επίσης στη Διεθνή Στατιστική Κατάταξη των Ασθενειών και Συναφών Προβλημάτων Υγείας, όπως υιοθετούνται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας40 (WHO) και πιο συγκεκριμένα στην τελευταία έκδοση, έτους 2016 (ICD – 10 – CM), η πυρομανία περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο V, υπό τον τίτλο: <<Ψυχικές διαταραχές και διαταραχές συμπεριφοράς>> και πιο συγκεκριμένα στις υποκατηγορίες, με τους κωδικούς: F60 – F69: <<Διαταραχές της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς των ενηλίκων>> και ειδικότερα τον κωδικό: F63 – <<Διαταραχές συνηθειών και παρορμήσεων>> (Habit and Impulse Disorders), υπό τον ειδικό κωδικό: F63.1- »παθολογική ρύθμιση φωτιάς» (pyromania – pathological fire-setting). Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται κλινικές διαταραχές που το κύριο σύμπτωμα τους είναι η απώλεια (αδυναμία) ελέγχου μιας συγκεκριμένης παρόρμησης.

Την ίδια ως άνω θέση για το χαρακτηρισμό της πυρομανίας ακολουθεί και η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων στις ΗΠΑ41. Ειδικότερα, η πυρομανία αποτελεί σπάνια και σοβαρή (παθολογική) διαταραχή συμπεριφοράς του ατόμου και πιο συγκεκριμένα διαταραχή ελέγχου της παρόρμησης (ICD) και ως τέτοια διαταραχή, νοείται η αδυναμία του ατόμου ν΄ αντισταθεί στην εσωτερική ώθηση του εαυτού του (παρόρμηση) να βάζει φωτιές. Η ώθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, ώστε υπερνικά τα αίτια που θα οδηγούσαν σε ανάλογες περιπτώσεις κάθε λογικό άτομο στο να μην προκαλεί φωτιές. Το κλινικό σύμπτωμα του ψυχαναγκασμού αποτελεί το σημαντικότερο ψυχοπαθολογικό χαρακτηριστικό της πυρομανίας. Υπάρχει, δηλ. έντονη η παρουσία των κλινικών στοιχείων του ψυχαναγκασμού, ήτοι η παρόρμηση, η οποία εξωθεί το άτομο να βάζει φωτιές, αλλά και του ψυχαναγκασμού, ο οποίος συντηρεί τη συνέχιση αυτής της παθολογικής συμπεριφοράς. Αποτελεί λοιπόν σοβαρή ψυχική διαταραχή42 και το πάσχων άτομο, – ο πυρομανής – ως ψυχοπαθολογική (ψυχικά διαταραγμένη) προσωπικότητα, το οποίο με τη νοσηρή και ακαταμάχητη τάση ή εμμονή να βάζει σκόπιμα και επανειλημμένα φωτιές (παραφροσύνη σε εμπρησμό), από τις οποίες προξενούνται πολλές φορές επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο και για το φυσικό περιβάλλον συνέπειες, πρέπει να έχει την ανάλογη του βαθμού της παρορμητικότητάς του (διαταραχής της συμπεριφοράς του) ποινική μεταχείριση, όπως αυτή διαγιγνώσκεται κάθε φορά και πάντα με τη διενέργεια σχετικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης.

          Η παρορμητικότητα, η οποία βαθμολογείται με κλίμακα, αποτελεί σύμπτωμα σε διάφορες ψυχικές διαταραχές, όπως διαταραχές προσωπικότητας, συναισθηματικές διαταραχές κ.α., όμως ο ρόλος της στην ψυχική νοσηρότητα και η σχέση της με βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, δεν έχουν αποσαφηνισθεί από σχετικές επιστημονικές μελέτες. Με τον όρο »παρόρμηση», νοείται η διαταραχή της βούλησης, <<ήτις εκδηλούται ως ακαταμάχητος τάσις προς επιτέλεσιν ανωμάλων πράξεων, συνήθως επιβλαβών και ενίοτε εγκληματικών, συνεπεία διασπάσεως της δυνάμεως χαλιναγωγήσεως των νοσηρών τάσεων, ταύτης παρατηρουμένης εις άτομα κληρονομικώς βεβαρυμένα με ικανήν δόσιν εκφυλισμού>>43. Εξάλλου έχουν προταθεί από την επιστήμη διάφοροι ορισμοί της παρορμητικότητας, όπως συμπεριφορά χωρίς επαρκή σκέψη ή τάση να δρα κάποιος με λιγότερη πρόνοια των συνεπειών από ότι άλλα άτομα με ανάλογες ικανότητες και γνώσεις, ενώ κατά τον Barratt, η παρορμητικότητα είναι μέρος της συμπεριφοράς και προδιάθεση για γρήγορη μη σχεδιασμένη αντίδραση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, τόσο για τον ίδιο όσο και γι΄ άλλους.

Τα διαγνωστικά κριτήρια της πυρομανίας, σύμφωνα με το DSM-IV-TR44,   είναι τα εξής:

Α) Σκόπιμος και με πρόθεση πρόκληση φωτιάς (αστικής ή δασικής), σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, χωρίς εμφανές κίνητρο.

Β) Ένταση (ψυχική) ή έξαψη (συναισθηματική διέγερση) πριν την πράξη του εμπρησμού.

Γ)  Ενθουσιασμός, ενδιαφέρον, περιέργεια ή έλξη (γοητεία) για την πυρκαγιά και τις επί μέρους περιστάσεις και δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτήν, πχ πυροσβεστικό εξοπλισμό, χρήσεις, συνέπειες.

Δ) Έντονη ψυχική ηρεμία, ικανοποίηση, ευχαρίστηση ή ανακούφιση κατά την τέλεση ή μετά την πράξη του εμπρησμού, όταν παρευρίσκεται και παρακολουθεί την εξέλιξη της πυρκαγιάς ή συμμετέχει στα επακόλουθα αυτής ή σε ότι έχει σχέση με αυτήν και την αντιμετώπισή της, πχ πυροσβεστικά οχήματα ή εναέρια μέσα, κινητοποίηση πυροσβεστικών δυνάμεων. Οι ως άνω ψυχικές διαθέσεις προκαλούν μια ανακούφιση ή αποφόρτιση (απελευθέρωση) μετά την πράξη του εμπρησμού από το στρες ή άγχος, που ένιωθε πριν από την πράξη.

Ε) Η πράξη του εμπρησμού δεν πρέπει να προκαλείται για κάποιο από τα ψυχολογικά κίνητρα που περιγράφονται σε προηγούμενη παράγραφο, όπως για κάποιο κέρδος, οικονομικό ή άλλο όφελος, ως έκφραση κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας, ως πράξη για απόκρυψη άλλου εγκλήματος, ως έκφραση οργής ή εκδίκησης, ή ως απάντηση σε ψευδαισθήσεις ή ως αποτέλεσμα εξασθενημένης κρίσης πχ άνοια, διανοητική καθυστέρηση ή δηλητηρίαση από ουσίες κλπ.

Στ) Η πράξη του εμπρησμού δεν πρέπει να οφείλεται σε διαταραχή συμπεριφοράς (διαγωγής), σε μανιακό επεισόδιο ή σε αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας.

Τα ανωτέρω κλινικά διαγνωστικά κριτήρια, που εφαρμόζονται μόνον σε ενήλικες, πρέπει να συντρέχουν σωρρευτικά για να μπορούμε να μιλάμε, ότι αποτελούν κριτήρια πυρομανίας σε συγκεκριμένο (ενήλικο) δράστη εμπρησμού, για τη διάγνωση της οποίας βέβαια απαιτείται πάντοτε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Αν και η ακριβής αιτία της πυρομανίας είναι μέχρι σήμερα άγνωστη, ορισμένοι ψυχολογικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν προσδιορισθεί και φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και εξέλιξή της, όπως εμπειρίες του παρελθόντος, σεξουαλική ή / και σωματική κακοποίηση και / ή γονική παραμέληση ή εγκατάλειψη, ενώ μπορεί να εμφανισθεί περισσότερο σε άτομα με χαμηλότερες κοινωνικές δεξιότητες (ικανότητες) και μαθησιακές δυσκολίες καθώς και σε άτομα που διακρίνονται για έλλειψη αισθήματος κοινωνικής ευθύνης και γι΄ αυτά που αισθάνονται κοινωνική απομόνωση ή ακόμη διακρίνονται για αισθήματα ανεπάρκειας ή που εμφανίζουν διαπροσωπικές συγκρούσεις. Συνήθως η πυρομανία, όπως και οι υπόλοιπες διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων, πχ κλεπτομανία, σχετίζονται τόσο μεταξύ τους, όσο και με άλλες διαταραχές της διάθεσης, τις αγχώδεις διαταραχές και τις συνδεόμενες με ουσίες διαταραχές, όπως αλκοολισμό, τοξικομανία. Σχετίζεται δηλαδή με υψηλό ποσοστό ψυχιατρικής συνοσηρότητας, αφού ο ένας στους δύο πυρομανείς πάσχει και από άλλη διαταραχή. Στις κυριότερες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις συνοσηρότητας της πυρομανίας συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά οι εξής: α) η ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή, β) η σεξουαλική δυσλειτουργία, γ) οι αγχώδεις διαταραχές, δ) οι διαταραχές της διάθεσης, ε) οι διαταραχές συνδεόμενες με ουσίες, πχ αλκοολισμό, τοξικομανία, στ) την ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου κ.α. Ειδικότερα με τη σεξουαλική δυσλειτουργία έχει παρατηρηθεί από σχετικές μελέτες η ανικανότητα του πυρομανή να ζήσει μια υγιή σεξουαλική ζωή καθώς και να έχει υγιείς συναισθηματικές σχέσεις45. Σύμφωνα με τις μελέτες αυτές, ο πυρομανής τείνει να αποφύγει τη συνουσία, είτε γιατί δεν μπορεί, είτε για ν΄ αποφύγει την αντιπαράθεση με τη σεξουαλική και ψυχολογική του ανικανότητα και με τον τρόπο αυτό του δημιουργήσει μια αίσθηση απογοήτευσης, η οποία ακολούθως του συσσωρεύσει επιθυμία (ένταση) και τον οδηγήσει να βάλει φωτιές. Τη σεξουαλική δυναμική που έχει η πυρομανία στον πάσχοντα δράστη και τα σεξουαλικά κίνητρα των πυρομανών σε πολλά περιστατικά πυρκαγιών, αν και έχουν αμφισβητηθεί από πολλούς ψυχιάτρους, επιβεβαιώνονται και από το συντάκτη της παρούσας μελέτες από την βιωματική εμπειρία του, ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού / ΠΣ.

