Οι μεγάλες πυρκαγιές στην Αθήνα που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο

Προστέθηκε από F.R.N στις 15 Οκτωβρίου 2013. · 1 Σχόλιο · Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Κατηγορία Μηχανή του Χρόνου, Μπανός Συμεών

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Share into that BigPicture-Share zone

 
Share Button

5/4/2012

Η σημερινή αναδρομή θα μας πάει 32 χρόνια πίσω… στο 1980 και συγκεκριμένα στο κέντρο της Αθήνας…
Ήταν ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 όταν δύο ταυτόχρονες πυρκαγιές κατέστρεψαν δύο από τα ιστορικότερα πολυκαταστήματα της Αθήνας, το «Μινιόν» στην οδό Πατησίων και τον «Κατράντζο» στην οδό Σταδίου, εν μέσω της εορταστικής περιόδου. Επρόκειτο για εμπρησμούς που αποδόθηκαν από τις αρχές σε τρομοκρατικές ενέργειες. Στις 3:07, το πρωί της Παρασκευής, αυτόπτες μάρτυρες και στα δύο πολυκαταστήματα, άκουσαν εκρήξεις και δευτερόλεπτα μετά είδαν φλόγες να ξεπηδούν από τα δύο κτήρια. Μέσα σε λίγα λεπτά έγιναν παρανάλωμα του πυρός, εξαιτίας των εύφλεκτων υλικών και της απουσίας χωρισμάτων στους ορόφους.

Η ηλεκτροδότηση στην περιοχή της Ομόνοιας διακόπτεται, καθώς κατέρρευσαν οι κολώνες της ΔΕΗ μπροστά στα δύο καταστήματα. Η Πυροσβεστική, που έφθασε και στα δύο σημεία μισή ώρα αργότερα , είχε να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο, με πάρα πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Κύριο μέλημά της ήταν να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς στα διπλανά κτίρια. Στο ΜΙΝΙΟΝ έσπευσαν 20 πυροσβεστικά οχήματα με 100 άνδρες, οι οποίοι κατάφεραν να σταματήσουν την επέκταση της φωτιάς στα διπλανά κτίρια, έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο της ανάφλεξης των αρκετών τόνων υγρών καυσίμων που ήταν αποθηκευμένοι στο υπόγειο του καταστήματος.

Στο ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ επιχείρησαν 18 πυροσβεστικά οχήματα με 70 άνδρες που είχαν να αντιμετωπίσουν μετά από μερικές ώρες και την μερική κατάρρευση του κτιρίου το οποίο πήρε και κλίση προς το διπλανό κατάστημα του Κ. ΜΑΡΟΥΣΗ. Την κατάσβεση και στα δύο κτίρια συντόνιζε ο τότε Αρχηγός του Π.Σ. κ. Π. Ποτουρίδης, ο Υπαρχηγός κ. Δ. Ξιφαράς και ο Διοικητής Δ.Π.Υ. Αθηνών κ. Κ. Καρόπουλος. Επιτόπου για ενημέρωση κατέφθασαν ο τότε Πρωθυπουργός κ. Γ. Ράλλης και ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Δαβάκης ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Καραμανλής ενημερώθηκε μετά από λίγη ώρα από τον Πρωθυπουργό. Ο Γεώργιος Ράλλης, μίλησε για «μεγάλη καταστροφή», ενώ πριν από λίγες ώρες υπεράσπιζε στη Βουλή τον πρώτο και τελευταίο προϋπολογισμό της πρωθυπουργικής του θητείας. Ήδη ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, βρισκόταν προ των πυλών της εξουσίας. Η φωτιά είχε τέτοια ένταση, που από το Μινιόν απέμεινε μόνο ο σκελετός, ενώ το κτίριο του Κατράντζου κατέρρευσε. Οι ζημιές σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς της Πυροσβεστικής ανήλθαν σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη. Ο δημιουργός και ψυχή του «Μινιόν» Γιάννης Γεωργακάς υπολόγισε μόνο σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές το εμπόρευμα που χάθηκε, ενώ, όπως είχε δηλώσει , το κατάστημα ήταν ασφαλισμένο μόνο για 200 εκατομμύρια δραχμές .

