Ο Εθελοντισμός μετά το Ν. 4029/2011

 

5/2/2013

Με αφορμή το πρόσφατο άρθρο του Γιάννη Ρέτσιου «Τι θα γινόταν αν οι εθελοντές σταματούσαν να προσφέρουν εθελοντικά;» έκανα μια ιστορική αναδρομή στα τεκταινόμενα που αφορούν τον εθελοντισμό, ειδικότερα στον τομέα της πυρόσβεσης/διάσωσης – ήρθα και στο σήμερα – και καταλήγω σε, μάλλον, δυσάρεστα συναισθήματα και μια πραγματικότητα στενάχωρη, ίσως απελπιστική και αδιέξοδη.

Καταρχάς προς αποφυγήν παρεξηγήσεων τονίζω ότι τα όσα γράφονται στο παρόν κείμενο, αντιπροσωπεύουν δικές μου και μόνο απόψεις, μέσα από την ενασχόληση μου με τον εθελοντισμό τα τελευταία 13 χρόνια.

Η ιστοσελίδα Fire Rescue News (www.fire.gr) έχει προσφέρει ένα σημαντικό χώρο, που δίνει την ευκαιρία σε όσους ασχολούνται με τα προαναφερόμενα αντικείμενα εθελοντικά (και όχι μόνο), να συζητήσουν ή/και να αναφέρουν τους σχετικούς προβληματισμούς τους, τις απόψεις και τα παράπονα τους σε ότι αφορά την διάδραση τους μέσα από αυτήν την ενασχόληση. Οποιοσδήποτε λοιπόν ανατρέξει στην αρθρογραφία ή στα σχετικά forums, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν σημαντικότατα και επίκαιρα ζητήματα, που προβληματίζουν τον καθένα που προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του, ειδικά μέσα από το Πυροσβεστικό Σώμα.

Σχετικά με τους εθελοντές του Πυροσβεστικού Σώματος, ήρθε με σκοπό να δώσει μια λύση στην σωρεία των προβλημάτων, ο αναθεωρημένος νόμος 4029/2011 ο οποίος και αντικατέστησε τον απαρχαιωμένο Ν. 1951/1991. Ο νέος νόμος έδινε σαφείς διευκρινήσεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον ρόλο του εθελοντή πυροσβέστη και την επιχειρησιακή του δράση, την εκπαίδευση του, την στολή του, την ασφάλιση και αστική ευθύνη. Οι υποχρεωτικές ώρες εκπαίδευσης με εκπαιδευτικές σειρές σε γνωστικά αντικείμενα της πυροσβεστικής τέχνης, τα οποία στο τέλος της εκπαιδευτικής περιόδου αξιολογούνταν οι εθελοντές δια της διαδικασίας των θεωρητικών και πρακτικών εξετάσεων σε ατομικό επίπεδο, ήταν μια σημαντική “καινοτομία”. Μεταξύ άλλων, είχε την λογική όχι μόνο να διαλέξει και να εντάξει ένα αξιόμαχο εθελοντικό προσωπικό στις τάξεις του Π.Σ., αλλά επίσης για να έχει μια εικόνα του επιπέδου εκπαίδευσης του κάθε εθελοντή ο εκάστοτε αξιωματικός βάρδιας, ο οποίος μετά θα μπορούσε να τον αξιοποίησει αντίστοιχα κατά την διάρκεια επιχειρήσεων.

Παρόλα αυτά, η γενικότερη αντίληψη των πραγμάτων είναι ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Τα παραδείγματα προβλημάτων είναι πάρα πολλά και καθημερινά, και διαδραματίζονται μέσα από μια σύνθετη δυναμική. Κάποιοι πιστεύουν ότι δεν έχουν προλάβει ακόμα να ριζωθούν οι νέες αλλαγές του Ν.4029/2011 σε μια δεδομένη και ώριμη αντιμετώπιση απέναντι στον εθελοντισμό ως χρήσιμο και απαραίτητο εργαλείο, ειδικά στην σημερινή εποχή της οικονομικής κρίσης. Εγώ αρχίζω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει σωτηρία ούτε μέλλον γι αυτό που ονομάζεται εθελοντισμός, ειδικά μέσα από το Πυροσβεστικό Σώμα.

Δεν θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ σε ένα ένα τα παραδείγματα. Είναι τόσα πολλά εξάλλου, που θα ήταν αδύνατον να γίνει μέσα σε ένα μόνο κείμενο. Μπορώ όμως να υπογραμμίσω κάποια πιο επίκαιρα. Μόνο το τελευταίο χρόνο, έχω ακούσει τα εξής παράπονα:

  • Σε ένα πυροσβεστικό σταθμό, η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι τους εθελοντές τους θέλει μόνο για τηλεφωνείο. Όποιος δεν ήθελε, μπορούσε να φύγει. Όπως και έγινε.
  • Σε μια άλλη υπηρεσία, η διοίκηση ανέφερε ότι δεν βάζει τους εθελοντές στην έξοδο με το έτσι θέλω, ανεξάρτητα με αυτά που καθορίζει ο νόμος.
  • Οι εθελοντές απαγορεύεται να φοράνε συσκευή και να μπαίνουν σε αστικά συμβάντα κτλ.