Η ακριβής επίπτωση της πυρομανίας ή άλλως η συχνότητα εμφάνισής της υπολογίζεται, σύμφωνα με σχετικές μελέτες στις ΗΠΑ, όπως πχ αυτή που προέρχεται από σχετικές μελέτες, όπως για παράδειγμα μελέτη σχετικά με την Εθνική Επιδημιολογική Έρευνα για το Αλκοόλ και συναφείς όρους (NESARC)46, για τα έτη 2001 – 2002, σε ποσοστό 1,14% περίπου στο γενικό πληθυσμό, ενώ η πραγματική συχνότητα εμφάνισης θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη. Μπορεί να εμφανισθεί από την παιδική ηλικία και διανύοντας περιόδους ύφεσης και έξαρσης να συνεχισθεί μέχρι και την ενηλικίωση. Δυστυχώς δεν έχει ακόμη καθορισθεί επακριβώς ένα συγκεκριμένο νευροανατομικό και ψυχοβιολογικό υπόστρωμα, το οποίο να προσδιορίζει και αποσαφηνίζει με επιστημονική επάρκεια την αιτιοπαθογένεια της πυρομανίας. Ωστόσο συνδέεται σημαντικά με ένα ευρύ φάσμα αντικοινωνικών συμπεριφορών, όπως για παράδειγμα εντοπίσθηκε, από σχετικές μελέτες, συσχέτιση μεταξύ διαταραχής χρήσης αλκοόλ, διαταραχή συμπεριφοράς, αντικοινωνικές και ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές προσωπικότητας και οικογενειακό ιστορικό αντικοινωνικής συμπεριφοράς, χωρίς να αποκλείονται και φαινόμενα σεξουαλικών δυσλειτουργιών. Η πυρομανία συναντάται πολύ συχνότερα σε άνδρες παρά σε γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα το 90% των ατόμων που διαγνώστηκαν με πυρομανία ανήκουν στον αντρικό πληθυσμό. Επειδή η εν λόγω ψυχική διαταραχή εμφανίζεται συνήθως κατά την εφηβεία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή, χωρίς να αποκλείονται σημάδια εμφάνισης και από την παιδική ηλικία. Βέβαια τα παιδιά και οι έφηβοι σπάνια εμφανίζουν χαρακτηριστικά συμπεριφοράς πυρομανή και η θέση φωτιάς από αυτά συνδέεται πιο συχνά με διαταραχές συμπεριφοράς, όπως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερικινητικότητας.  Στην περίπτωση αυτή και επειδή τα παιδιά μπορεί να είναι εν δυνάμει αυριανοί ενήλικοι εμπρηστές, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή να διαγνωσθεί η διαταραχή από ειδικούς επιστήμονες έγκαιρα για να θεραπευθεί. Η σχέση μεταξύ του εμπρησμού στην παιδική ηλικία και της πυρομανίας στην ενηλικίωση δεν έχει καταγραφεί. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεμελιωθεί η συνηθισμένη ηλικία εμφάνισης της πυρομανίας.

          Η πυρομανία επιδέχεται θεραπεία, αφού είναι μια θεραπεύσιμη διαταραχή, εάν βέβαια η θεραπεία της αρχίσει νωρίς και εφόσον δημιουργηθεί ένα ασφαλές (οικογενειακό) περιβάλλον, που αν δεν αντιμετωπισθεί άμεσα και από τα πρώτα στάδια της εμφάνισής της, (ήδη σχετίζεται σε πολλές περιπτώσεις με την παιδική ηλικία) και ο πάσχων δεν λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία, γίνεται χρόνια και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια. Η θεραπεία συνίσταται, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, σε μια συνδυαζόμενη φαρμακευτική αγωγή, με τη χρήση ψυχοφαρμάκων (αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, σταθεροποιητές διάθεσης) και ψυχοθεραπεία και ειδικότερα με τη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία.

  1. Το ψυχο-εγκληματολογικό προφίλ του πυρομανή

Ιδιαίτερη και αρκετά ενδιαφέρουσα, τόσο από ψυχολογική και εγκληματολογική, όσο και από ποινική άποψη, τυπολογία ψυχικά διαταραγμένων εμπρηστών αποτελεί ο πυρομανής, ο οποίος, από άποψη πνευματικής (ψυχικής) υγείας, ανήκει στην κατηγορία των κοινωνικοπαθητικών ή ψυχοπαθητικών ή ψυχανώμαλων εμπρηστών47. Ο πυρομανής δεν έχει πρόθεση να διαπράξει έγκλημα εμπρησμού, αν και τελικά αυτό είναι το αποτέλεσμα της νοσηρής συμπεριφοράς του.  Λειτουργεί υπό το κράτος της ψυχαναγκαστικής (ακαταμάχητης) παρόρμησής του να βάζει φωτιές, μια και η πυρομανία είναι μια διαταραχή ψυχικής υγείας και ειδικότερα μια ψυχική εξάρτηση με ψυχοβιολογική δυσλειτουργία, ενώ δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εθιστική συμπεριφορά. Ο εμπρησμός, που ως πράξη ευκαιριακής παραφροσύνης προκαλείται από πυρομανή, δηλ. ο »παθολογικός εμπρησμός» ή άλλως ο »εμπρησμός παραφροσύνης», δεν τελείται για κανένα από τα προαναφερόμενα ψυχολογικά κίνητρα, όπως πχ ιδιοτελή σκοπό, οικονομικό όφελος, κέρδος, ή για να αποκρύψει κάποιο άλλο έγκλημα, ή ως έκφραση κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας, ή ως πράξη εκδίκησης, θυμού ή άλλου συναισθήματος ή ως αποτέλεσμα παραίσθησης ή ψευδαίσθησης, αλλά από το νοσηρό κίνητρο της γοητείας, ικανοποίησης, ευχαρίστησης και ανακούφισης με ότι έχει σχέση με την πυρκαγιά. Ο πυρομανής από παραφροσύνη και εξ αιτίας μιας ακαταμάχητης (ψυχαναγκαστικής) παρόρμησης, βάζει σκόπιμα και επανειλημμένα φωτιές, γιατί διακατέχεται πριν την πράξη του από μια ιδιάζουσα ψυχική υπερένταση ή και συναισθηματική υπερδιέγερση ή δυσφορία, που έχει ως περιεχόμενο το αίσθημα της δυσθυμίας, κοινωνικής απογοήτευσης ή συσσωρευμένη επιθετικότητα και ένταση από στρες, ανία και άγχος, τα οποία αποβάλλονται (απελευθερώνονται) με τις ως άνω πράξεις του και ειδικότερα από τη θέα των προϊόντων και συνεπειών από αυτές, όπως πχ τις φλόγες, τα πυροσβεστικά οχήματα και εναέρια μέσα. Η έντονη συναισθηματική διέγερση και ψυχική ένταση και πίεση και η μεγάλη ψυχική και σωματική δυσφορία που αισθάνεται πριν βάλει φωτιές, μετατρέπεται σε ένα άμεσο και βαθύ αίσθημα ανακούφισης, ικανοποίησης, ευχαρίστησης και χαλάρωσης μετέπειτα. Μάλιστα ο ενθουσιασμός, η ευχαρίστηση, η χαρά και η ικανοποίηση είναι πολλές φορές αισθήματα κατά τρόπο έκδηλο και εμφανώς και εξ αιτίας της αυξημένης αδρεναλίνης αποτυπωμένα ανάγλυφα στο πρόσωπό του, όπως πχ ερυθρότητα του προσώπου, γεγονός που συχνά, ως ενδείξεις ατόμου πάσχοντα από πυρομανία, αποκαλύπτουν το δράστη στις διωκτικές αρχές. Αυτή η ιδιότυπη και νοσηρή έλξη και γοητεία του, που απεικονίζεται έντονα στο πρόσωπό του με ευχαρίστηση, ικανοποίηση, χαρά και ανακούφιση και τα άλλα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του, τις περισσότερες φορές δημιουργούν στις ανακριτικές αρχές υποψίες κι έτσι πολύ εύκολα τον καθιστούν ύποπτο και συλλαμβάνεται. Βάζει φωτιές κυριευμένος από το νοσηρό ψυχικό πάθος του και εξουσιαζόμενος απ΄ αυτό συνήθως απρόβλεπτα και αδιακρίτως σε οποιαδήποτε καύσιμη ύλη ή αντικείμενο, πχ κάδους απορριμμάτων, μεταφορικά μέσα, δασικές εκτάσεις κλπ, τα οποία του είναι πρόσφορα κατά τη στιγμή εμφάνισης της ψυχαναγκαστικής (νοσηρής) και ανεξέλεγκτης παρόρμησής του, ενώ δεν αποκλείεται και να προετοιμαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την πράξη του εμπρησμού. Έτσι βάζει φωτιές σε οποιοδήποτε (αστικό ή δασικό) περιβάλλον, συνήθως όμως σε δασικό περιβάλλον, όπου τα αποτελέσματα της πράξης του είναι εξ αποστάσεως ορατά και πιο έντονα κι έτσι ηδονίζεται και ικανοποιείται περισσότερο συγκριτικά με μια αστική φωτιά. Το άτομο που πάσχει από πυρομανία είναι συνήθως αγχώδες, με αισθήματα ανεπάρκειας, ανήσυχο, υπερκινητικό και πολύ ταραγμένο πριν την πράξη του εμπρησμού, με χαρακτήρα ευερέθιστου, βίαιου, επιθετικού και παρορμητικού τύπου, έχοντας συνολική έλλειψη ορθής κρίσης και διακρινόμενο για τις διαπροσωπικές συγκρούσεις. Είναι πιθανόν μετά την πράξη του εμπρησμού να του προκαλέσει δυσφορία, ντροπή και δυσλειτουργία. Από σχετική μελέτη, έχει αποδειχθεί ότι η νοημοσύνη μπορεί να παίζει ρόλο στην εγκληματο-παθολογική συμπεριφορά του πυρομανή, αφού το 70% περίπου του δείγματος που εξετάσθηκε βρέθηκε να έχει εύρος νοημοσύνης κάτω από το κανονικό48 και ως εκ τούτου διακρίνεται για διανοητική ανεπάρκεια.

