Χρήσεις γης, ιδιοκτησιακό καθεστώς και δασικές πυρκαγιές

Προστέθηκε από F.R.N στις 17 Ιουνίου 2015. · No Comments · Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Κατηγορία Καραμάνου Ασπασία, Πυροπροστασία, Σαλόνι

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Share into that BigPicture-Share zone

 
Share Button

17/6/2015

Της Δρ. Ασπασίας Καραμάνου, Προϊσταμένης Πολιτικής Προστασίας ΠΕ ΚΤ, Περιφέρειας Αττικής

Βασικά αίτια της αύξησης της διακινδύνευσης των δασικών πυρκαγιών θεωρούνται οι εκάστοτε πολιτικές χρήσης γης το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τα πολεοδομικά-χωροταξικά σχέδια που κατά καιρούς υιοθετήθηκαν, συνδυασμένα και με μια πληθώρα άλλων παραγόντων που επιτείνουν – συχνά υπέρμετρα – το πρόβλημα, όπως: αμέλειες (π.χ. τσιγάρα, καύση υπολειμμάτων στους αγρούς, ανάφλεξη χώρων εναπόθεσης απορριμμάτων), ενέργειες διολιοφθοράς, πυρομανείς, καύση δασών από κτηνοτρόφους προκειμένου «να βγάλει η γη χορτάρι» κτλ.

Εκατομμύρια είναι τα στρέμματα γης στα οποία εγείρονται εμπράγματα δικαιώματα από ιδιώτες (διακατεχόμενα δάση,[1] εκτάσεις που διεκδικούνται από οικοδομικούς συνεταιρισμούς ή την εκκλησία, καταπατήσεις κτλ). Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασικών εκτάσεων είναι συνυφασμένο με τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά την απελευθέρωση κάθε γεωγραφικής περιοχής. Ακολούθησαν σωρεία νομοθετημάτων που άλλοτε ελάττωναν και άλλοτε διόγκωναν το πρόβλημα, μεταβάλλοντας συνεχώς τις χρήσεις γης – συχνά αυθαίρετα ή ονοματιζόταν δημόσιο συμφέρον – ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές ανάγκες και τις ιδιωτικές και πολιτικές πιέσεις της εποχής, προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες δόμησης κατοικίας ή λόγω επεκτάσεως των πόλεων, τουριστικών επιχειρήσεων, αγροτικών καλλιεργειών, βοσκοτόπων κ.τ.λ.

Σήμερα, εκεί που άλλοτε υπήρχαν μόνο συνεχόμενες εκτάσεις τώρα έχει δημιουργηθεί το φαινόμενο του κατακερματισμού της γης, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό, διαρκώς μεταβαλλόμενο, με εκτεταμένες ζώνες μίξης βοσκοτόπων, δασών, αγροτικών και οικιστικών περιοχών. Εξαιτίας των νέων αυτών ζωνών ο κίνδυνος έναρξης πυρκαγιάς από ανθρώπινες δραστηριότητες αυξήθηκε. Επιπλέον η πυρκαγιά μπορεί να ξεκινήσει ως δασική, να γίνει αστική, ακόμη και βιομηχανική.

Οι πληθυσμιακές ανάγκες δεν είναι πλέον τόσο επιτακτικές, όμως, η αξία της γης πολλαπλασιάστηκε και νέες διεκδικήσεις κυριότητας των δασικών περιοχών εμφανίζονται συνέχεια διογκώνοντας το ιδιοκτησιακό ζήτημα για κερδοσκοπικούς λόγους  (σκοπιματική συμπεριφορά, για ρουσφετολογικούς και οικονομικούς λόγους πολιτικών, δημοσίων υπηρεσιών,[2] οργανωμένων ιδιωτικών συμφερόντων, μεμονωμένων πολιτών ακόμη και ανθρώπων που στο παρελθόν είχαν αναλάβει την προστασία τους όπως ρητινοσυλλέκτες, υλοτόμοι, κτηνοτρόφοι, αγρότες, συνεταιρισμοί κτλ).