Ας περάσουμε όμως να δούμε διαδοχικά τους ιδρυτές των δύο αυτών κολοσσών του εμπορευματικού συνόλου της εποχής. Ο Νίκος Κατράντζος (ο οποίος υπήρξε τερματοφύλακας του Αρη και της Εθνικής), ίδρυσε το πρώτο πολυκατάστημα «Κατράντζος Σπορ» το 1939 στη Θεσσαλονίκη. Ο γιός του , Βλάσης Κατράντζος κατάφερε η «Κατράντζος Σπορ» να αποτελέσει την πρώτη αλυσίδα καταστημάτων για σπορ ένδυση και εξοπλισμό, η οποία σύντομα επεκτάθηκε και στην Αθήνα και μάλιστα με μεγάλη ανταπόκριση από το αγοραστικό κοινό. Από την άλλη, το «Μινιόν» ήταν ένας γίγαντας 1.000 υπαλλήλων και 120.000 διαφορετικών ειδών .Η ψυχή του ,ο Γιάννης Γιαννακάς, καταγόταν από το ορεινό χωριό Αυλώνα της Τριφυλίας και γεννήθηκε την δεκαετία του 20. Ο πατέρας του Γιάννη Γεωργακά, Μήτσος, χρόνια μετανάστης στην Αμερική, κατάφερε, επιστρέφοντας, να αγοράσει μαζί με τον αδερφό του ένα μαγαζάκι στην πλατεία του χωριού. Κάποια νύχτα όμως ληστές σήκωσαν τα πάντα και εξαφανίστηκαν με τα άλογά τους. Το 1926 μέσα στην απελπισία τους στέλνουν τον μικρό Γιάννη (δεν είχαν ούτε τα λεφτά για να τον γράψουν στο Γυμνάσιο) στην Αθήνα, να δουλέψει στο μπακάλικο ενός θείου του. Δουλεύει εκεί και (με ψεύτικο πιστοποιητικό) γράφεται και στο νυχτερινό σχολείο.

Αργότερα, αφήνει το μπακάλικο για να δουλέψει σε πρατήριο τσιγάρων και ύστερα γίνεται βοηθός παπατζή. Η αμοιβή, πενήντα δραχμές για δέκα ώρες, μου έφτανε ίσια ίσα για φαγητό» ανέφερε κάποτε.. Υστερα φεύγει φαντάρος και το 1934 απολύεται και αρχίζει να δουλεύει πλασιέ με το ποδήλατό του. Γυρνάει τα περίπτερα κουβαλώντας μικροπράγματα. Ενα από αυτά τα περίπτερα, στα Χαυτεία, που ονομάζεται «Μινιόν», το έχει νοικιάσει ο Αγγελος Σεραφειμίδης. Ο Γεωργακάς μπαίνει συνεταίρος στη δουλειά και αρχίζει τις… καινοτομίες. «Αντί να πουλάμε ένα ένα τα ξυραφάκια, πουλάμε πακετάκια με δέκα λάμες που κόστιζαν βέβαια φτηνότερα από το να τα αγοράζεις ένα ένα. Για τον φτωχό κοσμάκη, αυτό ήταν μεγάλη οικονομία. Φτάσαμε να πουλάμε χίλια πακετάκια τη μέρα!» αναφέρει στην αυτοβιογραφία του. Με την ίδια λογική χτυπούν τις τιμές σε όλα τα είδη. Πολύ σύντομα νοικιάζουν και δεύτερο περίπτερο και στη συνέχεια δημιουργούν το πρώτο κατάστημα στα Χαυτεία. Το 1939 ξεκινούν τα πρώτα σχέδια επέκτασης αλλά τους προλαβαίνει ο πόλεμος. ».

Τον Απρίλιο του 1941 καταλήγει άρρωστος στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων και όταν συνέρχεται, επιστρέφει κακήν κακώς στην Αθήνα. Την ίδια χρονιά φυλακίζεται από τους Γερμανούς για τρεις μήνες. Μόλις στέκεται στα πόδια του, συνεχίζει τη δουλειά στο «Μινιόν». Η πολυπόθητη Απελευθέρωση έρχεται το 1944, αλλά την ακολουθεί ο Εμφύλιος. Το κατάστημα βρίσκεται στο κυβερνητικό στρατόπεδο αλλά οι αποθήκες του στους αντάρτες! Τα εμπορεύματα του «Μινιόν» κατάσχονται, ενώ απέναντί τους εμφανίζεται ο πρώτος ισχυρός ανταγωνιστής, το «Μπιζού», που αντιγράφει τις μεθόδους του «Μινιόν. . Μόλις ηρεμούν τα πράγματα, το 1950 (ο συνέταιρός του στο μεταξύ έχει φύγει ξανά στην Αμερική) ζητάει και παίρνει άδεια εξαγωγής ελληνικών προϊόντων και εισαγωγής ξένων. Στο τέλος της δεκαετίας έχει αγοράσει ένα ολόκληρο δεκαώροφο κτίριο, πάντα κοντά στην Ομόνοια και λίγο μετά αγοράζει και το διπλανό του. Με αυτό τον τρόπο, νοικιάζοντας και αγοράζοντας, θα φτάσει το 1975 να κατέχει ένα τεράστιο μπλοκ 5 δεκαώροφων κτιρίων, με πωλήσεις που ξεπερνούν το τρομακτικό εκείνη την εποχή ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών! Το «Μινιόν» πουλάει τα πάντα. Από καρφίτσες μέχρι αυτοκίνητα. Και από τρόφιμα μέχρι κομπιούτερ. Το Μινιόν χάρη στον Γιάννη Γεωργακά ήταν το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα που:

  • καθιέρωσε τις ετήσιες εκπτώσεις
  • κατάργησε τα παζάρια, που ίσχυαν μέχρι τότε, και έβαλε καθορισμένες τιμές
  • καθιέρωσε τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο και αργότερα στην τηλεόραση
  • έβαλε στα κτίρια του κυλιόμενες σκάλες
  • έβαλε air condition
  • έκανε χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή
  • καθιέρωσε τη λίστα αγορών και τη λίστα γάμου
  • δημιούργησε σχολές πωλητών και στελεχών
  • καθιέρωσε τα σεμινάρια προσωπικού
  • λειτούργησε εστιατόριο καφετέρια-μπαρ στους ορόφους του
  • καθιέρωσε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στους χώρους του.

Με δηλώσεις του ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «επιτρέπει σε παρακρατικά και εγκληματικά στοιχεία να επιδίδονται σε καταστροφές που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, καθώς και τη γαλήνη του κόσμου». Για «σκοτεινή υπόθεση» είχε κάνει λόγο το ΚΚΕ. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης ενημέρωσε το πρωί της Παρασκευής τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και σε δηλώσεις του κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για «εκμετάλλευση του τραγικού γεγονότος». Στις 22 Δεκεμβρίου ήλθε και η επιβεβαίωση της τρομοκρατικής ενέργειας. Την ευθύνη για τους εμπρησμούς ανέλαβε η νεοεμφανιζόμενη «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», που ήταν παρακλάδι του ΕΛΑ. Στην προκήρυξή της, που ταχυδρομήθηκε στις εφημερίδες, δικαιολόγησε την επίθεση στα πολυκαταστήματα υποστηρίζοντας ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια». Το πολιτικό κλίμα στη χώρα φορτίζεται επικίνδυνα. Έκτακτα μέτρα φρούρησης λαμβάνονται σε σούπερ μάρκετ, πολυκαταστήματα και τράπεζες. Για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, γίνεται έλεγχος των τσαντών στις εισόδους των πολυκαταστημάτων. Στην πρωτεύουσα επικρατεί φόβος.

Η Αστυνομία από την πρώτη στιγμή είχε προχωρήσει στη σύλληψη ενός υπόπτου, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, καθώς δεν προέκυψαν σε βάρος του επιβαρυντικά στοιχεία. Αργότερα, συνέλαβε δύο αδελφές, την Αικατερίνη και την Ευαγγελία Τσαγκαράκη, 23 και 20 ετών αντίστοιχα, επειδή η μία σχετιζόταν με άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Τα στοιχεία της Ασφάλειας δεν άντεξαν στη δικαστική βάσανο και ο ανακριτής της υπόθεσης Μιχάλης Μαργαρίτης (ο δικαστής της 17Ν) τις άφησε ελεύθερες. Θέση για τη διπλή εμπρηστική επίθεση της 19ης Δεκεμβρίου πήρε και ο ΕΛΑ, που κατήγγειλε όσους είχαν αποχωρήσει από τις τάξεις του. Μάλιστα, αποκάλυψε στο περιοδικό «Αντιπληροφόρηση» ότι η εμπρηστική ουσία έχει εισαχθεί από την Ολλανδία και χρησιμοποιείται για την επιτάχυνση της φωτιάς σε πετρελαιοπηγές. Κριτική στο διπλό τρομοκρατικό χτύπημα άσκησε και η 17Ν. Με προκήρυξή της, που δημοσιοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1981, υποστήριξε ότι ήταν «επιχειρησιακά ασυντόνιστες, όχι κατάλληλα προετοιμασμένες και πολιτικά επιβλαβείς».μέχρι σήμερα, οι δύο υποθέσεις εμπρησμών στα πολυκαταστήματα «Κατράντζος» και «Μινιόν», όπως και οι άλλες τέσσερις που ακολούθησαν, παραμένουν ανεξιχνίαστες και έχουν παραγραφεί δικαστικά.

Παρόμοιο εφιαλτικό σκηνικό επαναλήφθηκε μετά από ένα εξάμηνο, πάλι τις πρώτες πρωινές ώρες της 3-6-1981 με την ταυτόχρονη πυρπόληση αυτή τη φορά του ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΥ στην πλατεία Δημαρχείου και του ΑΤΕΝΕ στην οδό Σταδίου. Οι πυκνοί καπνοί κάλυψαν όλο το κέντρο της πρωτεύουσας, ενώ οι φλόγες έκαναν μέρα όλο το εμπορικό κέντρο της Αθήνας. Στον ΚΛΑΟΥΔΑΤΟ η πυρκαγιά ξεκίνησε από τον 2ο όροφο και εξαπλώθηκε ταχύτατα σε όλο το κτίριο απειλώντας με επέκταση όλο το οικοδομικό συγκρότημα μεταξύ των οδών Κρατίνου – Αθηνάς-Σοφοκλέους – Στρέιτ. Η υψηλή θερμοκρασία που αναπτύχθηκε από το τεράστιο πυροθερμικό φορτίο των εμπορευμάτων που φλέγονταν, άρχισαν να δημιουργούν καταρρεύσεις στο εσωτερικό του καταστήματος, ενώ η αντιπροσωπεία κυνηγετικών όπλων και εκρηκτικών που στεγάζονταν στο διπλανό κτίριο, σε συνδυασμό με τους αρκετούς τόνους υγρών καυσίμων που βρίσκονταν στο υπόγειο, δημιούργησαν ένα εφιαλτικό πεδίο για τους πυροσβέστες που επιχειρούσαν μέσα στο κτίριο.