Στη «φυσιολογική» ζωή του, ο πυρομανής επιδεικνύει υπέρμετρο ενδιαφέρον και είναι παθιασμένος με οτιδήποτε έχει σχέση με τις πυρκαγιές και τις συνέπειες αυτών. Έκδηλο και ιδιαίτερο είναι το ενδιαφέρον του πυρομανή για εθελοντική (εθελούσια) προσφορά για τις πυρκαγιές, ενώ πολλές φορές προθυμοποιείται και προστρέχει πρώτος για την κατάσβεσή της, ενεργώντας ως εθελοντής πυροσβέστης/δασοπυροσβέστης, όπως ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ή ενδεχόμενα δραστηριοποιείται ενεργά ακόμη και στους εθελοντές δασοπυροσβέστες του δήμου όπου διαμένει, δηλ υπάρχει μια ιδιότυπη και νοσηρή σχέση πυρομανίας και εθελοντισμού. Συχνά προκαλεί φωτιές για να συνεργασθεί μαζί με τους πυροσβέστες ή ακόμη και να γίνει πυροσβέστης, πχ εθελοντής ή με σύμβαση. Ενδεχομένως η ιδιότητα του πυροσβέστη, με οποιαδήποτε σχέση, πέραν ότι του προκαλεί γοητεία, ενθουσιασμό, ευχαρίστηση και ικανοποίηση, γιατί βρίσκεται κοντά και απολαμβάνει, ότι τον ικανοποιεί και ευχαριστεί και για το λόγο αυτό πολλές φορές επιχειρεί να παρεισφρήσει στο εθελοντικό κίνημα των πυροσβεστών/δασοπυροσβεστών, που αυτό περαιτέρω τον οπλίζει και με ένα σοβαρό <<άλλοθι>> για την πράξη του. Συχνά επισκέπτεται Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της περιοχής όπου διαμένει, γιατί έλκεται και γοητεύεται ακόμη και από τον πυροσβεστικό εξοπλισμό και μέσα και γενικά οτιδήποτε έχει σχέση με τις πυρκαγιές, ενώ επιδεικνύει μεγάλο ενδιαφέρον να επικοινωνεί με τους πυροσβέστες για τις πυρκαγιές, τις αιτίες και τον τρόπο και μέσα πρόσκλησής τους, προκειμένου να παίρνει ιδέες για ίδια δράση. Επίσης ικανοποιείται να βλέπει στην τηλεόραση ή να ακούει στο ραδιόφωνο σχετικές με πυρκαγιές ειδήσεις. Προκαλεί μέσα στην ίδια ημέρα και σε περιοχή που βρίσκεται συνήθως σε μικρή απόσταση από το τόπο διαμονής του, δεδομένου ότι την γνωρίζει και νιώθει ασφάλεια, είτε περισσότερες από μία φωτιές μικρής έκτασης σε διάφορα σημεία ή ακόμη και μια πυρκαγιά μεγάλης έκτασης. Συχνά αναγγέλλει στην Πυροσβεστική Υπηρεσία τις φωτιές που ο ίδιος προκαλεί, ενώ πολλές φορές προχωρεί και σε ψευδή αναγγελία αυτών, προκειμένου να θέσει σε κινητοποίηση τον πυροσβεστικό / ή δασοπυροσβεστικό μηχανισμό για να αισθανθεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Παραμένει συνήθως στον τόπο του συμβάντος για να παρατηρεί την πυρκαγιά και γενικά την κινητοποίηση του πυροσβεστικού / δασοπυροσβεστικού μηχανισμού ή, αν αποχωρήσει μετά την πράξη του, που σπανίως συμβαίνει, σίγουρα θα επανέλθει στον τόπο του εγκλήματος (σκηνή πυρκαγιάς) αργότερα, για να αντικρίσει και γοητευθεί από τα αποτελέσματα της πράξης του και των επακόλουθων αυτής, αδιαφορώντας ή μη σκεπτόμενος για τις δυσμενείς έννομες συνέπειες της πράξης του, που πολλές φορές θέτουν σε κίνδυνο τη δική του ζωή ή και τρίτων προσώπων, αφού δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη παράγοντες που ευνοούν την εξάπλωσή της, όπως μετεωρολογικούς και άλλους παράγοντες. Η παραμονή του λοιπόν στον τόπο του εγκλήματος (σκηνή της πυρκαγιάς) αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και εμπειρικά διαπιστώσιμα διαγνωστικά κριτήρια συμπεριφοράς δράστη πάσχοντα από πυρομανία. Αυτή η χαρακτηριστική του συμπεριφορά τον καθιστά ως την πιο εύκολη περίπτωση εντοπισμού και σύλληψης δράστη εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, δεδομένου ότι ομολογεί εύκολα την εγκληματική πράξη του. Μάλιστα δε σε ορισμένες περιπτώσεις ομολογεί και φωτιές που δεν είναι »δικές» του, τις οποίες προστρέχει να παρακολουθήσει από κοντά, όταν εκδηλώνονται στην περιοχή που τύχει να βρεθεί. Είναι συνεργάσιμος κατά την ανάκριση και ομολογεί εύκολα την πράξη του. Η πρόκληση πυρκαγιάς όμως από άλλο άτομο του προκαλεί μεν ενθουσιασμό, δεν αποκλείεται όμως να του προκαλέσει και αισθήματα ανταγωνισμού. Αυτό όμως είναι το επικίνδυνο, γιατί, αν δράσει ανταγωνιστικά, του αυξάνει την επιθυμία να προκαλέσει μεγαλύτερη πυρκαγιά από αυτήν που προκάλεσε ο ανταγωνιστής δράστης. Ως μοναχικός τύπος που είναι στην κοινωνική ζωή δρα πάντοτε μόνος του, χωρίς συνεργάτες (συμμέτοχους) χρησιμοποιώντας στερεότυπου τύπου στρατηγικές, συνήθως τις ίδιες τακτικές δράσης, τους ίδιους τρόπους και μέσα ανάφλεξης, όπως πχ αναπτήρα, και τις περισσότερες φορές τον προδίδει στις αρχές το modus  operandi. Δεν επιδιώκει, κατ΄ αρχήν, με τη φωτιά που βάζει το θάνατο ανθρώπων ή μεγάλες καταστροφές, όμως κατά το χρόνο της πράξης του δεν εξετάζει τυχόν ευνοϊκές για την εξάπλωσή τους ευνοϊκές καιρικές και άλλες συνθήκες. Έτσι δεν μπορεί να ελέγξει και τις συνέπειες της πυρκαγιάς που ο ίδιος προκάλεσε με καταστροφικές πολλές φορές συνέπειες ακόμη δε και με θανατηφόρα αποτελέσματα, ενώ δεν αισθάνεται τύψεις από τα οποιαδήποτε καταστροφικά ή και θανατηφόρα αποτελέσματα της πράξης του. Οι πυρκαγιές από πυρομανέις στην Ελλάδα, σύμφωνα με σχετική μελέτη, έχει παρατηρηθεί ότι ευθύνονται για το 1% περίπου των καμένων εκτάσεων, ενώ είναι ιδιαίτερα δριμείες και έχουν μέση ένταση 2.110 στρέμματα καμένης έκτασης / ανά περιστατικό πυρκαγιάς49. Δεν γνωρίζει, ότι η συμπεριφορά του αυτή είναι επικίνδυνη για τους κινδυνεύοντες από την πυρκαγιά που προκαλεί ή τουλάχιστον αδιαφορεί για τους κινδύνους από αυτήν. Μάλιστα η ηδονή που βιώνει είναι συνάρτηση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της πράξης του. Μπορεί να αδιαφορεί για τις συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές ή περιουσίες που ενδεχομένως προξενηθούν από τις φωτιές που βάζει ή ακόμη μπορεί και ν΄ αντλεί ικανοποίηση και από την επικείμενη καταστροφή περιουσίας, όμως δεν αποκλείεται να συμβεί καταστροφή – κι αυτό δεν το υπολογίζει – ακόμη και στη η δική του ιδιοκτησία50. Αισθάνεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ενθουσιασμό, ενδιαφέρον, περιέργεια, έλξη (γοητεία) για τη φωτιά που ο ίδιος ή και τρίτοι προκαλούν, γοητεύεται από τα προϊόντα της και τις επί μέρους περιστάσεις, πχ σύνεργα, χρήσεις, συνέπειες και οτιδήποτε έχει σχέση με την καταστολή της, χωρίς να αποκλείονται εκτός των ανωτέρω να υπάρχουν και περιπτώσεις με φαινόμενα σεξουαλικής διέγερσης ή ικανοποίησης σεξουαλικών ορμών από τη φωτιά ή σεξουαλικής διαστροφής51. Ωστόσο, αποκλείεται να υπάρχει δράση ατόμου πάσχοντα από πυρομανία, αν ο εμπρησμός είναι αποτέλεσμα κάποιας διαταραχής διαγωγής, μανιακού επεισοδίου, ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς καθώς κι αν υπάρχουν κίνητρα από διάφορα συναισθήματα πχ θυμό και μίσος52. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως σημείωσε και ο R. Haller, ο πυρομανής δεν ικανοποιείται απλά να βάζει φωτιές, αλλά αισθάνεται ισχυρός, ενώ οι άλλοι αδύναμοι κι έτσι ξεπερνά σύνδρομα κατωτερότητας και αποκτά εξουσία53. Κλινικά διαγνωστικά κριτήρια του πυρομανή αποτελούν η κατάθλιψη, η σύγκρουση στις διαπροσωπικές σχέσεις, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η μικρή ικανότητα να αντιμετωπίσει και διαχειρισθεί το άγχος κ.α.

  1. Η ποινική διάσταση της πυρομανίας

3α. Εισαγωγή

Ο τυπικός ορισμός του εγκλήματος (άρθρο 14 ΠΚ) γίνεται σήμερα ευρέως δεκτό, ότι παραπέμπει σ΄ ένα τρίπτυχο δόμησης του εγκλήματος, που περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: α) πράξη, β) άδικο, γ) καταλογισμός. Ο πυρομανής είναι μια ψυχοπαθητική προσωπικότητα με ψυχαναγκαστική συμπεριφορά. Η ψυχοπάθεια ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με την ψυχασθένεια. Στο σημείο αυτό όμως ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα:

α) Υπάρχει πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 14 ΠΚ, από την ανεξέλεγκτη παρορμητική συμπεριφορά (θετική ενέργεια) του πυρομανή να προκαλεί φωτιές με δεδομένη την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά του, δηλ την αδυναμία ελέγχου αυτής της παρόρμησής του; και

β) Είναι καταλογιστή η συγκεκριμένη πράξη του, δηλ. ο πυρομανής είναι άτομο ικανό (ή μειωμένης ικανότητας) προς καταλογισμό της ενοχής του για την πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους;

 3β. Η ενέργεια του πυρομανή στα όρια της πράξης

Για να αποφανθούμε, αν υπάρχει πράξη, δεν αρκεί μόνον να διαπιστώσουμε συγκεκριμένη σωματική κίνηση του δράστη, αλλά πρέπει να ανατρέξουμε στο νόημα της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του. Ερευνούμε δηλαδή, αν υπάρχει καταρχήν άδικη πράξη, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού και αν δεν υπάρχει τέτοιος λόγος, αποφαινόμαστε ότι ναι υπάρχει και τελικά άδικη και καταλογιστή πράξη. Η έννοια όμως της πράξης ενός πυρομανή αποτελεί το αρχικό σημείο αναφοράς τόσο για την πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, όσο και για την κρίση περί αδίκου και καταλογισμού. Στην περίπτωση συμπεριφοράς πυρομανή κατά την τέλεση της πράξης του εμπρησμού, έχουμε σωματική κίνηση, δηλ. εξωτερίκευση, η οποία έχει το χαρακτήρα της ανθρώπινης ενέργειας, αφού μόνον οι κινήσεις του ανθρώπινου σώματος συνδέονται με τον ανθρώπινο ψυχισμό. Υπάρχει όμως το στοιχείο της κυριαρχίας του πάνω στο ανθρώπινο σώμα, έτσι ώστε να γίνεται λόγος για <<εξωτερίκευση του ψυχικού κόσμου του δράστη>>54;  Και τούτο, γιατί, μόνον όταν ο άνθρωπος κυριαρχεί οπωσδήποτε του σώματός του, είναι βέβαιη <<η συμμετοχή της ψυχής (συνείδησης) του στα τεκταινόμενα>>55.