Η δασική γη τέθηκε για πρώτη φορά υπό την Προστασία του Συντάγματος το 1975 υπό το βάρος της νομολογίας που επέβαλε την προστασία των δασών και του δασικού τους χαρακτήρα, καθώς και της επιτακτικής ανάγκης που δημιουργήθηκε για την αναβάθμιση των φυσικών πόρων.[3] Ωστόσο, οι νόμοι που ψηφίστηκαν κατ’ επιταγή του κρίθηκαν πολλές φορές αντισυνταγματικοί, είτε γιατί επέτρεπαν άμεσα τον αποχαρακτηρισμό της γης είτε έμμεσα με την νομιμοποίηση προηγούμενων παράνομων αποχαρακτηρισμών.

Πληθώρα είναι ακόμη τα νομοθετήματα που κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, οικολογικών οργανώσεων και άλλων φορέων ατόνησαν ή/και τελικά αποσύρθηκαν, όπως επίσης και αυτά, τα οποία, αν και προτάθηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως «δραστικές λύσεις» η εφαρμογή τους όμως αποδείχθηκε «πρόβλημα για δύσκολους λύτες».

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις κανονιστικών ρυθμίσεων που άμεσα ή έμμεσα επέτρεψαν τον αποχαρακτηρισμό του δασικού χαρακτήρα της γης:

Ν. 947/1979 (ΦΕΚ 149Α), «Περί οικιστικών περιοχών»: Μέρος των δημόσιων δασών καθίσταντο άλση, η δε διάθεση τμημάτων δημοσίου δάσους για οικοπεδοποίηση επιτρεπόταν με την τήρηση των όρων της δασικής νομοθεσίας. Στα ιδιωτικά δάση επιτρεπόταν η δόμηση αρκεί ο ΣΔ<1, υπολογιζόμενος επί του οικοδομήσιμου χώρου. Το αιτιολογικό αναφερόταν: «Για την αξιοποίηση μικρών κατατμημένων ιδιωτικών δασικών εκτάσεων, ανάπτυξη παραθεριστικής κατοικίας, νομιμοποίηση οικιστικά διαμορφωμένων περιοχών, που η ελλιπής νομοθεσία και ο υπερβολικός ζήλος των δασικών υπαλλήλων εμποδίζει» (Συνεδρ. ΡΛΣΤ 20-6-1979 Πρακτικά Βουλής).

Ν. 998/1979  (ΦΕΚ 289Α) «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας»:  Νομιμοποιήθηκε η αγορά δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων που ανήκαν στην εκκλησία και σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Εξαιρούσε από την προστασία του Συντάγματος ιδιόκτητους «διασωθέντες αγρούς», με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου ότι ήταν καλλιεργήσιμα εδάφη έως το 1940. Αποτέλεσμα 15 εκ στρ να πάψουν να υπάγονται στη δασική νομοθεσία.

Για πρώτη φορά διαχωρίστηκε νομοθετικά η δασική γη στις έννοιες «δάσος» και «δασικές εκτάσεις», διάκριση που αμφισβητήθηκε από τον επιστημονικό κόσμο. Εξαιρέθηκαν από τις δασικές εκτάσεις γεωργικές καλλιέργειες, χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις πεδιάδων καθώς και οι περιοχές για τις οποίες υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ή περιλαμβάνονται εντός οικισμών προϋφιστάμενων του 1923. Στην ουσία πρόκειται για πράξη αποχαρακτηρισμού μεγάλων δασικών εκτάσεων, θεωρώντας (εισηγητική έκθεση του νόμου) την οικιστική ανάπτυξη δημόσιο συμφέρον για την αντιμετώπιση προβλημάτων εγκατάστασης του πληθυσμού).

Εν τέλει ο ορισμός του νόμου αυτού ερμηνεύτηκε από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την 27/99 απόφασή του με την οποία δέχθηκε ότι για τον ορισμό του δάσους αρκεί η ύπαρξη των μορφολογικών του χαρακτηριστικών, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη των λειτουργικών χαρακτηριστικών του δασικού συστήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 49 επιτράπηκε η οικοδόμηση των δασικών εκτάσεων για λόγους «ενότητας πολεοδομικού σχεδιασμού» για τα δάση τα οποία δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο οικολογικό και αισθητικό ενδιαφέρον και δεν είναι προστατευτικά δάση. Επέτρεψε δηλαδή την ένταξη των δασών και των δασικών εκτάσεων στην οικιστική περιοχή και την οικοδόμησή τους σε ποσοστό 10% με Προεδρικά Διατάγματα του Υπ. Δημοσίων Έργων, υπογεγραμμένα και από τον Υπ. Γεωργίας. Οι διακρίσεις του νόμου αυτού θεωρήθηκαν αντισυνταγματικές και αμφισβητήθηκαν. Η νομολογία απόκλεισε ρητά τη θέση αυτή θεωρώντας ότι «…η οικιστική χρήση έχει παγίως αποκλεισθεί….» (ΣτΕ Ολ 3754/81 και ΣτΕ 359/63)