Στο ΑΤΕΝΕ (αφοί Τσιτσόπουλοι) η πυρκαγιά ξεκίνησε πιθανότατα μεταξύ 3ου και 4ου ορόφου και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το 8οροφο κτίριο. Και εδώ οι πυροσβέστες έδωσαν σκληρή μάχη, ανάμεσα σε εκρήξεις φιαλιδίων υγραερίου, αποσμητικών και άλλων εύφλεκτων υλικών, ενώ είχαν αναπτυχθεί τέτοιες θερμοκρασίες, που σε ορισμένα σημεία παραμόρφωσαν τις μεταλλικές επιφάνειες. Και στις δύο πυρκαγιές, την πάνω από 12 ώρες μάχη με την φωτιά έδωσαν 300 πυροσβέστες με 55 οχήματα, με επικεφαλής στον ΚΛΑΟΥΔΑΤΟ τον τότε Διευθυντή Α.Π.Σ. κ. Αστεριάδη και στο ΑΤΕΝΕ τον τότε Διοικητή Δ.Π.Υ. Αθηνών κ. Καρόπουλο. Το όλο έργο συντόνιζε ο Αρχηγός του Π.Σ. κ. Δ. Ξιφαράς ενώ επιτόπου από τις πρώτες ώρες βρέθηκαν ο Πρωθυπουργός κ. Ράλλης και ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης κ.Δαβάκης

Η σχέση της οικογένειας Κλαουδάτου με το λιανικό εμπόριο χρονολογείται από το 1912, από την εποχή που το αθηναϊκό εμπόριο δεν υπερέβαινε τα όρια του λεγομένου «ιστορικού εμπορικού κέντρου» της Αθήνας. Λίγα χρόνια μετά το «γύρισμα» του 21ου αιώνα η οικογένεια Κλαουδάτου έκλεισε τον κύκλο της στην κατηγορία των πολυκαταστημάτων, με τα οποία είχε ταυτιστεί από το 1960, και μάλιστα με καταστροφικό τρόπο, καθώς ο όμιλος Κορασίδη, στον οποίο είχε ενταχθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, χρεοκόπησε. Όμως, η σχέση της με το λιανικό εμπόριο διατηρήθηκε μέσω της νεότερης γενιάς και με τη μορφή του χειμερινού τουρισμού, των extreme spors και των καταστημάτων αντίστοιχου εξοπλισμού. Μία δραστηριότητα με την οποία έχει συνδέσει το όνομά της η οικογένεια Κλαουδάτου, αφού άρχισε να την ασκεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν δημιούργησε στο όρος Βελούχι, πλησίον του Καρπενησίου, το πρώτο ιδιωτικό χιονοδρομικό κέντρο στην Ελλάδα κάνοντας όπως έλεγε ο κ. Αγγ. Κλαουδάτος «το κέφι μας δουλειά».


Η οικογένεια Κλαουδάτου μπορεί να ταύτισε το όνομά της με την εμπορική μορφή του πολυκαταστήματος, αλλά αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1950, τότε που στην περιοχή της Ομόνοιας, στο «ιστορικό εμπορικό κέντρο», τα «βαριά» εμπορικά ονόματα ήταν Κατράντζος, Δραγώνας, Μινιόν, Διαμαντής, Atenee και Λαμπρόπουλος. Οικογένεια κεφαλλονίτικη, με πέντε παιδιά, από τις πιο φτωχές στο νησί, αναζήτησε την τύχη της κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Δύο από αυτά, ο Άγγελος και ο Ηρακλής, έφυγαν στις αρχές του αιώνα για την Αμερική. Δύο έμειναν στο νησί, ο Ιωσήφ και ο Κώστας, και ο τρίτος, ο Γεράσιμος, ήλθε το 1908 στην Αθήνα. Αυτός έμελλε να γίνει ο «εμπορικός γενάρχης» της οικογένειας.