Η ψυχική διάθεση ατόμου πάσχοντος από πυρομανία βρίσκεται σε διακύμανση και συναρτάται από την εκάστοτε συναισθηματική ή ψυχολογική φόρτιση (υπερδιέγερση) του. Στο αποκορύφωμά της δε φτάνει και ως εκ τούτου είναι πρόσφορη η συμπεριφορά του στο να θέσει φωτιές, όταν πυροδοτηθεί η ψυχοσύνθεσή του από την κατάλληλη συναισθηματική ή ψυχολογική »σπίθα», που αποτελεί και την αφορμή για να λειτουργήσει η ψυχαναγκαστική παρορμητική (εγκληματική) εμπρηστική συμπεριφορά του. Αυτό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή και από οποιαδήποτε αιτία, πχ από ένα τυχαίο γεγονός ή μια κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης ή διαπροσωπικής σύγκρουσής του ή από στρεσσογόνους παράγοντες, πχ μεγάλες απώλειες, που θα του προκαλέσουν ψυχική ένταση, και συναισθηματική υπερδιέγερση, λχ άγχος, στρες. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, δηλ. της λήψης απόφασης να βάλει φωτιά και ειδικότερα κατά τη στιγμή της τέλεσης της πράξης, τίθεται το ερώτημα, τι φταίει και η σκέψη του, υπό την έννοια της στάθμισης των αιτίων που κινούν ή αυτών που απωθούν (συγκρατούν), όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν λειτουργεί, όπως ακριβώς αναμένονταν σε ανάλογη περίπτωση, να δράσει ένα άτομο ψυχικά υγιές; Για να απαντηθεί αυτό τίθεται προηγουμένως το ερώτημα, αν μπορούσε η αδυναμία ελέγχου της παρόρμησης του <<να δαμασθεί με την ηθική δύναμη της θέλησης>>56 του πυρομανή. Και τούτο, γιατί η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα μιας ψυχικής διαδικασίας επιλογής ανάμεσα σε περισσότερες και συγκρουόμενες ψυχικές παρορμήσεις διαφορετικής κατεύθυνσης και έντασης. Στη διαδικασία αυτή της επιλογής, η ανθρώπινη σκέψη συμμετέχει ενεργά, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται η βούληση. Συνεπώς ο άνθρωπος έχει την ικανότητα του <<ελλόγου καθορισμού>> της βούλησης του, μέσα στα πλαίσια των διανοητικών δυνατοτήτων του. Για την έννοια της »πράξης» σημασία έχει το ότι η συμπεριφορά του δράστη πυρομανή υπήρξε αποτέλεσμα της βούλησής του. Βέβαια το πιο ήταν το περιεχόμενο της βούλησής του ανάγεται στο θέμα του καταλογισμού της πράξης στο δράστη57. Κατά την τέλεση της παρορμητικής πράξης του εμπρησμού επέρχεται ελαφρά θόλωση της συνείδησης του ατόμου με πυρομανία, η βούλησή του κλονίζεται και η νόησή του χάνει τον επ΄ αυτής έλεγχο (διανοητική ανεπάρκεια), με συνέπεια η ως άνω παρορμητική πράξη ν΄ αποβαίνει εγκληματική58. Με δεδομένο λοιπόν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στοιχείο του ατόμου με πυρομανία, που είναι η αδυναμία του ν΄ αντισταθεί (με δικές του δυνάμεις) στην εσωτερική ώθηση του εαυτού του (παρόρμηση) για πρόκληση πυρκαγιάς, δηλ. διακατέχεται από μια αδύναμη ψυχική δύναμη και δεν έχει τον πνευματικό έλεγχο του πάθους του, έτσι ώστε να ενεργήσει με ελεύθερη και ευσυνείδητη βούληση, ανακύπτει μείζον ζήτημα, αν δηλ. η εκάστοτε ενέργεια ατόμου πάσχοντα από πυρομανία να βάλει φωτιές αποτελεί »πράξη», δηλ. <<κυρίαρχη και εκούσια>> συμπεριφορά59, ως δομικό εννοιολογικό στοιχείο του εγκλήματος. Τούτο σημαίνει, ότι η παρορμητική συμπεριφορά του πυρομανή να βάζει φωτιές και η αδυναμία ελέγχου της παρόρμησης αυτής, εξαιτίας της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής του, θεωρώ ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως »πράξη», κατά τη διάταξη του άρθρου 14 ΠΚ, αφού εμπίπτει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες <<συντρέχει αιτία αποκλείουσα το συνειδητόν της σωματικής κινήσεως>>60. Μπορεί βέβαια, σύμφωνα με τον καθηγητή Γιαννίδη, οι παρορμητικές συμπεριφορές ν’ αποτελούν πράξεις ποινικά ενδιαφέρουσες, ως έκφραση του ψυχικού κόσμου του δράστη61, όμως στην περίπτωση του πυρομανή, δεν πρόκειται μόνον για απλή παρορμητική (εθιστική) συμπεριφορά, αλλά υφίσταται μια πιο ισχυρή ψυχική αδυναμία αυτού να ελέγξει, χαλιναγωγήσει (δαμάσει) και αποφύγει με τις δικές του δυνάμεις την παρόρμηση του αυτή, δηλ. το να βάζει φωτιές, αφού από την ενέργεια αυτή απουσιάζει το »εκούσιο» της συμπεριφοράς του62. Εξάλλου, ο καθηγητής Ανδρουλάκης, για τις παρορμητικές πράξεις, όπως πχ αυτή του πυρομανή, εκφράζει μια διαφορετική άποψη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη δική του άποψη, επί των παρορμητικών πράξεων δεν υπάρχει απλή ανάκληση του σώματος, ερήμην του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά ιδιόρρυθμη ψυχική αντίδραση, υπό την εξής έννοια: <<Κάποια ψυχική παρόρμηση καθίσταται ενεργή με τέτοια ταχύτητα και σφοδρότητα, ώστε παρακάμπτει κατά κάποιο τρόπο (βραχυκυκλώνει) το συνειδητόν εγώ και επενεργεί αμέσως επί των κινητηρίων νεύρων. Κάπως έτσι οι υπάρχουσες συνειδησιακές αναστολές δεν προλαμβάνουν καν να εκδηλωθούν>>63. Κατά συνέπεια, αν ο δράστης εμπρησμού που πάσχει από πυρομανία βρίσκεται, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, σε μια ιδιότυπη ψυχική κατάσταση (ψυχική βλάβη ή εκτροπή), η οποία αποκλείει την ελεύθερη και ενσυνείδητη διαμόρφωση της βουλήσεώς του, θεωρώ ότι η νοσηρή συμπεριφορά του κρίνεται τουλάχιστον στα όρια της πράξης.

3γ. Ο ελαττωμένος καταλογισμός του πυρομανή

Πέραν όμως των ανωτέρω ανακύπτει ζήτημα, εάν η πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους είναι πράξη καταλογιστή στο συγκεκριμένο κάθε φορά δράστη. Με απλά λόγια, αν ο πυρομανής δηλαδή είναι ένοχος για την πράξη του και μπορεί να του αποδοθεί μομφή γι΄ αυτήν. Για να αποδοθεί όμως μομφή στον πυρομανή δράστη πρέπει να προηγηθεί καταφατική απάντηση στα εξής ερωτήματα:

α) Ο συγκεκριμένος δράστης εγκλήματος εμπρησμού είχε ικανότητα για καταλογισμό;

β) Είχε την απαιτούμενη από την ποινική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος μορφή υπαιτιότητας και στην προκειμένη περίπτωση της δράσης πυρομανή, δόλο;

γ) Μπορούσε να πράξει αλλιώς στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Από τις διατάξεις των άρθρων 26 – 35 ΠΚ συνάγεται, ότι για να προκριθεί κάποια πράξη και στην προκειμένη περίπτωση η πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, ως αξιόποινη και τιμωρητέα, απαιτείται αυτή εκτός των άλλων να καταγιγνώσκεται σε ενοχή του δράστη, δηλ. να συντρέχει το στοιχείο του καταλογισμού, ήτοι να συντρέχουν αυτοτελώς και σωρευτικά, κατά το χρόνο τέλεσης της τ΄ ακόλουθα στοιχεία: i) Η ικανότητα προς καταλογισμό, ήτοι η από ψυχοπνευματική άποψη συγκρότηση της προσωπικότητας του δράστη με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρεί αδιατάρακτη τόσο τη συνείδηση των πράξεων του όσο και τη βουλητική επάρκεια της κατά συνείδηση στάσης του, ii) Η υπαιτιότητα, iii) Η συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή συγγνωστή άγνοια του και συνακόλουθα έλλειψη εκ μέρους του δράστη συγγνωστής περί το άδικο νομικής πλάνης, και iv) Η συνδρομή του από ψυχολογικής και ηθικής άποψης <<ανθρωπίνως φευκτού της υπαιτιότητας64.

Ο ψυχικά ανώμαλος ή ψυχοπαθής, όπως είναι ο πυρομανής, <<είναι αυτός που έχει προσβληθεί από μια ψυχική διαταραχή που δεν εξαλείφει την ικανότητα διάκρισης ή τον έλεγχο των πράξεών του, αλλά που είναι τέτοιας φύσης ώστε να επιδρά στη συμπεριφορά του (το άτομο δεν είναι δηλ. ούτε τελείως άρρωστο ούτε τελείως υγιές)>>65. Κατά συνέπεια, ο δράστης εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, που πάσχει από πυρομανία, εφόσον ταυτόχρονα δεν πάσχει και από άλλη ψυχική διαταραχή ή ψυχική ασθένεια, που μπορεί να επιδράσει και προκαλέσει διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του ή διατάραξη της συνείδησής του, είναι κατ΄ αρχήν άτομο ικανό προς καταλογισμό, αφού η πυρομανία δεν επηρεάζει ή ακυρώνει (διατάραξη) την ομαλή λειτουργία του πνεύματος/ψυχής (πνευματικές λειτουργίες) του ανθρώπου και συνεπώς δεν του αποστερεί την ικανότητα διακρίσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, δηλ έχει επίγνωση του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, ενώ ο δράστης δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια τι ή ποιον θα μπορούσε να βλάψει ή με ποιον τρόπο ή πόσο χρόνο θα μπορούσε να πάρει για να ανάψει τις φωτιές66. Μπορεί όμως η πυρομανία να επηρεάσει (διαταράξει) τη συνείδησή του, αφού η διατάραξη της συνείδησης αναφέρεται σε <<ψυχικές διαταραχές>>, οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές67; πχ »μέθη» ύπνου, πανικός, υπνοβασία. Επίσης μπορεί να επιδράσει στη βουλητική συμμόρφωση προς την περί αδίκου αντίληψή του, δηλ. να του επιτρέψει να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο της πράξης του; Οι απαντήσεις λοιπόν στα ανωτέρω ερωτήματα που εύλογα προβάλλουν στο σημείο αυτό, χρήζουν ψυχιατρικής διάγνωσης από ειδικούς πραγματογνώμονες, για να διαπιστωθεί εάν ο δράστης εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους με ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις πυρομανίας, ήταν τέτοιας έντασης, που οδήγησαν αυτόν στο έγκλημα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης να μην μπορεί να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της ή έστω να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για την πράξη αυτή και εν τέλει να διαπιστωθεί, αν είναι άτομο ελαττωμένου καταλογισμού.

Η παρορμητικότητα στην περίπτωση της πυρομανίας, για να χαρακτηρισθεί παθολογική θα πρέπει να συνοδεύεται από την αδυναμία ελέγχου αυτής, αλλά και από το μέγεθος της συμπεριφορικής εκδήλωσης αυτής, δεδομένου ότι ο δράστης δεν έχει κατά τον χρόνο της πράξης του την ικανότητα επεξεργασίας και διαχείρισης της ψυχικής έντασής του68. Δεν αποκλείεται δε η πυρομανία, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, να αποτελεί μέρος της ψυχοπαθολογίας αρκετών διαταραχών και ορισμένων νευρολογικών διαταραχών. Η συμπεριφορά του πυρομανή αφορά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αλληλεπιδρά με το εξωτερικό περιβάλλον. Καθορίζεται δε από την νοητική αλλά και την συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Μια διαταραχή συμπεριφοράς, όπως η πυρομανία, δεν είναι πάντοτε εύκολο να διευκρινισθεί, αν οφείλεται σε νοητική ή συναισθηματική διαταραχή.