Το άρθρο 21, σύμφωνα με τον κ. Δέγλερη, πρώην πρόεδρο Ε΄ Τμήματος Στ.Ε, αφορά μεταμφιεσμένες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, η λειτουργία των οποίων είναι ασυμβίβαστη με τη συνταγματική προστασία των δασών.

Με το άρθρο 14 δόθηκε η δυνατότητα για τον αποχαρακτηρισμό πολλών δασικών εκτάσεων στην Αττική εφόσον δεν υπήρχε δασολόγιο. Πολλοί καταπατητές στηρίχθηκαν σε αυτήν τη δυνατότητα οικοπεδοποιώντας μεγάλες δασικές εκτάσεις.

Ν. 999/1979 (ΦΕΚ 282Α), «Περί συντονισμού και προγραμμάτων και εργασιών κατασκευής οδών και έργων κοινής ωφέλειας εις την περιοχή Μείζονος Πρωτευούσης»: Νομιμοποιούσε, χωρίς την υπογραφή του υπουργού Γεωργίας, Προεδρικά Διατάγματα ένταξης δασών στο σχέδιο πόλεως και τις σχετικές αποφάσεις Νομαρχών, χωρίς τη συγκατάθεση της Δασικής Αρχής, εφόσον είχαν εκδοθεί μέχρι της 20-4-1967. Άλλος ένας νόμος που η νομολογία έκρινε ως αντισυνταγματικό (ΣτΕ 1403/1990).

Ν. 248/1976 (ΦΕΚ 6Α), «Περί φύλλου καταγραφής, μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και προστασίας των δημόσιων δασικών εκτάσεων» (όπως τροποποιήθηκε με τον 998/1979): Αν και ο στόχος του νόμου ήταν η κατάρτιση δασολογίου και δασικού κτηματολογίου, έδινε το δικαίωμα σε όποιον είχε έννομο συμφέρον να διεκδικήσει δασικές εκτάσεις. Πολλοί καταπατητές, με την ανοχή του νόμου, αφενός οικειοποιήθηκαν μεγάλο ποσοστό δασικών εκτάσεων και αφετέρου εμπόδισαν την οριστική κατάρτιση των δασικών χαρτών μέσω των ένδικων μέσων.

Ν.1734/1987 (ΦΕΚ 189Α), «Περί βοσκοτόπων»: Θεωρήθηκε δασοκτόνος, αντισυνταγματικός από τη νομολογία (ΣτΕ 664/1990) και σε κάποιες περιπτώσεις οι διατάξεις του χαρακτηρίστηκαν φωτογραφικές. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο νόμος δεν υποστηρίχθηκε από τους κτηνοτρόφους αλλά από τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Οι θαμνώδες (δασικές) εκτάσεις ονομάστηκαν βοσκότοποι και συνεπώς εξαιρέθηκαν από την προστασία του Συντάγματος. Ενώ με την παλιά νομοθεσία μετά από κάθε δασική πυρκαγιά, η περιοχή κηρυσσόταν αυτομάτως αναδασωτέα, τώρα αυτό δεν ίσχυε και μάλιστα επιτρεπόταν και η βόσκηση. Εκτός από την 1η επιτροπή αποχαρακτηρισμού, αρμοδιότητας του Δασάρχη (με βάση τις διατάξεις του Ν 998/79) δημιουργήθηκε 2η επιτροπή αποχαρακτηρισμού, ορισμένη από τους Νομάρχες, με τις αποφάσεις των οποίων αποχαρακτηρίστηκαν πάνω από 52 εκ στρ δασικών εκτάσεων, ονομάστηκαν βοσκότοποι και δόθηκαν στη Γεωργική Υπηρεσία. Οι βοσκότοποι στη συνέχεια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για γεωργική εκμετάλλευση, δημιουργία νέων οικισμών ή επέκταση παλαιών, για χώρους απορριμμάτων ή το χτίσιμο εκκλησιών και μοναστηριών. Ο ίδιος νόμος επιχείρησε να εξαιρέσει από τη δασοπροστασία μεγάλες εκτάσεις χορτολιβαδικής και φρυγανικής βλάστησης αλλά κατέπεσε στο ΣτΕ και τελικά κατ’ ουσία κατέστη ανενεργός.