Τότε οι Κεφαλλονίτες συνωστίζονταν στο κέντρο της Αθήνας πουλώντας καρτ ποστάλ. Είχαν «ειδικότητα». Με αυτό ασχολήθηκε και ο Γεράσιμος για να ζήσει. Πουλούσε καρτ ποστάλ στην τότε πλατεία Λουδοβίκου, έξω από το Ταχυδρομείο, Σοφοκλέους και Αιόλου. Αυτό ως το 1912, οπότε νοικιάζει κάτω από τις σκάλες του Δημοτικού Θεάτρου ένα μικρό υπόγειο μαγαζί και αλλάζει επάγγελμα, αρχίζει δηλαδή να πουλάει κάλτσες και φανέλες. Από το 1922 όλα τα αδέλφια μαζί ασχολούνται πλέον με το εμπόριο στο υπόγειο μαγαζάκι. Το 1964 η παλιά ομόρρυθμη εταιρεία μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία, αφού πλέον η δεύτερη γενιά έχει το «τιμόνι» στα χέρια της. Το 1970 δημιουργείται το δεύτερο πολυκατάστημα, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη, και το τμήμα χονδρικής πώλησης στη γωνία Αθηνάς και Κρατίνου. Το 1973 η εταιρεία Γ.Α. Κλαουδάτος εισέρχεται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Η ανάπτυξή της είναι ραγδαία. Δημιουργεί καταστήματα στη Λάρισα και στον Βόλο, ενώ αγοράζει το 90% της εταιρείας Μουστάκης στην Πάτρα. Είναι η περίοδος που τα παραδοσιακά πολυκαταστήματα συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των καταναλωτών, διαφεντεύοντας το εμπόριο του κέντρου της Αθήνας. Το διαφημιστικό σλόγκαν της εταιρείας: «Στην κατανάλωση είναι το κέρδος». Η πρόσβαση στο κέντρο από τις συνοικίες ήταν εύκολη, ο αριθμός των αυτοκινήτων περιορισμένος και το «status» της εποχής ήταν να κάνει κανείς τις αγορές του από κάποιο πολυκατάστημα. Τα δύσκολα άρχισαν λίγο αργότερα. Το φθινόπωρο του 1980 λόγω των πυρκαγιών, η ανάπτυξη της εταιρείας αναστέλλεται. Εν τω μεταξύ από τις αρχές του 1980, παράλληλα με την ανάπτυξη των πολυκαταστημάτων, η οικογένεια Κλαουδάτου στρέφεται και σε άλλους εμπορικούς τομείς. Αξιοποιεί τις δυνατότητες που προσφέρει ο χειμερινός τουρισμός και δημιουργεί καταστήματα σε ορισμένα χιονοδρομικά κέντρα, ενώ ανοίγει καταστήματα με είδη σπορ στο Μαρούσι και στη Γλυφάδα.

Ένα μήνα μετά οι άγνωστοι εμπρηστές ξανακτυπούν. Το απόγευμα της 4-7-1981 σειρά έχει το πολυκατάστημα ΔΡΑΓΩΝΑΣ στην οδό Αιόλου στην Αθήνα . Οι 50 πυροσβέστες με 10 οχήματα που έσπευσαν περιόρισαν την φωτιά στον δεύτερο και τρίτο όροφο περιορίζοντας την καταστροφή σε ζημιές ύψους περί τα έξι εκατομμύρια δραχμές, διασώζοντας την υπόλοιπη περιουσία του καταστήματος ύψους περί τα ενάμιση δισεκατομμύρια δραχμές. Τρεις μέρες μετά, στις 7-7-1981 και πάλι απόγευμα, το εφιαλτικό σκηνικό μεταφέρεται στον Πειραιά. Το 8ώροφο πολυκατάστημα ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ στη διασταύρωση των οδών Βασιλ. Κωνσταντίνου και Τσαμαδού στον Πειραιά περικυκλώνεται από πυκνούς καπνούς. Η φωτιά εκδηλώνεται στους μεσαίους ορόφους (3ο,4ο,5ο ) καταστρέφοντας εμπορεύματα αξίας περί τα 30.000.000 δραχμές. Οι 120 πυροσβέστες με τα 18 πυροσβεστικά οχήματα που έσπευσαν στον τόπο του συμβάντος έδωσαν σκληρή μάχη με τους πυκνούς καπνούς και τις υψηλές θερμοκρασίες κατορθώνοντας να περιορίσουν την επέκταση στους επόμενους ορόφους. Την επιχείρηση συντόνιζε ο τότε Αρχηγός του Π.Σ. κ. Δ. Ξιφαράς και ο Διοικητής Δ.Π.Υ. Πειραιώς κ. Σ. Μονάντερας.