Εξάλλου ανίκανος προς καταλογισμό εγκλήματος εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους είναι, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, ο δράστης που, αν και διέπραξε τη συγκεκριμένη πράξη, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης (βιολογικό), δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό (ψυχολογικό). Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις, που αναιρούν την ικανότητα προς καταλογισμό, κατηγοριοποιούνται σχηματικά, είτε σε περιπτώσεις που συνιστούν διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, ή διατάραξη (νοσηρή ή απλή) της συνείδησης, πχ ψυχικές παθήσεις ήτοι ψυχώσεις (ενδογενείς ή οργανικές) ή ψυχικές ανωμαλίες, είτε σε περιπτώσεις που συνιστούν ανεπαρκή ανάπτυξη των πνευματικών λειτουργιών και δη λόγω νεαρής ηλικίας, σύμφωνα με τα άρθρα 121, παρ. 1, 126, παρ. 1 ή κωφαλαλίας, σύμφωνα με το άρθρο 33, παρ. 1 ΠΚ. Περαιτέρω και προκειμένου για την ανικανότητα του δράστη μιας αξιόποινης συμπεριφοράς προς καταλογισμό της πράξης του, σύμφωνα με το άρθρο 34 ΠΚ, απαιτούνται δύο κριτήρια (δυαδικό ή μικτό σύστημα): α) Ένα βιολογικό, ήτοι τη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή τη διατάραξη της συνείδησης και β) Ένα ψυχολογικό, που δέχεται ότι για να αποκλεισθεί ο καταλογισμός θα πρέπει η συνέπεια μιας από τις προαναφερόμενες »βιολογικές» καταστάσεις να είναι, ότι ο δράστης είτε δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει (αντιληφθεί) το άδικο της πράξης του (αδυναμία διάκρισης) ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο (αδυναμία συμμόρφωσης). Ως »νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών» θεωρείται, κατά τη νομολογία69,  οποιαδήποτε παθολογική πνευματική κατάσταση, ανεξάρτητα αν οφείλεται σε νόσο ή σε παθολογική καθυστέρηση της ανάπτυξης των πνευματικών λειτουργιών. Έτσι νοούνται, σύμφωνα με τη νομολογία70, όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοβλάβειας ή ολιγοφρένειας (ψυχώσεις, ψυχοπάθειες, νευρώσεις), όπως πχ η σχιζοφρενική ψύχωση71, η ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου72, κ.α. Στην περίπτωση της »νοσηρής διατάραξης της συνείδησης’‘, ο δράστης στερείται της ικανότητας διάκρισης του αδίκου και εντεύθεν της ικανότητας συμμόρφωσης της βούλησης του, σύμφωνα με την αντίληψη του σχετικά με την πράξη. Η διατάραξη της συνείδησης δεν θεμελιώνει αυτή και μόνη την έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό. Η διατάραξη, ως βιολογικό αίτιο, επιβάλλεται να φθάσει σε τέτοιο σημείο έξαρσης, ώστε κατ΄ ανάγκην να προκαλεί στο δράστη ορισμένο ψυχολογικό επακολούθημα, το οποίο κρίνεται ως άμεση απόρροια του προηγηθέντος βιολογικού αιτίου. Τέτοιο επακολούθημα, πχ στην προκειμένη περίπτωση του πυρομανή, δεν είναι η αδυναμία ν΄ αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, γιατί ως προς αυτό είναι τουλάχιστον ικανός, αλλά το να μπορέσει να ενεργήσει, σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό73. Ο όρος »συνείδηση» χρησιμοποιείται από τον ποινικό νομοθέτη στην προαναφερόμενη διάταξη με τη σημασία που της αποδίδεται στην ψυχολογία. Έτσι με τον όρο αυτό προσδιορίζεται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, το <<όλο σύμπλεγμα των ψυχικών ενεργειών από τις πλέον απλούστερες μέχρι τις συνηθέστερες ήτοι ο καλούμενος »ψυχικός κόσμος»>>, ενώ με τη φράση »διατάραξη της συνείδησης» προβλέπονται και οι καταστάσεις της καλούμενης »παρορμητικής παραφροσύνης» καθώς και της »ψυχικής ορμής»74. Ως βρασμός ψυχικής ορμής δε, νοείται η αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως φόβου, οργής, έρωτα, ζηλοτυπίας κλπ, που εμποδίζει τη σκέψη και τη στάθμιση των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από αυτή75. Το αποτέλεσμα αυτής είναι η διακοπή της ήρεμης και κανονικής λειτουργίας των διανοητικών δυνάμεων και συνεπώς της βούλησης του προσώπου76. Κατά τη νοσηρή δράση του πυρομανή δεν τίθεται θέμα ύπαρξης ψυχικής ορμής, ούτε φυσικά πάθους, το οποίο διακρίνεται από την ψυχική ορμή και έχει την έννοια της σφόδρας και διαφανούς τάσης, που εδρεύει στην ψυχή του ατόμου, για την επιτυχία κάποιου σκοπού ή την απόλαυση κάποιας επιθυμίας, όπως πχ το πάθος της εκδίκησης, του έρωτα, της φιλοδοξίας κλπ. Εξάλλου η βούληση, ως ψυχική λειτουργία του, εκφράζει την ικανότητα του ατόμου να θέτει σκοπούς / στόχους, που επιλέχθηκαν και αποφασίσθηκαν συνειδητά και να αποφασίζει (ελεύθερα) να τους πραγματοποιεί, ενώ η ελεύθερη και ενσυνείδητη βούληση προϋποθέτει δυνατότητα επιλογής. Στην περίπτωση πράξης εμπρησμού από δράστη πάσχοντα από πυρομανία πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα, αν δηλαδή αυτός μπορούσε ν΄ αποφασίσει και να πράξει αλλιώς και εν τέλει τι φταίει και η συμπεριφορά του συγκεκριμένου ατόμου δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του, αλλά ετεροκαθορίζεται και μάλιστα είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διαμάχης μεταξύ »κακών» και καλών» αιτίων, με τελική υπεροχή των »κακών» που τον ωθούν στην εγκληματική (μη συνειδητή) ενέργεια; Είναι δηλ. η πράξη του εμπρησμού προϊόν της ψυχικής διαταραχής του και όχι της ελεύθερης βούλησής του; Την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα μπορεί να δώσει μόνον ο νευροψυχίατρος πραγματογνώμονας, αφού η ανθρώπινη συμπεριφορά επηρεάζεται, σύμφωνα με τις σύγχρονες μεθόδους έρευνας του ανθρώπινου εγκεφάλου, από συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Βέβαια τα πορίσματα της επιστήμης δεν έχουν σημασία για την ποινική έννοια της ενοχής. Με δεδομένο λοιπόν, ότι στην πυρομανία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το κύριο χαρακτηριστικό του πυρομανή (παθολογικού εμπρηστή) είναι η ακαταμάχητη δύναμη (αδυναμία) του ατόμου αυτού ν΄ αντισταθεί (ελέγξει) την εσωτερική ώθηση του εαυτού του (παρόρμηση) και αδυνατεί ν΄ αποφύγει την παράνομη συμπεριφορά του να βάζει φωτιές,  δηλ. η ικανότητα ελέγχου της πράξης του, είτε αίρεται ή μειώνεται σημαντικά, αφού διαθέτει μια παθολογική άμυνα του <<εγώ>> έναντι της συγκεκριμένης παρόρμησης του και αποτελεί συμπεριφορά που αντιστοιχεί, κατά τα ανωτέρω, στο να ενεργήσει με ελεύθερη και ενσυνείδητη βούληση, σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο μια και δεν έχει δυνατότητα επιλογής. Η ίδια ως άνω θέση της παρούσας μελέτης για το άτομο με πυρομανία, που ως δράστης εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους πρέπει να μεταχειρισθεί, ως άτομο ελαττωμένου καταλογισμού και πρέπει να του επιβάλλεται μειωμένη ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Γερμανικού ΠΚ, απαντάται και στην κρατούσα  γερμανική νομολογία77. Επειδή λοιπόν το περιεχόμενο της βουλήσεως ανάγεται στο θέμα του καταλογισμού της πράξης στο δράστη, είναι προφανές ότι ανακύπτει το ζήτημα, αν και κατά πόσο ο πυρομανής έχει μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. Βέβαια η ικανότητα (ή η μειωμένη ικανότητα) για καταλογισμό θα πρέπει να κρίνεται όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά πάντοτε σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη και δεν αρκεί η πριν ή μετά την τέλεση της πράξης διατάραξη78. Η έννοια του ελαττωμένου καταλογισμού στη διάταξη του άρθρου 36 ΠΚ, αναφέρεται στην ικανότητα αντίληψης του αδίκου ή της συμμόρφωσης με την αντίληψη για το άδικο και αποτελεί ειδική μορφή της ικανότητας για καταλογισμό, μέσω της οποίας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός, ότι και στον ικανό για καταλογισμό δράστη μπορεί να είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο να επιτύχει την αναμενόμενη (και απαιτούμενη) από το δίκαιο αντίληψη του αδίκου καθώς και την αντίστοιχη ποδηγέτηση και χαλιναγώγηση της συμπεριφοράς του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση με το άτομο που πάσχει από πυρομανία.