2001 Αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος: Επέτρεπε την αλλαγή χρήσης των δασών για λόγους εθνικής οικονομίας και δημοσίου συμφέροντος. Πολλά στρέμματα δάσους αποχαρακτηρίστηκαν για επιχειρηματικούς σκοπούς, βαπτιζόμενοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος.

Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303Α), «Περί προστασίας δασικών συστημάτων, κατάρτισης δασολογίου, ρύθμισης εμπράγματων δικαιωμάτων»: Εκδόθηκε μετά την αναθεώρηση του 2001 κατ’ επιταγή του Συντάγματος. Είναι άλλος ένας νόμος που χαρακτηρίστηκε ως δασοκτόνος. Κι αυτό γιατί ορίζοντας την έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων αποχαρακτήριζε το 1/3 των δασών και δασικών εκτάσεων. Ως δασικές εκτάσεις ορίζονται οι περιοχές που καλύπτονται σε ποσοστό 25% από δέντρα – αντί 15% που ίσχυε προηγουμένως και 10% που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κορυφές βουνών και άβατες πλαγιές που δεν καλύπτονται από βλάστηση δεν χαρακτηρίζονται πια ως δασικές. Αναγνώρισε πλήρη κυριότητα στους διαχειριστές «ρητινευμένων δασών» στην Πάρνηθα και αλλού. Νομιμοποίησε αγοροπωλησίες «διασωθέντων αγρών» και «αγροκτημάτων με άγρια δέντρα», τα οποία δεν εφάπτονται με δημόσιο δάσος ή δασική έκταση. Πολλές δασικές πυρκαγιές είχαν ως στόχο την εξαφάνιση του δάσους που εφάπτονταν σε ιδιωτικά αγροκτήματα.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις νομοθετικών ρυθμίσεων που αποσύρθηκαν ή θεωρήθηκαν ανεφάρμοστες:

Η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος το 2006, επέφερε αλλαγές οι οποίες ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων γιατί:

Α) Επιχειρήθηκε η εισαγωγή του όρου της «βιώσιμης ανάπτυξης» αντί της ήδη υπάρχουσας στο Σύνταγμα «αρχής της αειφορίας». Η «αειφορία» ορίζει την ανάπτυξη που είναι συμβατή και φιλική με το περιβάλλον και δεν εξαντλεί τους φυσικούς πόρους όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Στην «βιώσιμη ανάπτυξη» ανάλογα με την εκάστοτε εννοιολογική προσέγγιση είναι εύκολο να προταχθεί η οικονομική ανάπτυξη έναντι της δασοπροστασίας.

Β) Επιχειρήθηκε μείωση εκατομμυρίων στρεμμάτων δασικών εκτάσεων οριοθετώντας αυτές, στις εκτάσεις που καταλάμβαναν στις 11-6-1975. Γ) Έγινε προσπάθεια αναγωγής της οικιστικής ανάπτυξης ως λόγος εθνικού συμφέροντος.

Κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του Συντάγματος επιβάλλεται ως κρατική υποχρέωση η κατάρτιση:

  • Εθνικού Δασολογίου το οποίο αποτελεί την καταγραφή κατά νομό των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας με τα τοπωνύμιά τους, τα όρια, τη συνολική έκταση, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά βλάστησης, αναδασωτέες εκτάσεις κτλ. (βλέπε Ν. 998/79 άρθρα 11,12,13)
  • Εθνικού Κτηματολογίου το οποίο είναι ένα ενιαίο σύστημα καταγραφής των νομικών τεχνικών και άλλων πρόσθετων πληροφοριών των ακινήτων με σκοπό την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας των πολιτών και την οριοθέτηση της δημόσιας περιουσίας των δασών. (βλέπε Ν.2664/1998)

Η έναρξη του Δασολογίου (και των δασικών χαρτών που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό) και του Εθνικού Κτηματολογίου  έχει γίνει κατ’ επιταγή του Συντάγματος, αλλά η πρόοδος που σημειώνουν οι εργασίες γίνεται με δραματικά αργούς ρυθμούς.