30 χρόνια μετά, από τη βραδιά που η «17 Νοέμβρη» πυρπόλησε το πολυκατάστημα Δραγώνας στο κέντρο της Αθήνας, ο ιδιοκτήτης Λέανδρος Δραγώνας, έδωσε μια συνέντευξη σε κυριακάτικη εφημερίδα , μιλώντας για πρώτη φορά για τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Τη νύχτα που έγινε η αιτία να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή του και εξέφρασε την πικρία του που καμία κυβέρνηση δεν στάθηκε δίπλα του και δίπλα στους εργαζόμενους… Παρά τις προσπάθειές του να ορθοποδήσει από την καταστροφή, οδηγήθηκε στην απογοήτευση και έκλεισε και τα δύο καταστήματά του επτά χρόνια αργότερα. Η οικογένειά του υπήρξε η πλουσιότερη της Ελλάδας, όμως καταστράφηκε σε μία νύχτα και έφυγε με το κεφάλι ψηλά. Από το σπίτι του πέρασαν οι μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής, δείπνησαν έντεκα πρωθυπουργοί, πολλοί διπλωμάτες και πρέσβεις, γενικοί γραμματείς του ΟΗΕ και καλλιτέχνες της διεθνούς σκηνής. Ολοι τον θαύμαζαν, «κινητή βιβλιοθήκη» τον είχε χαρακτηρίσει ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής, ενώ ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος συζητούσε μαζί του την επιθυμία του να δει την Καθολική και την Ορθόδοξη Εκκλησία ενωμένες.

H επιχείρηση Δραγώνα ξεκίνησε από τον πατέρα του, την εποχή που οι μετανάστες έφευγαν από τον Πειραιά, τη νύχτα με τα καράβια. Ο πατέρας του κρατούσε ανοιχτό το μαγαζί και πωλούσε 1.000 βαλίτσες τη βραδιά. Ηταν ο πρώτος Ελληνας πλούσιος έμπορος. Και η μητέρα του, αν και πλούσια, έραβε σκισμένα σεντόνια. Ετσι ξεκίνησαν και έγιναν η ισχυρότερη οικογένεια της Ελλάδας.

Η εταιρεία Αφοί Λαμπρόπουλοι ΑΒΕΕ το 2001 γιόρτασε τα 100ά γενέθλιά της. Ατύπως έλκει την καταγωγή της από το τέλος του περασμένου αιώνα, το 1898, όταν ο Ξεν. Λαμπρόπουλος, από ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας, μόνο αυτός από τα επτά αδέλφια της οικογένειας, ήλθε τότε στην Αθήνα να βρει την τύχη του. Ετσι με ένα καρότσι έγινε πλανόδιος πωλητής στην περιοχή της Αιόλου, στην εμπορικότερη περιοχή της Αθήνας εκείνης της εποχής. Σύντομα όμως, το 1901, ο μικροπωλητής Ξ. Λαμπρόπουλος κατορθώνει να δημιουργήσει ένα μικρό κατάστημα με ανδρικά είδη, εκεί που σήμερα είναι το γνωστό πολυκατάστημα, το οποίο ανήκει σε ομόρρυθμη εταιρεία.Οι δουλειές πήγαιναν καλά και τότε αρχίζουν να ασχολούνται με το κατάστημα και άλλα τέσσερα από τα αδέλφια, οι Βασίλης, Κωνσταντίνος, Θεόδωρος και Θεμιστοκλής. Το μαγαζί μεγαλώνει συνεχώς και, όπως λέγουν, ήταν από τα καλύτερα της εποχής. Απόδειξη της εμπορικής ευμάρειας της οικογένειας αποτελεί το γεγονός ότι το 1927 η ομόρρυθμος εταιρεία μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία. Μια εταιρεία καθαρά οικογενειακή, η οποία περνάει την πρώτη κρίση της την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, όταν το κατάστημα και οι αποθήκες λεηλατούνται. Δεν άργησε όμως να ανασυγκροτηθεί, βοηθούμενη από τη βιομηχανία της εποχής. Το 1967 η εταιρεία, από τις πρώτες επιχειρήσεις του εμπορικού κλάδου, εισάγεται στο Χρηματιστήριο. Εν τω μεταξύ η εταιρεία, πριν ακόμη από τον πόλεμο, κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ακόμη πολυκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ανοίγει άλλα δύο καταστήματα στο κέντρο της Αθήνας και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δημιουργείται το κατάστημα του Πειραιά.