Ο πυρομανής λοιπόν, ως ψυχοπαθολογική προσωπικότητα και λόγω της διατάραξης της συνείδησής του και πιο συγκεκριμένα αυτή που αφορά τη συνείδησή του για το περιβάλλον του, πρέπει να κρίνεται ως άτομο ελαττωμένου καταλογισμού, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, αφού η πυρομανία ασκεί δυσμενή επιρροή στην αξιολόγηση των δεοντολογικών στοιχείων της συμπεριφοράς του και επιφέρει παντελή ή επαρκή έλλειψη ελέγχου της ψυχοδυναμικής συμπεριφοράς της παρόρμησης του να βάζει φωτιές. Ο πάσχων από την ως άνω διαταραχή δεν έχει πλήρη επίγνωση της φύσης και ποιότητας της πράξης του, αποκλείοντας ή μειώνοντας σημαντικά με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα συμμόρφωσης του στις δικαιικές επιταγές. Έτσι η παρορμητική συμπεριφορά του πυρομανή αντανακλά ένα έλλειμμα στην ικανότητα ελέγχου της σκέψης και της βούλησης, αφού η πυρομανία είναι μια διαταραχή με σημαντικά παρορμητικά συστατικά από την έκταση των οποίων εξαρτάται η έλλειψη (αδυναμία) ελέγχου της ακαταμάχητης ώθησής του να βάζει φωτιές. Εξαιτίας της ομώνυμης ψυχικής διαταραχής ο συγκεκριμένος δράστης είναι άτομο που έχει σημαντικά μειωθεί, αν όχι η ικανότητά του ν΄ αντιληφθεί το άδικο της πράξης του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους κατά τον χρόνο τέλεσης αυτής, τουλάχιστον να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτής, δηλ. να ενεργήσει λογικά. Η παραμονή του και μόνον στον τόπο του εγκλήματος αποτελεί συμπεριφορά που δεν έχει λογικό έρεισμα και δεν αποτελεί ενέργεια του μέσου λογικού ανθρώπου, αλλά αντίθετα είναι απότοκος της σοβαρής ψυχικής διαταραχής από την οποία πάσχει, η οποία τον εμποδίζει στον έλεγχο της παρορμητικότητάς του να προκαλεί επανειλημμένα φωτιές και κατά συνέπεια στον έλεγχο της πραγματικότητας και της έλλογης διαμόρφωσης της βούλησης του. Έτσι πρέπει να του επιβάλλεται ελαττωμένη ποινή, κατά το άρθρο 83 ΠΚ, για την πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους (με πρόθεση). Σε περίπτωση δε που η ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό εξαιτίας της πυρομανίας του δράστη συρρέει με άλλον λόγο μείωσης της ποινής, πχ κωφάλαλος και πυρομανής δράστης (άρθρο 33, παρ. 2 ΠΚ), απόπειρα εμπρησμού από πυρομανή (άρθρο 42, παρ.1 ΠΚ), πρέπει να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 85 ΠΚ, δηλ. στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι. Ωστόσο, παρόλο που η πυρομανία, ως ιατρικός (ψυχιατρικός) όρος, αποτελεί μια ψυχική διαταραχή αναγνωρισμένη από τη παγκόσμια ψυχιατρική-επιστημονική κοινότητα, η οποία έχει ταξινομηθεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, από το DSM-5 και το ICD-10, ως σοβαρή ψυχική διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων, δεν έχει αναγνωρισθεί και αναδειχθεί από την ελληνική νομολογία, όπως άλλες διαταραχές, όχι βέβαια γιατί δεν υπήρξαν – και θα υπάρχουν – σχετικές περιπτώσεις, αλλά γιατί δεν δόθηκε η δέουσα επιμέλεια και μέριμνα από τους παράγοντες της δίκης και ιδίως από το δικαστή και το συνήγορο υπεράσπισης για να προσεγγισθούν σε επίπεδο ψυχικής υγείας μέσω ψυχιατρικής διάγνωσης οι συγκεκριμένοι δράστες πάσχοντες από πυρομανία κι έτσι να κριθεί ο καταλογισμός της ενοχής για τις πράξεις τους. Άλλωστε δεν είναι αμελής ο αριθμός δραστών με ενδείξεις πυρομανίας στην ελληνική επικράτεια, που συλλαμβάνονται κάθε χρόνο και παραπέμπονται να δικαστούν για εμπρησμό ή εμπρησμό δάσους. Ως εκ τούτου τα δικαστήρια της ουσίας μεταχειρίζονται τον πυρομανή, κατ΄ εσφαλμένο τρόπο, ως ένα πνευματικά (ψυχικά) υγιή κατηγορούμενο για εμπρησμό ή εμπρησμό δάσους. Απόδειξη της ανωτέρω διαπίστωσης αποτελεί το γεγονός, ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ποινική απόφαση – τουλάχιστον δημοσιευμένη σε νομικά περιοδικά – σχετικά με κρίση ενοχής κατηγορούμενου για έγκλημα εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους πάσχοντα από πυρομανία, με ρητή αναφορά στην προσωπικότητα αυτού και στη διάγνωση της συγκεκριμένης μόνον ψυχικής διαταραχής ελέγχου της παρόρμησης, ενώ αντιθέτως έχουν κριθεί υποθέσεις με αναφορά στη διαταραχή της κλεπτομανίας79, η οποία ανήκει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την πυρομανία, στην ίδια κατηγορία διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων.

 3δ. Η ποινική μεταχείριση του πυρομανή

Ο όρος »πυρομανία» είναι ιατρική έννοια (διάγνωση ψυχιατρική) και όχι νομική, ο οποίος ωστόσο, τουλάχιστον σε ποινικοδικονομικό επίπεδο, έχει παρερμηνευθεί και παρανοηθεί. Μία από αυτές τις παρανοήσεις αποτελεί η αντίληψη, ότι η πλειονότητα των εμπρηστών πάσχουν από πυρομανία. Αυτό βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου δεν είναι αληθές.

Στην ελληνική ποινική νομολογία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο συγκεκριμένος όρος είναι σχεδόν παντελώς άγνωστος, παρά τη σοβαρότητα της εν λόγω ψυχικής διαταραχής και τη συχνότητα εμφάνισης στη δικαστηριακή πρακτική περιστατικών κατηγορούμενων, που έχουν καταδικασθεί στο παρελθόν με σοβαρές ενδείξεις πυρομανίας χωρίς βέβαια την επιβαλλόμενη ψυχιατρική διάγνωση80. Εξάλλου και στην νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων μόνον σε μια περίπτωση αστικής φύσεως γίνεται απλά λεκτική αναφορά στη χρήση του ως άνω όρου, ως επιθετικού προσδιορισμού του δράστη της πράξης εμπρησμού81. Αυτό σημαίνει, ότι δεν υπάρχει σαφής και διακριτή ποινική μεταχείριση μεταξύ πυρομανή και ψυχικά υγιή κατηγορούμενου για έγκλημα εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους. Και τούτο προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι, είτε τα δικαστήρια της ουσίας δεν διατάσσουν ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, με σκοπό τη διάγνωση πυρομανίας, παρόλο που υπάρχουν εμφανή διαγνωστικά κριτήρια για δράση πυρομανή, είτε, όταν αυτή διατάσσεται, η διαταραχή της πυρομανίας υπερκαλύπτεται από την ταυτόχρονη συνοσηρότητα άλλης σοβαρότερης ψυχικής διαταραχής ή ασθένειας, οπότε η ικανότητα για καταλογισμό ή ελαττωμένο καταλογισμό της ενοχής του συγκεκριμένου κατηγορούμενου για την πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, κρίνεται ανάλογα με βάση τη συγκεκριμένη κάθε φορά σοβαρότερη ψυχική διαταραχή ή ασθένεια. Εξάλλου η ψυχική υγεία του κατηγορούμενου είναι ζήτημα πραγματικό, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο82. Βέβαια το δικαστήριο της ουσίας για να μπορεί να διατάξει σε ορισμένη υπόθεση ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη για τη διάγνωση πυρομανίας του δράστη, θα πρέπει να  υπάρχουν στη δικογραφία όλα εκείνα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, πχ σχετική ιατρική γνωμάτευση, αναφορά γεγονότων στην έκθεση αυτοψίας, που να οδηγούν στη συνδρομή των προαναφερόμενων διαγνωστικών κριτηρίων για τη συγκεκριμένη διαταραχή στο πρόσωπο του εκάστοτε κατηγορούμενου. Για το σκοπό αυτό οι (προ)ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν, σε περίπτωση έρευνας για έγκλημα εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους από δράστη πάσχοντα από πυρομανία, να καταγράφουν στη σχετική έκθεση αυτοψίας τους όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που ως ενδείξεις, δυνάμει των προαναφερόμενων διαγνωστικών κριτηρίων, αποδεικνύουν ενέργεια πυρομανή. Μόνον με τον τρόπο αυτό το δικαστήριο της ουσίας θα μπορέσει ν΄ αντιληφθεί, ότι βρίσκεται ενώπιον υπόθεσης εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους από δράστη τουλάχιστον με σοβαρές ενδείξεις πυρομανίας, που χρήσει περαιτέρω ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Ωστόσο απαιτείται εμπειρία και ειδικές γνώσεις για να διαπιστώσει κάποιος (προ)ανακριτικός υπάλληλος ή δικαστικός λειτουργός τα σχετικά με την πυρομανία ειδικά και συγκεκριμένα διαγνωστικά χαρακτηριστικά ή τουλάχιστον σαφείς ενδείξεις αυτής, αφού η πυρομανία έχει σαφή και προσδιορισμένα επιστημονικά διαγνωστικά κριτήρια83. Σε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστή διαταχθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, οι ψυχίατροι πραγματογνώμονες θα επιχειρήσουν να αποκτήσουν από την έκθεση αυτοψίας ή ενδεχομένως και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, πχ έγγραφα (ιατρικές γνωματεύσεις), λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ψυχική κατάσταση και τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κυρίως κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του εμπρησμού και όχι κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Για παράδειγμα, στην έκθεση αυτοψίας ο ανακριτικός υπάλληλος του ΠΣ μπορεί να παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για το πώς ξεκίνησε η φωτιά, με ποιόν τρόπο και μέσο τέθηκε αυτή, πόσες φωτιές έθεσε ο ίδιος δράστης στην ευρύτερη περιοχή την ίδια ημερομηνία ή διαφορετικές, ο βαθμός της παρορμητικότητας του εμπρηστή κλπ διαγνωστικά χαρακτηριστικά ατόμου με πυρομανία. Η εκτίμηση των γνωστών κινήτρων του δράστη, θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει στην οριοθέτηση της ψυχικής κατάστασης κατά τη στιγμή της πράξης του εμπρησμού κ.α. Βέβαια η έννοια της »ψυχικής διαταραχής» είναι έννοια νομική, που διατηρεί την αυτόνομη λειτουργία της, ενόψει δε και της αρχής της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 ΚΠΔ), έναντι της αντίστοιχης ψυχιατρικής έννοιας. Δηλαδή, δεν αρκεί η διάγνωση της πυρομανίας για να απαντηθεί το νομικό ερώτημα, εάν ο δράστης που πάσχει από την ως άνω ψυχική διαταραχή ήταν ικανός ή είχε μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό κατά τον χρόνο τέλεσης του εμπρησμού. Και τούτο, γιατί εξαρτάται από την ένταση και την έκταση της εν λόγω ψυχικής διαταραχής και ειδικότερα από την έκταση της έλλειψης ελέγχου της παρόρμησης και την επίδραση αυτής στην ικανότητα διάκρισης και συμμόρφωσης του πυρομανή δράστη προς τις επιταγές του δικαίου, κατά τον χρόνο της πράξης του. Το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο ερευνά αυτεπαγγέλτως, εάν συντρέχει περίπτωση που αίρει ή μειώνει τον καταλογισμό του κατηγορούμενου για κάθε έγκλημα, τόσο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με τέτοια καταλυτικά δεδομένα που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο ή στη δικογραφία αντίστοιχα, όσο και όταν προβάλλεται σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της συνδρομής ή μη τέτοιου λόγου. Εφόσον όμως υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο αντίστοιχα, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόφασή του84.  Ωστόσο ενδεχόμενη οργάνωση δράσης πυρομανή δράστη μπορεί ν΄ αποτελέσει για το δικαστήριο της ουσίας λόγο απόρριψης σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού. Βέβαια δεν σημαίνει πάντα, ότι ο λεπτομερής σχεδιασμός μιας πράξης ισοδυναμεί με την ικανότητα του δράστη να συμμορφώνεται με τις δικαιικές επιταγές. Άλλωστε η παρορμητικότητα του πυρομανή, ως τάση να ενεργεί χωρίς προνοητικότητα, εξ αντικειμένου αποκλείει οργανωμένη δράση. Συνεπώς δεν είναι ορθό σε κάποια περίπτωση να κριθεί οργανωμένη δράση πυρομανή και κυρίως, όταν αυτός μετά την πρόκληση πυρκαγιάς παραμένει στον τόπο του εγκλήματος, γιατί η συγκεκριμένη συμπεριφορά του έρχεται σε ευθεία αντίφαση με οργανωμένη δράση. Η απόφαση του πάσχοντα από πυρομανία να παραμείνει στον τόπο του εγκλήματος για να αισθανθεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση με την πράξη του δεν αποτελεί συμπεριφορά ενός λογικού ατόμου, δεδομένου ότι ο ψυχικά υγιής δράστης εμπρησμού θα επιδίωκε με την απομάκρυνση του την αποφυγή της σύλληψής του από τις διωκτικές αρχές. Άλλωστε αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα δράστη πάσχοντα από πυρομανία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η παραμονή του στον τόπο του εγκλήματος, για να ικανοποιηθεί και ευχαριστηθεί από τη θέα των προϊόντων της πυρκαγιάς και των επακόλουθων δράσεων προς αντιμετώπισή της, που ο ίδιος προκάλεσε, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς για τον ίδιο έννομες συνέπειες της πράξης του, ως αντάλλαγμα για την ενδόμυχη ικανοποίηση συναισθημάτων του.