    Στις περισσότερες υπηρεσίες και ενώ κάποιοι εθελοντές είναι πλήρως καταρτισμένοι με όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό ατομικής προστασίας, παραμένουν καθηλωμένοι στο τηλεφωνείο.
    Παράλληλα όμως έχω ακούσει και περιπτώσεις που εθελοντές δηλώνουν στην υπηρεσία ότι:

  • Δεν θα έρθουν αν τους βάλει τηλεφωνείο
  • Δεν δέχονται να μπαίνουν πουθενά αλλού εκτός από την έξοδο
  • Αν έρθουν για υπηρεσία και είναι γραμμένοι στο τηλέφωνο, φεύγουν από την βάρδια

    Αυτά αποτελούν κάποια ελάχιστα, γνωστά και μη εξαιρετέα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν τόσο οι μόνιμοι όσο και οι εθελοντές κατά την διάδραση τους.

    Σε μια πρόσφατη τηλεφωνική κουβέντα που είχα με έναν μόνιμο συνάδελφο του Π.Σ. μου εξέφρασε κάποια παράπονα για τους εθελοντές του σταθμού του. Μου είπε πως δεν του αρέσει που έχουν τέτοια άρνηση με το τηλέφωνο, ότι είναι κάθετοι στην οποιαδήποτε κουβέντα για το συγκεκριμένο πόστο, και ότι έτσι δεν διευκολύνεται η υπηρεσία. Τα επιχειρήματα σε γενικές γραμμές ήταν ότι:

  • Δεν μπορεί να κάθεται ο μόνιμος τηλέφωνο και ο εθελοντής να είναι στην έξοδο, ειδικά εφόσον δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε αστικά συμβάντα ο εθελοντής.
  • Είναι απαραίτητο, κατά προτεραιότητα, οι πενταετής συνάδελφοι να αποκτήσουν εμπειρία σε συμβάντα
  • Πρέπει να καταλάβουν οι εθελοντές ότι κάποιες φορές είναι χρήσιμοι και στο τηλέφωνο

    Για τα παραπάνω απάντησα ότι και ο εθελοντής πρέπει να αποκτήσει εμπειρία, και με αυτή την λογική, μόνο τηλέφωνο θα πρέπει να κάνει (*Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος Πυροσβεστικός Σταθμός αξιοποιεί κατά κόρων τους εθελοντές στα οχήματα τις 1ης εξόδου). Επιπλέον εξήγησα ότι ο νόμος καθορίζει επακριβώς τις αρμοδιότητες του εθελοντή κατά την επιχειρησιακή του δράση, ότι καλύπτεται ασφαλιστικά και με αστική ευθύνη. Εδώ όμως, προέκυψε το επίκαιρο ζήτημα της ευθύνης… αν πάθει ο εθελοντής κάτι ποιος θα αναλάβει την ευθύνη;

    Ενώ ο νόμος είναι ξεκάθαρος, δεν είναι ανοιχτός προς παρερμηνείες και την χρήση του κατά βούληση, κατάλαβα, συζητώντας περισσότερο με τον συνάδελφο, ότι το ζήτημα της ευθύνης δεν ήταν τόσο θέμα έλλειψης γνώσης του νόμου όσο θέμα ηθικής. «Τι θα πω εγώ στην μητέρα του αν πάθει κάτι;».
    Με το παραπάνω παράδειγμα, βλέπουμε να διαδραματίζεται μια κατάσταση που έχει πολύ πιο σύνθετες ρίζες. Από την μία, ο εθελοντής, δεν του κάπνισε μια μέρα να πει ότι δεν μπαίνω τηλέφωνο με το έτσι θέλω. Είναι μια συνέχεια της χρόνιας κατάχρησης του εθελοντή ως τηλεφωνητή – ως υποδεέστερο μέρος του προσωπικού – που σε μια αντίδραση για την προστασία της αξιοπρέπειας, του μάχεται κατ’ αυτό τον τρόπο το κατεστημένο, με αποτέλεσμα μόνο με την λέξη τηλέφωνο να αντιδρά, μέχρι και οι καινούργιοι εθελοντές. Δεν είναι ούτε αυτό λύση, γιατί οι εθελοντές πρέπει να στελεχώσουν ΚΑΙ αυτό το πόστο, ούτε υποτιμητικό είναι ούτε ανούσιο. Από την άλλη, το θέμα της ηθικής ευθύνης όμως και το πώς την ερμηνεύει ο καθένας για τον εαυτό του, είναι πρακτικά κάτι πολύ προσωπικό και μια κατάσταση που δεν επιλύεται με καμία νομοθεσία ούτε με το ζόρι. Το θέμα είναι ποιος έχει τελικά δίκιο και ποιος άδικο; Απαντιέται έτσι απλά; Αξίζει το κόπο να το ψάξει κανείς τελικά;