30 χρόνια πέρασαν και ο φάκελος αυτών των δραματικών καταστροφών για το ελληνικό εμπόριο έχει κλείσει, αφήνοντας ακόμα και σήμερα αναπάντητα ερωτήματα. Σαφέστατα τις εμπρηστικές ενέργειες τις ανέλαβαν και επίσημα τρομοκρατικές οργανώσεις ως προείπαμε, αλλά ακόμα ψιθυρίζονται διάφορα σενάρια περί εξόντωσης της ελληνικής εμπορευματικής δύναμης από ξένα κεφάλαια η αν θέλετε ξένες μυστικές δυνάμεις. Ήδη το ΠΑΣΟΚ είναι στην εξουσία και σεναριακά μιλώντας , το μήνυμα που στάλθηκε στην τότε κυβέρνηση ήταν πως η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες αλλά σε δυνάμεις πέραν του ατλαντικού. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ευθύς μαλακώνει στις διαπραγματεύσεις για τις βάσεις και παρά την αριστερή φρασεολογία, οι βάσεις έμειναν. Μην ξεχνούμε πως επλήγησαν ταυτόχρονα εταιρίες κολοσσοί ,οι οποίες είχαν ήδη αναμειχθεί στο χρηματιστήριο αξιών της Ελλάδος, παίζοντας έναν πολύ σημαντικό ρόλο για την ελληνική οικονομία. Από την άλλη πλευρά, όλοι οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων που κατεστράφησαν κάνουν λόγο ακόμα και σήμερα για ολιγωρία των τότε κυβερνήσεων ,ηθελημένα κατά την άποψή τους για ενίσχυση και επανόρθωση τους από το ναδίρ. Δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν όλες οι μεγάλες αυτές οικογένειες δεν ανόρθωσαν ποτέ ξανά το ανάστημα τους, ενώ χάθηκαν μέσα στους χρόνους κυρίως από τα δάνεια και τις χρεωκοπίες. Αστικοί μύθοι κάνουν λόγο λοιπόν για συνδυασμένες κινήσεις ,που έπληξαν βαθιά το ελληνικό κεφάλαιο, για χάρη όμως των πολυεθνικών επιχειρήσεων που άρχισαν δειλά δειλά από τότε να κάνουν την εμφάνιση τους στο ελληνικό προσκήνιο, μέχρι που σήμερα η ελληνική αγορά έχει κατακλυστεί από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες σε όλους τους κλάδους.

Σε επίπεδο τρομοκρατίας τώρα, στις 3 Ιουλίου του 1994 σε μια απομονωμένη περιοχή στην Αγία Μαρίνα Μεσσαγρού Αίγινας, βρέθηκε απαγχονισμένος μέσα σε κλειδωμένο δωμάτιο συγγενικού του σπιτιού ,ο τυπογράφος Βαγγέλης Λάμπρου, για τον οποίον υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της Αστυνομίας υποστήριζαν ότι αποτελούσε ένα από τα κεντρικά «πρόσωπα» στη δράση του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα και άλλων «θυγατρικών» οργανώσεων. Μόνο που ποτέ δεν κατόρθωσαν να τεκμηριώσουν οτιδήποτε πέρα από σειρά ενδείξεων και πιθανολογήσεων. Η πρώτη και η μοναδική φορά που δημοσιοποιούνται στοιχεία της Αστυνομίας για τον Βαγγέλη Λάμπρου είναι μετά τον διπλό εμπρησμό στις 3 Ιουνίου 1981 των πολυκαταστημάτων «Κλαουδάτος» και «Ατενέ» στο κέντρο της Αθήνας. Είχε προηγηθεί στις 19 Δεκεμβρίου 1980 η ολοκληρωτική καταστροφή των πολυκαταστημάτων «Μινιόν» και «Κατράντζος Σπορ» στο κέντρο της Αθήνας που ανέλαβε η οργάνωση Οκτώβρης 80, στις άλλες δύο διπλές επιθέσεις όμως δεν υπήρξε καμία ανάληψη ευθύνης και αυτό γιατί η οργάνωση Οκτώβρης 80 και οι δράστες των εμπρησμών θεωρείται ότι αποτελούσαν την πρώτη βασική διάσπαση του ΕΛΑ, ύστερα και από τον θάνατο του ιδρυτή της οργάνωσης Χρήστου Κασσίμη το 1977, ενώ ήταν και ο προπομπός της οργάνωσης Αντικρατική Πάλη του Χρήστου Τσουτσουβή.

Πρόκειται για δύο οργανώσεις που επεδίωκαν σκληρά χτυπήματα. Μία ημέρα λοιπόν μετά τον δεύτερο διπλό εμπρησμό πολυκαταστημάτων (τον Ιούνιο του 1981) το υπουργείο Δημόσιας Τάξης ανακοινώνει ότι αναζητεί τις αδελφές Αικατερίνη και Ευαγγελία Τσαγκαράκη, ηλικίας τότε 23 και 20 ετών, θυγατέρες υπευθύνου Ασφαλείας του Νομισματοκοπείου της Τράπεζας της Ελλάδος, ως ύποπτες συμμετοχής στην ενέργεια αυτή. Η έρευνα της Αστυνομίας στράφηκε στην Ευαγγελία Τσαγκαράκη γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι «ανήκε στον χώρο των εξτρεμιστών», όπως ανέφεραν οι αστυνομικοί, αλλά και είχε επισκεφθεί στις φυλακές τον 24χρονο τότε Γιάννη Μπουκετσίδη, όταν αυτός κρατείτο ως ύποπτος για βομβιστική επίθεση στην Εφορία Πειραιά το 1980. Ο Μπουκετσίδης αθωώθηκε γι’ αυτή την επίθεση, όπως και όταν κατηγορήθηκε το 1990 ως συνεργός του Κυριάκου Μαζοκόπου, στα χέρια του οποίου εξερράγη εκρηκτικός μηχανισμός.

Όπως ανέφεραν τότε αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ., για τις αδελφές Τσαγκαράκη προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία και συγκεντρώθηκαν μαρτυρίες σε σχέση με τους εμπρησμούς. Ετσι λοιπόν η έρευνα της Αστυνομίας κατέληξε στη σύλληψη του 25χρονου τότε Βαγγέλη Λάμπρου, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τις αδελφές Τσαγκαράκη (αργότερα αναφέρεται ότι παντρεύτηκε την Ευαγγελία), αλλά και του Θόδωρου Πισιμίση, για τον οποίον αστυνομικοί έχουν προχωρήσει και σε άλλες αποτυχημένες ενέργειες για να διερευνήσουν τυχόν ρόλο του σε κεντρικό επίπεδο με τη δράση του ΕΛΑ. Ο Λάμπρου, ο οποίος είχε παλαιότερα διέλθει από την οργάνωση Ρήγας Φεραίος, είχε δικτυωθεί στον «χώρο» των Εξαρχείων και εμφανιζόταν ως υποστηρικτής της ένοπλης δράσης, προφυλακίζεται κατηγορούμενος για τους εμπρησμούς. Μάλιστα εκείνο το χρονικό διάστημα, καλοκαίρι 1981, συζούσε με μια άλλη κοπέλα στην περιοχή της Καλλιθέας, στο διαμέρισμα της οποίας σημειώθηκε έκρηξη. Ο Λάμπρου υποστήριξε ότι η έκρηξη σημειώθηκε από διαρροή γκαζιού και δεν υπήρξε συνέχεια στην έρευνα των αστυνομικών. Στα τέλη Ιουλίου 1981 η οργάνωση Οκτώβρης 80 εκδίδει, όπως έπραττε και ο ΕΛΑ, «πληροφοριακό δελτίο» όπου αναφέρει ότι «ο αγωνιστής Βαγγέλης Λάμπρου είναι ακόμη φυλακισμένος και αντιμετωπίζει μια στημένη κατηγορία». Σύντομα οι κατηγορίες των αστυνομικών καταρρέουν και οι κατηγορούμενοι για τους εμπρησμούς των πολυκαταστημάτων «Ατενέ» και «Κλαουδάτος» απαλλάσσονται διά βουλεύματος αφού δεν προέκυψε οποιαδήποτε σχέση τους με την υπόθεση.

Σήμερα η ιστορία έχει ως εξής…

Ο Κατράντζος έκτοτε ίδρυσε εταιρία σεκιούριτι, σκοπός του από τότε ήταν να συλλάβει τους δράστες και να βρεί την άκρη του νήματος στην καταστροφή του το 81.. Το “Κατράντζος Σπορ” κατέρρευσε λόγω της φωτιάς και δεν ξαναλειτούργησε. Το Μινιόν δεν είχε οικονομικά προβλήματα τότε. Ίσα-ίσα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μέχρι τον εμπρησμό ήταν η χρυσή εποχή του. Τώρα ανήκει στην οικογένεια Κουτσολιούτσου, που έχουν την folli follie, τα Factory Outlet κ.ά Ο Athenee των Αφων. Τσιτσόπουλου τότε ήταν ακριβώς απέναντι από τον Vardas στην Σταδίου. Λειτουργεί ακόμα, αλλά έχει μεταφερθεί λίγο πιο κάτω. Ο “Δραγώνας” στην οδό Αιόλου έχει κλείσει. Ο Λαμπρόπουλος έχει το Notos Galleries στην Αιόλου και το Notos Exclusive στο The Mall Athens. Στον ίδιο όμιλο ανήκει και το κατάστημα του Κλαουδάτου στην Πλ. Κοτζιά (Notos Home), που έχει τώρα εκτός από το κτίριο που κάηκε το 1980 και ένα νεόκτιστο ακριβώς δίπλα.

Για το Fire Rescue News

Συμεών Μπανός, Δημοσιογράφος

Δεν επιτρέπεται η Αναδημοσίευση χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του αρθρογράφου και του Fire Rescue News

Παραπομπές – Βιβλιογραφία

Σχετικά άρθρα

One Response to Οι μεγάλες πυρκαγιές στην Αθήνα που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο

  1. Avatar
    Heliotypon 28 Νοεμβρίου 2015 at 19:17
     

    Ξεχάσατε το κτήριο που στεγαζόταν η Κ. Μαρούσης στο τέλος της Πανεπιστημίου. Εκεί, αν θυμάμαι καλά, κάηκε κι ένας άνθρωπος που δεν πρόλαβε να ξεφύγει.

    Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.