Ο υπερβολικός αριθμός ενστάσεων που εγείρονται, οι ελλείψεις των συνεργείων, μεταγενέστερες νομοθετικές διατάξεις που ψηφίστηκαν και αλλάζουν τον ορισμό της δασικής γης ή νομιμοποιούν αυθαίρετα δομήματα σε δασικές εκτάσεις μετατρέποντας το δασικό τους χαρακτήρα και πολιτικά συμφέροντα, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που εμποδίζουν την ολοκλήρωσή τους.

Σύμφωνα με στοιχεία του Συνηγόρου του Πολίτη από το 1976 μέχρι σήμερα έχουν καταρτιστεί προσωρινοί δασικοί χάρτες μόνο για το 6% της επικράτειας. Η «ωμή» εξήγηση που δίνει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γεώργιος Παπαδημητρίου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική: «Διότι μόνον έτσι μπορεί να δημιουργείται ένα κρίσιμο απόθεμα γης προς αξιοποίηση από τους αετονύχηδες». (Εφ.Ο κόσμος του Επενδυτή, 15/7/2007)

Η διάταξη του χωροταξικού νόμου (βλέπε άρθρο 11 Ν. 2471/1999) που προβλέπει την αποκατάσταση των κατεστραμμένων περιοχών πυρκαγιές, δεν έχει καν ενεργοποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 117, παρ. 3 του Συντάγματος «δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Με το Ν. 998/79 στο άρθρο 38 παρ 1 προβλέπεται ότι: «κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις την ην ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαίάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών…».

Ο ίδιος ο υπουργός ΥΠΕΧΩΔΕ σε ερώτηση στη Βουλή δήλωσε ότι απλώς “εξετάζεται’’ η εφαρμογή του με τα συναρμόδια Υπουργεία για το μέλλον και ότι υπάρχει έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού στις πληγείσες περιοχές. Να σημειωθεί ότι και το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού αναφέρεται γενικά στην υποχρέωση πρόληψης και αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών και στην αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών χωρίς να αναφέρει καμία άλλη περαιτέρω λεπτομέρεια και άξονες δράσης.

Παραπομπές:

[1].Τα διακατεχόμενα αφορούν δασικές περιοχές που νέμονταν από τα παλιά χρόνια οι ιδιώτες (ρητινοκαλλιέργεια, βοσκή, υλοτομία κ.λ.π.). Σύμφωνα με ΝΣΚ 845/1970 «τα διακατεχόμενα δάση τελούν απλώς εν τη διάνοια κυρίου νομή του επ’ αυτού ασκούντος την άμεσον φυσικού εξουσία όστις μέν εκδηλοί την βούλησιν να κατέχει και νέμεται ως ίδιον το δάσος πλην όμως στερείται νόμιμου τίτλου».

[2]. Σύμφωνα με το Συνήγορο του Πολίτη τα περισσότερα φαινόμενα διαφθοράς καταγράφονται σε δασαρχεία και πολεοδομίες.  Mόνο στο δασαρχείο της Πεντέλης εκτιμάται ότι εκκρεμούν περί τις 5.000 αποφάσεις κατεδαφίσεων οι οποίες δεν εκτελούνται. Οι πράξεις χαρακτηρισμού από τον αρμόδιο δασάρχη για το δασικό ή μη χαρακτήρα που εκδόθηκαν (κυρίως τη δεκαετία του 80) αποχαρακτήρισαν το δασικό χαρακτήρα, σε πολλά στρέμματα γης. (ΓΕΔΔ, ετήσιες εκθέσεις:2001,2010)

[3]. Πολύ πριν το Σύνταγμα του 1975 υπήρχε και μια σειρά αποφάσεων του ΣτΕ για την προστασία των δασών από την ένταξή τους στο σχέδιο πόλης, την οικοπεδοποίηση και τη δόμηση (πχ βλέπε Ολ ΣτΕ 359/63, 2772/88 ΣτΕ 2387/72, 3627/72, 1184/73, 850/74, 3414/78) ερμηνεύοντας μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, την έννοια του δημόσιου συμφέροντος σε σχέση με την προστασία των δασών.

Της Δρ. Ασπασίας Καραμάνου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.