    Θυμάμαι πολλές φορές που ο Γιάννης Ρέτσιος στο παρελθόν μου έλεγε ότι η αρμονική συμβίωση εθελοντών και μονίμων είναι ανέφικτη, η προσέγγιση και τα κίνητρα είναι τόσο διαφορετικά, που δύσκολα βρίσκονται κοινά σημεία αναφοράς. Έτσι, τα διαχρονικά και διαιωνιζόμενα ζητήματα που συνεχίζουν να απορρέουν μέσα από αυτή την διάδραση, παράγουν μια ασύμμετρη δυναμική, που ο μόνιμος θεωρεί ότι ο εθελοντής είναι βάρος στην πλάτη του όταν και εφόσον έρθει για υπηρεσία, και ο εθελοντής καθημερινά αναθεωρεί το ήθος του και φροντίζει με μεγάλη αγωνία και προσωπικό αγώνα, να προστατέψει την αξιοπρέπεια του, τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμηση του.

    Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι εθελοντές πυροσβέστες, αναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος της ψυχικής τους δύναμης στο να αποδείξουν ότι αξίζουν, ότι είναι αξιόμαχοι, ικανοί και σοβαροί απέναντι σε αυτό που έχουν επιλέξει να ασχοληθούν εθελοντικά. Για πόσο ακόμα πρέπει να το κάνουν όμως; Για πόσο καιρό ακόμα θα υποτιμάει τον εαυτό του ο εθελοντής μέσα από μια υπηρεσία που τον έχει ανάγκη μεν αλλά δεν τον θέλει πραγματικά, τον βλέπει σαν κάτι διαφορετικό, υποδεέστερο, ως άτομο περιορισμένων ικανοτήτων και χρησιμότητας;

    Το τελευταίο σχόλιο δεν επέρχεται ως αποτέλεσμα του συγκεκριμένου παραδείγματος, αλλά ως πρόσθεση στα ήδη εκατοντάδες αντίστοιχα παραδείγματα, που μου αναφέρουν εθελοντές καθημερινά όλα αυτά τα χρόνια. Σαφώς υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις, αλλά αυτές οι εξαιρέσεις θα έπρεπε να είναι ο κανόνας και όχι το αντίθετο.
    Είμαι επίσης της άποψης ότι, δυστυχώς, το ίδιο το Π.Σ. δεν έχει κάνει τα απαραίτητα, ώστε να βελτιώσει τις υπάρχουσες συνθήκες και να δημιουργήσει ένα αξιόμαχο εθελοντικό δυναμικό στις τάξεις του. Με μεγάλη έκπληξη ενημερώθηκα, ότι στην πρώτη εκπαιδευτική σειρά εθελοντών, με βάσει των οδηγιών του νέου νόμου, δεν κόπηκε ουδείς, ούτε στα πρακτικά αγωνίσματα αλλά ούτε στα θεωρητικά, ενώ κατά κοινή ομολογία δεν ήταν όλοι οι εκπαιδευόμενοι καταλλήλως καταρτισμένοι για την ενασχόληση τους με αυτό το δύσκολο και πολλές φορές επικίνδυνο αντικείμενο. Όπως φαίνεται δηλαδή, αναπαράγεται μια πανομοιότυπη ιστορία υπό έναν καινούργιο τίτλο, κάτι σαν ένα ξαναζεσταμένο φαγητό.
    Η βάρδια συνεχίζει να βλέπει τον εθελοντή με τον τρόπο που τον έβλεπε, ανειδίκευτο και σαν ένα βάρος για το οποίο φέρει και ευθύνη, μέσα από μια θολωμένη και υποκειμενική αντίληψη, και ο εθελοντής συνεχώς ανακυκλώνει τις προσπάθειες για την αξιοκρατική ένταξη και αξιοποίηση του μέσα στη βάρδια. Το θέμα είναι το πόσο αντέχουν και επιθυμούν οι εθελοντές πυροσβέστες, να ενισχύουν ένα τέτοιο σύστημα με την υφιστάμενη λειτουργία του, με μεγάλο προσωπικό και ψυχικό κόστος πάντα;

    Ίσως η πιστή εφαρμογή του νόμου και η χρήση του ως γνώμονα για την οποιαδήποτε αξιοποίηση του εθελοντή, να δώσει μια λύση καθοριστική παρ’ όλες τις πρακτικές δυσκολίες. Αυτό το έχουμε ξαναπεί βέβαια!! Τελικά και αυτό που είναι χαρακτηριστικό της χώρας μας είναι ότι οι νόμοι μπορούν και αλλάζουν, αλλά οι νοοτροπίες και οι αντιλήψεις όχι και αυτό είναι τελικά που αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο σε αυτή την διαδικασία.

    Παντελίδης Κίμωνας
    Εθ. Αρχιπυροσβέστης Π.Σ.

  • Κάντε το πρώτο σχόλιο

    Υποβολή απάντησης

    Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


    *


    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.