Αντίθετα με την ελληνική νομολογία, στη νομολογία των δικαστηρίων στις ΗΠΑ85, απαντάται συχνά η εν λόγω ψυχική διαταραχή και μάλιστα, η πυρομανία δεν πρέπει να θεωρείται ως »ψυχική ασθένεια», υπό την έννοια της νοητικής λειτουργίας που περιορίζει σημαντικά μία ή περισσότερες από τις κύριες δραστηριότητες της ζωής του ατόμου ή ότι προκαλεί τέτοιες δυσλειτουργίες, ενώ έχει κριθεί ότι η πυρομανία βρίσκεται στο μεταίχμιο καθυστερημένης νοημοσύνης86. Κατά την επικρατούσα άποψη της νομολογίας των δικαστηρίων στις ΗΠΑ, η διάγνωση πυρομανίας στον κατηγορούμενο για εμπρησμό, αποτελεί ελαφρυντικό για την καταδίκη του και τη μείωση της ποινής του87.

          Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί, ότι από σχετικές μελέτες88 αποδείχθηκε, πως οι ψυχικά διαταραγμένοι εμπρηστές έχουν μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής και μικρότερο ποσοστό τέλεσης άλλων αδικημάτων σε σχέση με τους ψυχικά υγιείς εμπρηστές. Η πυρομανία αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες υποτροπής εμπρηστών, μαζί με άλλες εξίσου ιδιαίτερα σημαντικές αιτίες της υποτροπής, που είναι η νοητική στέρηση / διανοητική αναπηρία και γενικά οι ψυχικές ασθένειες που επιφέρουν νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, όπως πχ ψυχωσική συνδρομή, σχιζοφρενική ψύχωση κ.α.

Επίσης, ο πυρομανής, ως <<εν δυνάμει κίνδυνος>> για την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου, προφανώς ανήκει στην κατηγορία των ιδιαίτερα επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια ατόμων, αφού αποτελεί ίδιο χαρακτηριστικό η επαναλαμβανόμενη πρόκληση πυρκαγιών και η αδιαφορία του για ενδεχόμενο κίνδυνο για τη ζωή και περιουσία των ανθρώπων από την πράξη του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους. Για το λόγο αυτό ο πυρομανής δράστης πρέπει σε κάθε περίπτωση και ανάλογα το βαθμό της πάθησής του να αντιμετωπισθεί, κατά το άρθρο 38 ΠΚ, ως επικίνδυνος δράστης με ελαττωμένο καταλογισμό.

  1. IV. Γενικό Συμπέρασμα – Η θέση της μελέτης

Κατόπιν των ανωτέρω αναλύσεων ο ψυχολογικός μηχανισμός των κινήτρων στα εγκλήματα εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, πέραν από τη λειτουργία του ως ωθητική δύναμη του εκ προθέσεως ενεργούντος δράστη, η οποία οπλίζει την εγκληματική του διάθεση και ψυχολογία, πυροδοτεί τη βούλησή του για τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος εμπρησμού και συνδέει τη βουλητική στάση του με την τέλεση της εν λόγω πράξης, τα κίνητρα του δράστη λαμβάνονται υπόψη στα ίδια ως άνω εγκλήματα και για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής, ενώ τα ειδικότερα κίνητρα της ιδιοτέλειας και κακοβουλίας αποτελούν και υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου στην πλήρωση της ποινικής υπόστασης του εμπρησμού δάσους.

Πέραν όμως από συγκεκριμένα ψυχολογικά κίνητρα που συνήθως ωθούν κάποιο δράστη στην τέλεση ενός εγκλήματος εμπρησμού, ορισμένες φορές υπάρχουν και παθολογικά αίτια που μπορούν να οδηγήσουν κάποιο άτομο στην ίδια ως άνω πράξη. Ειδικότερο ποινικό ενδιαφέρον αποτελεί η ψυχική διαταραχή της πυρομανίας. Το άτομο που πάσχει από πυρομανία, πάσχει από μια διαταραχή με σημαντικά παρορμητικά συστατικά από την έκταση των οποίων εξαρτάται και η έλλειψη ελέγχου της παρόρμησής του να βάζει φωτιές για την ικανοποίηση, ευχαρίστηση και ανακούφισή του, ως ανάγκη απελευθέρωσης της ψυχικής έντασης και διέγερσης που αισθάνεται πριν την πράξη του. Η νοσηρή αυτή δράση του τελείται υπό καθεστώς ψυχικής αδυναμίας ελέγχου και αντίστασης της παρορμητικής (ψυχαναγκαστικής) συμπεριφοράς του και για το λόγο αυτό, μπορεί μεν να είναι ποινικά αξιολογήσιμη, όμως ταυτόχρονα είναι και ψυχιατρικά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, αφού μόνον από τη διενέργεια σχετικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, θα κριθεί σε κάθε περίπτωση, αν πρόκειται για δράστη πάσχοντα από πυρομανία (πυρομανή-εμπρηστή) με πλήρη ικανότητα ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, δεδομένου ότι ταυτόχρονα με τη συγκεκριμένη διαταραχή δεν αποκλείεται να υπάρχει συνοσηρότητα και άλλης σοβαρότερης διαταραχής ή ψυχικής ασθένειας. Η πυρομανία πρέπει να αναγνωρίζεται από τα δικαστήρια της ουσίας, ως διακωλυτικός παράγοντας αξιολόγησης της απαξίας της συμπεριφοράς του πάσχοντα δράστη και κατά συνέπεια ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισής του. Από μόνη της η πυρομανία, μια ψυχική εκτροπή κι εθισμός του πάσχοντα από αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται από μειωμένη ψυχική δύναμη ελέγχου της ψυχαναγκαστικής παρορμητικής συμπεριφοράς του, καθιστά το δράστη εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους άτομο, κατ΄ αρχήν, ικανό προς καταλογισμό, όμως λόγω της αδυναμίας ελέγχου της παρόρμησής του να βάζει φωτιές, δηλ ευρισκόμενος σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού κατά την τέλεση της πράξης του, πρέπει να κρίνεται, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, ως δράστης με ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και για το λόγο αυτό να του επιβάλλεται μειωμένη ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 83 ΠΚ. Και τούτο γιατί, εξ αιτίας της πυρομανίας, μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής, στερείται της ικανότητας ή αυτή έχει μειωθεί σημαντικά κατά το χρόνο της πράξης του εμπρησμού ή εμπρησμού δάσους, έτσι ώστε να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο της πράξης του, ήτοι να ενεργήσει λογικά, εξ αιτίας της διατάραξης της συνείδησής του.

Περαιτέρω και υπό το ιδιαίτερο ως άνω χαρακτηριστικό της αδυναμίας ελέγχου της παρόρμησης του πυρομανή να βάζει φωτιές, μια και δεν έχει το ψυχικό σθένος και τη βουλητική ελευθερία ν΄ αντιδράσει και χαλιναγωγήσει την πιο πάνω παρορμητική του συμπεριφορά, τίθεται ζήτημα αν υπό το καθεστώς της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής η προκληθείσα από τον πυρομανή φωτιά, η οποία ενδεχομένως μετεξελιχθεί σε πυρκαγιά, δηλ. το ελευθέρως μη φευκτόν της συμπεριφοράς του, θεωρείται πράξη, ως δομικό στοιχείο της έννοιας του εγκλήματος (άρθρο 14 ΠΚ), αφού στερείται το »εκούσιο» και »κυρίαρχο» της συμπεριφοράς του. Είναι ορθότερο η ως άνω συμπεριφορά του να βρίσκεται σε πολλές περιπτώσεις στα όρια της πράξης και γι΄ αυτό σε κάθε περίπτωση πρέπει να ερευνάται χωριστά.

Το παρόν άρθρο, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς »ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ» τεύχος 4/2017, σελ. 309 επ.

Παραπομπές                                    

  1. βλ. Ανδρουλάκη Ν., Ποιν. Δικ., Γεν. Μ., 1978, 215 και Ι. Μανωλεδάκη, Ποιν. Δικ, Επιτ. Γεν. Μ., 1999, 140
  2. βλ. Κωστάρα Α., Έννοιες και Θεσμοί, 448
  3. βλ. Χαραλαμπάκη Α., Ερμ. ΠΚ, τόμ. Α΄, έκδ. 2η , 2014, άρ. 14, 136
  4. βλ. Δασκαλόπουλου Ι., Στοιχ. Εγκλημ., τόμ. Α΄, Γεν. Εγκλ., τεύχ. Α΄, Η φύσις του εγκλήματος, έκδ. 1972, 1 και 2
  5. βλ. Δασκαλόπουλου Ι., ό.π, 57 και 122
  6. βλ. Αναγνωστόπουλου Η., Τα Απρόκλητα Εγκλήματα, Μια κατανοούσα ερμηνεία, ΝοΒ 1986, 359 επ. και ιδίως 370 επ.
  7. βλ. Γκουρμπάτση Α., Εγκληματολογική προσέγγιση των εμπρησμών, έκδ. Αρχηγείου ΠΣ, 2001, 6-7 και ΑρχΝ, τ. ΝΓ΄/2002, 295
  8. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 14 επ., αναλυτικότερα για τις διακρίσεις των εμπρηστών
  9. βλ. Γκουρμπάτση Α., Εγκλήματα Εμπρησμού – Η Εγκληματολογική Έρευνα, 2013, 264
  10. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 253)
  11. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 253
  12. βλ. Γκουρμπάτση Α., Εγκληματικότητα των Εμπρησμών και Προφίλ των Εμπρηστών τα έτη 2000 – 2010, 2014, 35 και 61, όπου από τη μελέτη αυτή αποδεικνύεται, ότι είναι ψυχικά υγιείς, το 99,7% των εμπρηστών και το 99,9% των εμπρηστών στα δάση
  13. βλ. Γκουρμπάτση Α., Εγκλήματα Εμπρησμού – Η Εγκληματολογική Έρευνα, 2013, 253 επ. αναλυτικά τα κίνητρα εμπρηστών
  14. ΑΠ 750/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΟΕφΑθην 74/2005, ΠοινΛ 2005, 369
  15. ΑΠ 108/2011, ΠοινΔικ 2011, 459, ΑΠ 332/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1866/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΑΠ 94/2004, ΠοινΛ 2004, 139, ΜΟΕφΑθην 208-209/2010, ΠοινΔικ 2010, 809, ΜΟΔΑθην 310/2005, ΠΧρ 2007, 355
  16. ΑΠ 123/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΟΔΑθην 389/2012, Αρμ 2013, 1130
  17. ΑΠ 126/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
  18. ΑΠ 1549/2000, ΠοινΔικ 2001, 806, ΑΠ 296/1999, ΠΧρ 1999, 1036
  19. ΑΠ 123/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 206/2014, ΠοινΔικ 2015, 1015
  20. ΣυμβΑΠ 294/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
  21. ΑΠ 732/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 383/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 855/2006, ΠοινΔικ 2006, 1387, ΠΧρ 2007, 238, ΑΠ 656/2005, ΠοινΔικ 2005, 594, ΣυμβΠλημΡόδ 97/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
  22. ΑΠ 750/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΡοδόπ 185/2006, ΠοινΔικ 2007, 277
  23. ΑΠ 732/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 736/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
  24. ΜΕφΚακΚρητ 240/2016, ΠερΔικ 2016, 673, ΜΕφΚακΙωαν 183/2013, αδημοσίευτες
  25. ΑΠ 126/2015, ό.π.
  26. βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Διαθετικές έννοιες και Ποινικό Δίκαιο, Υπερ 1993, 247 επ.
  27. ΕφΑθην 135/2001, ΠΧρ 2001, 552
  28. ΑΠ 2290/2009, ΠοινΔικ 2010, 180
  29. Γαρδίκας Κ., Εγκληματολογία, τόμ. Β΄, τεύχ. Α΄, 1947, 202
  30. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 262 – 263
  31. βλ. Πανούση Ι., Εισαγωγή. στην Εγκληματολογία, έκδ. 1983, 21
  32. βλ. Καράμπελα Λ., Τα κίνητρα των εγκληματικών πράξεων και η σημασία τους στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, ΝοΒ 1985, 576 επ.
  33. Γκουρμπάτσης Α., Ο εμπρησμός στο ισχύον δίκαιο, έκδ. Γ΄, 151 επ.
  34. Γκουρμπάτσης Α., ό.π, 352 επ.
  35. ΜΕφΚακΚρητ 240/2016, ό.π., 673, ΜΕφΚακΙωαν 183/2013, ό.π., ΠλημΑιγ 13/2008, ΠοινΔικ 2008, 311, Αρμ 2009, 109
  36. βλ. Μανωλεδάκη Ι., Ποιν. Δικ, 380, Μυλωνόπουλου Χρ., Διαθετικές έννοιες και Ποιν. Δικ, Υπερ 1993, 243 επ.
  37. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 365 επ.
  38. βλ. JL. Geller, J. Erlen, RL. Pinkus, »Μια ιστορική εκτίμηση της εμπειρίας της Αμερικής με την πυρομανία. Μια διάγνωση στην αναζήτηση μιας διαταραχής, Int J Law Psychiatry 9: 201-29, 1986
  39. βλ. Diagnostic and Statistical Manual, 5th edition, Published by the American Psychiatric Association
  40. βλ. http://apps.who.int/classifications/icd10/browse/2016/en, όπου δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ ψυχώσεων και νευρώσεων, αλλά γίνεται συγκεκριμένος προσδιορισμός των ψυχικών διαταραχών, έτσι Κιούπη Δ., ό.π, σημ. 80, 37
  41. ενδ. 649 P.2d 951 (1982)
  42. BGH 2 StR 172/11, απόφαση 19.10.2011 (LG Darmstadt)
  43. Σταθέας Γ., Εγχειρ. Ανακρ., 1973, 132
  44. βλ. The Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law, vol 40, τεύχ. 3, 2012
  45. βλ. G. Nasello, Sexuality and Affective Relationships in the pyromaniac, Sexologies, vol. 17, 2008, 596
  46. βλ. www.sciencedirect.com και Lewis NDC, Yarnell H., pathological firesetting (pyromania)The American Journal of Psychiatry, Resident’s Journal, R. Scott Johnson, 2017
  47. βλ. Γκουρμπάτση Α., ό.π, 15 – 17, αναλυτικότερα για τους πυρομανείς, και Εγκλήματα Εμπρησμού – Η εγκληματολογική έρευνα, 2013, 264, Το προφίλ του »πυρομανή» εμπρηστή, www.andrianos- firedepartment.blogspot.com
  48. βλ. Lewis NDC, Yanell: H, »Pathological fiersetting (pyromania), Nerv Ment, Dis Monogr, 1951, 82: 8-26
  49. Τσαγκάρη Κ., Καρέτσος Γ., Προύτσος Ν., Δασικές πυρκαγιές Ελλάδας (1983 – 2008), εκδ. WWF Ελλάς και ΕΘΙΑΓΕ – ΙΜΔΟ και ΤΔΠ, 2011, 112
  50. βλ. BGH 5 StR 219/07, απόφαση της 17.07.2007, LG Frankfurt
  51. ενδ. 152 A.2d 50 (1959), 248 F.2d 640 ( DC Cir. 1957)
  52. BGH 5 StR 526/08, απόφαση της 27.11.2008 (LG Chemnitz)
  53. βλ. Κιούπη Δ., Δικαστική Ψυχολογία και Ψυχιατρική, 2016, 74, παρ. 137 σε Halleir Reinhard, Die Seele des Verbrechers, Niederosterreichister Pressehaus, 2002, 63)
  54. βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Ποιν. Δικ., τ. Ι, 101)
  55. βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.π, 218, 219
  56. βλ. Ηλιόπουλου Τ., Σύστ. Ελλ. Ποιν. Δικ., 1923, 205, Ζησιάδη Ι., Ποιν. Δικ., τόμ. Α΄, 445
  57. βλ. Χωραφά Ν., Γεν. Αρχ. Ποιν. Δικ, τόμ. Α’, έκδ. 4η , 1958, παρ. 24, 98
  58. βλ. Δάρα Ι., Η βούλησις και η επ΄ αυτής επίδρασις των ψυχικών ανωμαλιών και νόσων, 1963, 52
  59. βλ. Χωραφά Ν., ό.π, παρ. 24, 97 επ., Μπουρόπουλου Α., Ερμ. ΠΚ, Γεν. Μ., τόμ. Α΄, 1959, 32
  60. βλ. Χωραφά Ν., ό.π, 97 επ.
  61. βλ. Γιαννίδη Ι., εις Ανδρουλάκη Ν/ Μαγκάκη Γ. – Α./Μανωλεδάκη Ι./Σπινέλλη Δ./Σταμάτη Κ./Ψαρούδα-Μπενάκη Α., Συστ. Ερμην. ΠΚ, 2005, 149-150, αρ. 31
  62. βλ. Χαραλαμπάκη Α., Η ελευθερία της βουλήσεως στον καταλογισμό, ΠοινΔικ 2009, 1112
  63. βλ. Ν. Ανδρουλάκη, ό.π., 222 επ.
  64. βλ. Χωραφά Ν., Ποιν. Δικ, 1978, 229, ΣυμβΠλημΡόδ 24/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
  65. βλ. Πανούση Ι., ό.π, 49
  66. 553 NE.2d 151, (1990), 550 NE.2d 324, 332, (1990), 439 So.2d 287, 280 SE.2d 811 (1981), 417 A.2d 585 (1980)
  67. ΑΠ 1549/2000, ΠοινΔικ 2001, 806, ΑΠ 861/1990, ΠΧρ ΜΑ΄, 272, ΑΠ 542/1988, ΠΧρ ΛΗ΄, 702, ΣυμβΕφΑθην 135/2001, ΠΧρ 2001, 552, ΣυμβΠλημΧαλκ 315/1999, ΠοινΔικ 2000, 133
  68. 479 So.2d 731, 1985, Florida Supreme Court
  69. βλ. ενδ. ΣυμβΕφΘεσσαλ 1/1997, Αρμ 1997, 402, Υπερ 1997, 597
  70. ΣυμβΑΠ 1487/2004, ΠΧρ 32/2005
  71. ΣυμβΠλημΧαλκ 149/1985, Αρμεν 1985, 761
  72. ΣυμβΕφΑθην 1418/2013, ΠΧρ 2013, 740
  73. ΑΠ 1668/1993, ΠΧρ ΜΔ΄, 60-61, ΣυμβΕφΘεσσαλ 1/1997, ό.π.
  74. βλ. Αιτολ. Έκθ. σχ. Ελλ. ΠΚ, 1929, έκδ. Ζαχαρ. 1950, 101-102, κεφ. Ε΄
  75. ΑΠ 343/2000, ΠΧρ 2000, 897, ΑΠ 989/1999, ΠΧρ 2000, 500, Χωραφά Ν., ό.π, 215
  76. βλ. Ηλιόπουλου Τ., ό.π, 205 επ., Κωστή Κ., Ερμ. Ποιν. Νόμ., τόμ. Α΄, έκδ. 4η (1926), 331-332, Ζησιάδη Ι., ό.π, Μανωλεδάκη Ι., Ποιν. Δικ., Γεν. Μ.,1992, 548 επ.
  77. ενδ. BGH 5 StR 334/08, απόφαση της 20.08.2008 (LG Neuruppin), BGH 2 StR 172/11, απόφαση της 19.10.2011 (LG Darmstadt), BGH 4 StR 86/01, απόφαση της 21.06.2001 (LG Bielefeld)
  78. ΑΠ 2292/2003, ΠΧρ ΝΔ΄, 890, ΣυμβΑνΔικ 3/2008, ΠΧρ ΝΘ΄, 751
  79. ενδ. ΣυμβΑΠ 1706/2002, ΠοινΛ 2002, 1966, ΣυμβΠλημΘεσσαλ 572/1981, Αρμ 1981, 672
  80. ενδ. ΜΕφΚακΙωαν 183/2013, ό.π.
  81. βλ. ΕφΑθην 90/1979, Αρμεν 1980, 382
  82. ΑΠ 25/2000, ΠοινΔικ 2000, 460, ΑΠ 1828/1987, ΠΧρ ΛΗ΄, 369
  83. βλ. Α. Γκουρμπάτση, ό.π, 264 επ. και Εγκληματολογική προσέγγιση των εμπρησμών, ό.π, 15 επ., αναλυτικά για τον πυρομανή εμπρηστή
  84. ΑΠ 156/2017, www.areiospagos.gr
  85. ενδ. 715 So.2d 836 (1997), 102 Wis.2d 331 (1982), 702 P.2d 353 (1985), 99 USApp. DC 132, 133, 237 F.2d 760, 761 (1956), σημ. 6
  86. 479 So.2d 731 (1985)
  87. ενδ. State v. Bailey, 2002, Tennesi. Crim. Arr. 734, Faulkenberry v. State, 649 P.2d 951, Alaska Court Appeals, 1982
  88. Barnett W., Richter P., Sigmund D., Spitzer M., Recidivism and Concominality in Pathological Firesseting, Journal of Forensic Sciences, vol. 42, N 5, 1997, 879-883
52 Συνολικές Αναγνώσεις 1 Αναγνώσεις σήμερα

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *