Τι είναι φυσική ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ; Βασικές Έννοιες & Ερμηνείες

 

Της Ασπασίας Καραμάνου
Πολιτικού Μηχανικού Ph.D,
προϊσταμένης Πολιτικής Προστασίας ΠΕ ΚΤ, Περιφέρειας Αττικής

Στο παρόν άρθρο μελετάται το σχετικό εννοιολογικό πλαίσιο με βάση το οποίο ορίζεται η έννοια της φυσικής καταστροφής (ιστορική τεκμηρίωση, γενεσιουργά αίτια, κίνδυνος, διακινδύνευση, επιδεκτικότητα, έκθεση, ευαλώτητα, προσαρμοστικότητα, ανθεκτικότητα, κτλ).

1.   Εισαγωγή

Οι φυσικές καταστροφές είναι τόσο παλιές όσο και ο κόσμος. Από τον κατακλυσμό του Νώε, την καταστροφή της Ατλαντίδας ή την έκρηξη του ηφαιστείου στην Πομπηία, οι καταστροφές χρονολογούνται από τις εποχές που ο άνθρωπος προσπαθούσε κυρίως να προσαρμοστεί στο φυσικό περιβάλλον και όχι να δαμάσει τις δυνάμεις της φύσης και συνεχίζονται σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας που είναι γεμάτη από ιδιαίτερα καταστρεπτικά γεγονότα, μερικά από τα οποία «αφάνισαν» και ολόκληρους πολιτισμούς.

Στην εποχή μας οι φυσικές καταστροφές αναδεικνύονται σε σύγχρονη μάστιγα και τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Οι επιπτώσεις τους είναι τεράστιες και  παρουσιάζονται σ’ όλο και μεγαλύτερες χωρικές κλίμακες, πρωτόγνωρες μέχρι τώρα και επηρεασμό ευρύτερων χωρικών συστημάτων  Οι ερευνητές από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Έρευνας σε θέματα Περιβάλλοντος (World Watch Institute) αναφέρουν ότι για πρώτη φορά στην ιστορία, περισσότεροι άνθρωποι χάνονται από φυσικές καταστροφές, παρά από πολέμους και επιδημίες.

Η θωράκιση των κοινοτήτων από τις φυσικές καταστροφές αποτελούν πλέον ένα σημαντικό θέμα και των διεθνών οργανισμών σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός «ασφαλέστερου» κόσμου. Με δεδομένη την αυξανόμενη ανησυχία για τις φυσικές  καταστροφές η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στην παγκόσμια διάσκεψη για τη Μείωση της Φυσικής Καταστροφής Yokohama το 1994, ανακήρυξε τη δεκαετία 1990-99 ως «Παγκόσμια Δεκαετία Περιορισμού των Φυσικών Καταστροφών» (International Decade for Natural Disaster Reduction/IDNDR) και κάθε χώρα έχει την κυρίαρχη και αρχική ευθύνη να προστατεύει τους ανθρώπους, τις υποδομές της και τους εθνικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς πόρους της από τον αντίκτυπο των καταστροφών.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι παγκόσμιες βάσεις δεδομένων δίνουν μια σαφή και αποκαλυπτική εικόνα για την διαχρονική και χωρική εξέλιξη (ως προς την ένταση, μέγεθος και επιπτώσεις) των καταστροφών. [1],[2]

Εικόνα 1:Αναφορές φυσικών καταστροφών 1900-2008 (πηγή EMDAT)

Εικόνα 2:Αριθμός ατόμων που σκοτώθηκαν από τις φυσικές καταστροφές το χρονικό διάστημα 1900-2008 (πηγή ΕΜ-Dat)

Εικόνα 3: Αριθμός ατόμων που επλήγησαν  από τις φυσικές καταστροφές το χρονικό διάστημα 1900-2008 (πηγή ΕΜ-Dat)

 2.   Γενεσιουργά Αίτια των Φυσικών Καταστροφών: Σύντομη ανασκόπηση

Η θεώρηση μας σχετικά με τα γενεσιουργά αίτια και την προέλευση των φυσικών καταστροφών έχει διανύσει στο διάβα του χρόνου τρεις – μη διακριτές – τάσεις:

Αποτέλεσμα υπερφυσικών δυνάμεων

Πρώτιστα ως καταστροφή θεωρήθηκε το αποτέλεσμα αστρολογικών ή υπερφυσικών δυνάμεων. Άλλωστε, και η λέξη καταστροφή (disaster) προέρχεται από τις λατινικές dis και astro, και υποδηλώνει τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούνται από ένα αστέρι ή πλανήτη. Σύντομα η λέξη καταστροφή άρχισε να αναφέρεται σε φυσικές αναταραχές όπως σεισμοί, πλημμύρες ή άλλα φαινόμενα της φύσης. Μια μάλλον μοιρολατρική αντίληψη για τις καταστροφές επικράτησε στο μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού χρόνου, μέχρι και πριν από δύο αιώνες. Σε μύθους που συνοδεύουν την παράδοση ή στη μήνη του Θεού για τις ανθρώπινες αμαρτίες σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των λαών, αποδίδονται τα καταστροφικά φαινόμενα της φύσης. Εξάλλου και τυπικά οι φυσικές καταστροφές ονομάστηκαν στο νομικό σύστημα πολλών χωρών (μεταξύ των οποίων και η χώρα μας) με εύγλωττες προσωνυμίες όπως «πράξεις Θεού» ή «Θεομηνίες». [3]

Εικόνα 4: Ένα γιγάντιο γατόψαρο σύμφωνα με την Ιαπωνική μυθολογία, ο «Εγκέλαδος»  σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ευθύνονται για τους σεισμούς.Αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών: Με την ανάπτυξη του secularism[4]επήλθε μια μετατόπιση της αντίληψή μας σχετικά με φυσικά φαινόμενα, από «πράξεις Θεού» σε «πράξεις τις φύσης»η οποία οδήγησε στη μελέτη της φύσης και των φυσικών φαινομένων και τη διατύπωση διάφορων θεωριών. Έτσι η γένεση των σεισμών αποδόθηκε στην μετακίνηση των τεκτονικών πλακών, ως φυσικό φαινόμενο και όχι ως θέλημα Θεού. [5]

Αποτέλεσμα του ανθρώπινου πολιτισμού και της ανάπτυξης

Η αλματώδη αύξηση των φυσικών καταστροφών και η αδυναμία των φυσικών επιστημών να τις αντιμετωπίσουν, έφερε πολύ γρήγορα μια ακόμη πιο δραστική μετατόπιση στην αντίληψή μας σχετικά με την προέλευση και την εξέλιξή τους.

Τα φυσικά φαινόμενα, ακραία ή μη, εμφανίζονται ως τμήμα στη διαδικασία της ανάπτυξης και η φύση έχει τους δικούς της μηχανισμούς αναγέννησης.Ο σεισμολόγος κ. Παπαζάχος σε σχετικό με το θέμα άρθρο του, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι σεισμοί αποτελούν μέρος της φυσικής διαδικασίας γένεσης και εξέλιξης της γης. Είναι η διαδικασία που δημιούργησε τα βουνά και τα δάση, τις εύφορες πεδιάδες, τις όμορφες θάλασσες και τον ορυκτό πλούτο. Συνεπώς, οι σεισμοί είναι οι εκδηλώσεις της εξαιρετικής αλλά και σπάνιας για το σύμπαν τεκτονικής δραστηριότητας (ζωντάνιας) της γης που την κάνουν πολύ φιλόξενη για τον άνθρωπο. Τη διαδικασία αυτή όχι μόνο δεν μπορούμε αλλά ούτε μας ενδιαφέρει να την αλλάξουμε. Συνεπώς τόσο η γένεση των σεισμών όσο και η εμφάνιση του ανθρώπου στη γη έχουν την ίδια αιτία.»

Κατ’ ουσίαν το περιβάλλον ούτε ήπιο ή φιλικό μπορεί να είναι, αλλά ούτε αφιλόξενο ή εχθρικό. Ένα φυσικό φαινόμενο μπορεί να ορισθεί ως κίνδυνος μόνο σε σχέση με την οργάνωση των κοινοτήτων αφού σε κάθε περίπτωση οι επιπτώσεις αναφέρονται και μελετώνται κυρίως στο κοινωνικό σύστημα. Ο τόπος και η θέση όπου εντοπίζεται η ανθρώπινη παρουσία, τα συναφή ευεργετήματα και δραστηριότητες καθώς και η ανθρώπινη αντίληψη αποδίδουν σημασία σε ένα εύρος φυσικών γεγονότων κατατάσσοντας τα ως πόρους ή ως κινδύνους. O διττός χαρακτήρας των φυσικών φαινομένων είναι και εμφανής. Το νερό του ποταμού που χρησιμοποιείται για την άρδευση φέρνει επίσης και τις πλημμύρες.

O διαχωρισμός των γενεσιουργών αιτιών των καταστροφών (φυσικό φαινόμενο ή ανθρωπογενής παρέμβαση) γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτος και η ρίζα του προβλήματος πλέον έγκειται στην ερμηνεία του πολιτισμού. Οι φυσικές καταστροφές σήμερα δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο και ανεξάρτητο γεγονός αφού προκαλούνται μόνο στις περιπτώσεις που οι φυσικές διεργασίες αλληλεπιδρούν με την ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητες. Θεωρούνται ως το αποτέλεσμα της «σύγκρουσης» των σύνθετων φυσικών διεργασιών με τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις και δραστηριότητες, δηλαδή της αλληλο-συσχέτισης από την ανάπτυξη των δύο πολύπλοκων συστημάτων, του φυσικού και του ανθρώπινου.

Φτάνοντας να εξετάσουμε την ουσία μιας καταστροφής όσο και αν αυτή προκαλείται από φυσικά αίτια, η εξέλιξη και οι επιπτώσεις της δεν μπορεί παρά να εμπλέκουν τον ανθρώπινο παράγοντα. Το φυσικό και το ανθρώπινο είναι τόσο αλληλένδετα μεταξύ τους έτσι ώστε όλες σχεδόν οι περιπτώσεις των καταστροφών να μη δύναται να κατανοηθούν ως φυσικές με κάποιο άμεσο τρόπο. Οι φυσικές καταστροφές πυροδοτούνται από φυσικά αίτια αλλά γεννιόνται από την αδυναμία των κοινωνικών συστημάτων.

Για παράδειγμα, τόσο ο σεισμικός κίνδυνος όσο και ο κίνδυνος των ηφαιστειακών εκρήξεων αποτελούν δύο δυναμικά φυσικά φαινόμενα τα οποία αναδύονται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη δραστηριότητα και παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον. Μολονότι όμως το ανθρωπογενές στοιχείο είναι αμελητέο ως προς το έναυσμα τέτοιων εμφανίσεων, δυνητικά καθίσταται καθοριστικός παράγοντας όσον αφορά την έκβασή τους.

Η περιβαλλοντική υποβάθμιση προέρχεται μεν από τους φυσικούς κινδύνους (πχ ένας τυφώνας μπορεί να ξεριζώσει δέντρα), αλλά η μεγαλύτερη απειλή έρχεται από τις δραστηριότητες του ανθρώπου ο οποίος μπορεί να ξεριζώσει μόνος του τα δέντρα μιας περιοχής για λόγους αγροτικής εκμετάλλευσης. Όπως και ο Βολταίρος είχε πει, από το 1755 για τον καταστροφικό σεισμό της Λισσαβόνας, τα θύματα και οι οικονομικές απώλειες δεν θα έπρεπε να αποδοθούν σε θεομηνίες, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της χωρίς προσοχής οικοδόμησης σε σεισμική ζώνη.

Επομένως, η τρέχουσα κατάσταση του κόσμου είναι άμεσα υπεύθυνη για την αύξηση των φυσικών καταστροφών. Η ανθρώπινη δραστηριότητα υπονομεύει τις ίδιες τις προοπτικές της ανθρώπινης ζωής καθώς οικονομική ανάπτυξη και τεχνολογική πρόοδος, πολλές φορές κάθε άλλο παρά συνάδουν στην εξασφάλιση της ασφάλειας. Το φυσικό περιβάλλον έχει γεμίσει από ανθρώπους και καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται και αναπτύσσεται, πιέσεις όπως η αστικοποίηση, οι επεκτάσεις των ανθρώπινων οικισμών και η ευρύτερη χρήση και η εξάρτηση από την τεχνολογία, είναι που έχουν οδηγήσει σε αύξηση των καταστροφών.

Η φυσική καταστροφή όταν συμβεί αποτελεί ένα κοινωνικό γεγονός και όχι ένα φυσικό. Μια φυσική καταστροφή με την καθαρή έννοια του όρου δεν υπάρχει. Μάλλον υπάρχει η αλληλεπίδραση των φυσικών φαινομένων με υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες αφού η φυσική καταστροφή συμβαίνει μέσα στην κοινωνία.

Η διάκριση μεταξύ των λεγόμενων πράξεων του Θεού (ή της φύσης) και των πράξεων του ανθρώπου, αποτελεί για πολλούς ερευνητές έναν ψευδή ισχυρισμό και υφίσταται πλέον μόνο για λόγους κατηγοριοποίησης αυτού του είδους των κινδύνων που τις προκαλούν. Έτσι η κατάταξη των καταστροφών σε φυσικές και ανθρωπογενείς καταρχήν αφορά τα γενεσιουργά αίτια και όχι το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους. Για παράδειγμα, η δασική πυρκαγιά που προκαλείται από κεραυνό θεωρείται ως φυσική καταστροφή, ενώ όταν προκαλείται από  εμπρησμό θεωρείται ανθρωπογενής. [6]

3. Βασικές Έννοιες και Ορισμοί

Γενικά υπάρχει μια σύγχυση – ακόμη και μεταξύ έμπειρων επιστημόνων – για την ερμηνεία των εννοιών που σχετίζονται με τα φυσικά φαινόμενα και τις επιπτώσεις τους όπως είναι οι όροι: καταστροφή, διακινδύνευση, επικινδυνότητα, κίνδυνος, ευαλώτητα, προσαρμοστικότητα κτλ. Η σχετική με τις φυσικές καταστροφές ορολογία δεν είναι τυποποιημένη και οι όροι που χρησιμοποιούνται από τους μελετητές σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάζονται διαφοροποιημένοι στη βιβλιογραφία.

3.1 Φυσική Καταστροφή – Κίνδυνος– Διακινδύνευση – Επιδεκτικότητα

Η πιθανότητα ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται στο φυσικό σύστημα να αλληλεπιδράσει με το ανθρωπογενές σύστημα προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία του (φυσικός κίνδυνος) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο σε όλη τη διάρκεια της πορείας του στη γη. Όταν οι επιπτώσεις που προκαλούνται είναι εκτεταμένες, με αρνητικές συνέπειες στην κοινωνία[7] και το περιβάλλον της[8] μιλάμε για Φυσική Καταστροφή.

Το να δοθεί ένας πλήρης ορισμός που να οριοθετεί την έννοια της καταστροφής, αποδεικνύεται αρκετά δύσκολο και μάλιστα έχει αποτελέσει αντικείμενο μεγάλης θεωρητικής συζήτησης και έχει απασχολήσει κέντρα λήψης αποφάσεων και εφαρμογής πολιτικών.

Συνήθως, οι καταστροφές οριοθετούνται με μερικά ποσοτικά κριτήρια που αναφέρονται στις επιπτώσεις που προκαλούνται.

Από τους πρώτους οριμούς ήταν αυτός του Natural Hazards Research and Applications Information Center/NHRAIC σύμφωνα με τον οποίο: «Καταστροφή είναι ένα γεγονός το οποίο προκάλεσε το θάνατο σε τουλάχιστον 100 άτομα ή τραυματισμό ή ζημιές ύψους τουλάχιστον 1 εκατομμύριο δολάρια». Για την εξαγωγή  αυτού του ορισμού βασίστηκαν σε μια βάση δεδομένων που δημιούργησαν, καταγράφοντας τις φυσικές καταστροφές για το διάστημα 1947-1973, αποκλείοντας όμως την ξηρασία.

Στην ίδια λογική βασίστηκε και ο Αμερικανικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός Resources for the Future/RFF φτιάχνοντας μια λίστα των φυσικών καταστροφών για την περίοδο 1945-1986, για να καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: «Όποιο συμβάν ευθύνεται για το θάνατο τουλάχιστον 25 ανθρώπων μπορεί να θεωρηθεί φυσική καταστροφή».

Το Κέντρο για την Έρευνα στην Επιδημιολογία των Καταστροφών (Centre for Research on the Epidemiology of Disaster/CRED) ορίζει ως καταστροφή: «Μια κατάσταση ή ένα γεγονός απρόβλεπτο και συχνά ξαφνικό που προκαλεί μεγάλη οικονομική ζημιά, τουλάχιστον 1% του ετήσιου ΑΕΠ ή/και ανθρώπινο πόνο επηρεάζοντας τουλάχιστον το 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας».

Το 1984 ο Οργανισμός που συντόνιζε τις δραστηριότητες του ΟΗΕ στην προσπάθεια μείωσης των φυσικών και τεχνολογικών κινδύνων (United Nations Disaster Reduction Organization/UNDRO[9]) εξέδωσε έναν ορισμό που δε βασίζεται σε ποσοτικά δεδομένα, αλλά σε ποιοτικά κριτήρια αναδεικνύοντας την κοινωνική διάρρηξη που υπάρχει μετά από ένα τόσο ολέθριο γεγονός καθώς και την ανάγκη για άμεση επέμβαση. Σύμφωνα με αυτόν: «Καταστροφή είναι ένα γεγονός, συγκεντρωμένο στο χώρο και το χρόνο, κατά το οποίο μια κοινότητα υφίσταται σοβαρό κίνδυνο και παρουσιάζει τέτοιες απώλειες σε ανθρώπους και υλικές ζημίες, που η κοινωνική δομή διαλύεται και παρεμποδίζεται η εκπλήρωση όλων ή μερικών από τις ουσιώδεις λειτουργίες της».

Παρόμοιος είναι και ο ορισμός που δίνεται από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για τη Στρατηγική Μείωση των Καταστροφών  (United Nations International Strategy for Disaster Reduction/UNISDR) σύμφωνα να τον οποίο: «Καταστροφή είναι μια σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας που προκαλεί εκτεταμένες ανθρώπινες, υλικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές ζημίες που υπερβαίνουν την ικανότητα της πληγείσας κοινότητας ή της κοινωνίας να τις αντιμετωπίσει με τους ιδίους πόρους της.»

Ορισμούς σχετικά με την έννοια της καταστροφής μπορούμε να βρούμε και άλλους παρόμοιους στη βιβλιογραφία από διάφορους μελετητές.

3.2 Κίνδυνος – Διακινδύνευση – Επιδεκτικότητα

Σύμφωνα με την  ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia η ετυμολογία της λέξης  “risk” προέρχεται από την Ελληνική λέξη “ριζικό” που σημαίνει “μοίρα, τύχη”. Ο όρος “risk” όπως και ο όρος “hazard” προσδιορίζονται στη βιβλιογραφία ως εξής:

Κίνδυνος (Hazard), είναι ένα σύνολο παραγόντων στη λειτουργία ενός συστήματος που ενδεχομένως να προκαλέσει ανεπιθύμητες επιπτώσεις (δυνητικός κίνδυνος). Αναφέρεται μόνο στην πιθανότητα να συμβεί κάτι και όχι στα αποτελέσματά του.Συνεπώς, η πιθανότητα εκδήλωσης ενός φυσικού φαινομένου, το οποίο λαμβάνει χώρα στη βιόσφαιρα, λιθόσφαιρα, υδρόσφαιρα ή ατμόσφαιρα, δεδομένου μεγέθους και χωρικά προσδιορισμένου που μπορεί να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στο κοινωνικό σύστημα ονομάζεται φυσικός κίνδυνος.

Διακινδύνευση (Risk), είναι μια έννοια που εκφράζει το συνδυασμό της πιθανότητας εκδήλωσης ενός κινδύνου σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα (severity) των συνεπειών του σε ένα στοιχείο που εκτίθεται σε αυτόν. Η σοβαρότητα είναι σε συνάρτηση με το μέγεθος της βλάβης ή/και της ζημίας ή της απώλειας.

Η διακινδύνευση μπορεί να μετρηθεί με βάση το μέγεθος και την έκταση των αναμενόμενων επιπτώσεων των στοιχείων που εκτίθενται σε ένα κίνδυνο ως εξής:

  • «25.000 ζωές χάνονται σε μια περίοδο 30 ετών» ή
  • «75.000 σπίτια υπόκεινται σε σοβαρές ζημιές σε 25 έτη»

Εναλλακτικά σε πιθανολογική βάση ως εξής:

  • «75% πιθανότητα οικονομικής ζημιάς στην ιδιοκτησία η οποία υπερβαίνει τα 50 εκ. δολ. στην πόλη εντός των επόμενων 10 ετών»

Η βλάβη (harm) περιλαμβάνει τη βλάβη υγείας (θάνατο, ασθένεια, μακροχρόνια δυσμενή επίπτωση στην υγεία και τραυματισμό). Η ζημία (damage) αναφέρεται σε υλικές ζημιές.

Σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται και ο όρος της ειδικής διακινδύνευσης (specific risk) όπου οι επιπτώσεις εκφράζονται ως ποσοστό συνολικών ως εξής:

  • «10% του πληθυσμού της πόλης θα σκοτωθούν τα επόμενα 30 έτη» ή
  • «50% των σπιτιών της πόλης θα υποστούν σοβαρές βλάβες τα επόμενα 25 έτη»

Η πιθανότητα εκδήλωσης ενός φυσικού κινδύνου δεδομένου μεγέθους εξαρτάται από το αίτιο που τον προκάλεσε και την επιδεκτικότητα (susceptibility) της περιοχής που προκλήθηκε. Δηλαδή, στην περιοχή συνυπάρχουν οι προαπαιτούμενες συνθήκες (φυσικοί παράγοντες επικινδυνότητας) για την ενεργοποίηση  του κινδύνου.

Για παράδειγμα, η πρόκληση μιας δασικής πυρκαγιάς μπορεί οφείλεται σε κεραυνό, όμως το μέγεθος και η ένταση αυτής εξαρτάται και από άλλους φυσικούς παράγοντες επικινδυνότητας της περιοχής που προκλήθηκε, όπως είναι οι δυνατοί άνεμοι, η συσσωρευμένη καύσιμη ύλη κτλ.

3.3 Έκθεση –  Ευαλώτητα

Η Διακινδύνευση είναι σε άμεση συνάρτηση με την ευαλώτητα (vulnerability)[10] των στοιχείων που εκτίθεται σε ένα φυσικό κίνδυνο. Η έκθεση (exposure) αναφέρεται στη χωρική κατανομή των απειλούμενων στοιχείων, δηλαδή τη θέση που βρίσκονται σε σχέση με τον κίνδυνο. Τα στοιχεία σε κίνδυνο (elements at risk) αφορούν οτιδήποτε έχει οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική αξία και αναφέρονται στον άνθρωπο και το περιβάλλον του (άνθρωποι, κατασκευές και υποδομές, οικονομικές δραστηριότητες κτλ).

Στις φυσικές επιστήμες για τους σκοπούς της «μηχανικής», η ευαλώτητα ορίζεται ως μια μαθηματική συνάρτηση (ή ένα φυσικό μέγεθος) που αναφέρεται ως ο βαθμός της απώλειας ή βλάβης ενός στοιχείου (ή συνόλου στοιχείων) που εκτίθενται σε συγκεκριμένο κίνδυνο, δεδομένου μεγέθους, αποδίδοντας την προδιάθεση του να υποστεί αρνητικές επιπτώσεις (impacts). H έννοια της ευαλώτητας στη μελέτη των φυσικών καταστροφών διερευνάται εκτενώς στην κείμενη βιβλιογραφία αφού ακόμη στερείται σαφή επιστημονικό καθορισμό και τη θεωρία που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό της.

Πρόκειται για μια ευρεία – και όχι φυσική – έννοια η οποία αποτελεί ένα διανόημα προκειμένου να αντικατοπτρίσει την ανθρώπινη «συμβολή» στις δυνητικές επιπτώσεις των φυσικών κινδύνων. Δεν χρησιμοποιείται «παθητικά», όπως στις φυσικές επιστήμες, αφού δεν αναφέρεται μόνο στην προδιάθεση των στοιχείων που εκτίθενται σε έναν κίνδυνο να υποστούν αρνητικές συνέπειες αλλά και «ενεργητικά», αντικατοπτρίζοντας την ανθρώπινη συμβολή στη διακινδύνευση των φυσικών φαινομένων (κίνδυνο και συνέπειες).

Στην «διευρυμένη» έννοια της ευαλώτητας αποδίδονται οι ανθρωπογενείς επεμβάσεις, πράξεις ή ακόμη και παραλείψεις που:

  • Δημιουργούν σε ένα στοιχείο την προδιάθεση να υποστεί τις αρνητικές επιπτώσεις από την εκδήλωση ενός φυσικού φαινομένου πχ όταν οι ανθρώπινες κατασκευές είναι μη ανθεκτικές θα υποστούν βλάβη σε ενδεχόμενο σεισμικό κίνδυνο.
  • Μεταβάλλουν την επιδεκτικότητα μιας περιοχής αυξάνοντας το μέγεθος του κινδύνου (ανθρωπογενείς παράγοντες επικινδυνότητας)  πχ η  υποσκαφή των πρανών για τη δημιουργία ενός οδικού δικτύου ενδεχομένως να προκαλέσει κατολισθητικό κίνδυνο.
  • Αυξάνουν την πιθανότητα των φυσικών κινδύνων (μετατρέποντας τους συχνά σε ανθρωπογενή) πχ εκδήλωση πυρκαγιάς που προκαλείται από εμπρησμό. 
  • Αυξάνουν την έκθεση των απειλούμενων στοιχείων πχ έντονη οικονομική δραστηριότητα σε περιοχές με αυξημένο κίνδυνο πλημμυρών ή σεισμογενείς περιοχές.

Συνεπώς εξ ορισμού η ευαλώτητα είναι ως έννοια πολύπλοκη και συνδέεται με σύνθετες μεταβαλλόμενες συνθήκες και διαδικασίες. Δεν είναι σταθερή και στατική ιδιότητα αλλά μια δυναμική και εξελισσόμενη κατάσταση. Είναι μια αντανάκλαση οικονομικών, φυσικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών και παραγόντων που διαμορφώνονται συνεχώς, ακολουθώντας τις τρέχουσες προσπάθειες ανάπτυξης.

Εικόνα 5: Αλληλεπίδραση παραγόντων ευαλώτηταςΗ ανάλυση και ο υπολογισμός της ευαλώτητας είναι μια δύσκολη διαδικασία και συχνά αποφεύγεται, αφού θεωρείται ανέφικτη. Έτσι, οι περισσότερες έρευνες και μελέτες Διαχείρισης της Καταστροφής εστιάζονται μεμονωμένα στους φυσικούς παράγοντες που ευθύνονται για μια φυσική καταστροφή σε απομόνωση από τους ανθρώπινους που συνιστούν τη δυναμική των κοινοτήτων. Επιπλέον, εξαιτίας της αλληλεξάρτησης των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων, η διάκριση μεταξύ των παραγόντων της ευαλώτητας και του κινδύνου είναι δυσχερής. Οι παράγοντες που αυξάνουν την ευαλώτητα είναι συχνά δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια και να ποσοτικοποιηθούν. Κάποιοι, αναγνωρίζονται και κατατάσσονται εύκολα, κάποιοι άλλοι όμως είναι λιγότερο προφανείς στην αναγνώρισή τους ή δύσκολο να διαχωριστούν, να καταταχθούν και να μετρηθούν.

Αν και διάφορες προτεινόμενες μεθοδολογίες και μοντέλα μπορούμε να συναντήσουμε στην υφιστάμενη βιβλιογραφία η επικάλυψη των παραγόντων της ευαλώτητας που έχουν να κάνουν όχι μόνο με την προδιάθεση ενός στοιχείου που εκτίθεται σε έναν κίνδυνο να υποστεί αρνητικές επιπτώσεις από την εκδήλωσή του, αλλά και με τον ίδιο τον κίνδυνο, διαθέτει μια σειρά από λεπτές ερμηνείες.  Για παράδειγμα, ένα σπίτι χτισμένο σε ένα ρέμα, δημιουργεί μια κατάσταση κινδύνου (αυξάνεται η πιθανότητα του πλημμυρικού κίνδυνου) όσο και αυξημένης ευαλώτητας (απειλούνται ιδιοκτησίες). Πόλεις με αδιαπέραστες επιφάνειες και την αδυναμία των συστημάτων αποχέτευσης (ευαλώτητα) η πιθανότητα του κινδύνου της πλημμύρας είναι αυξημένη. Όμως ένα σπίτι που δεν πληρεί τις αντισεισμικές απαιτήσεις ασφαλείας αποτελεί παράγοντα που μειώνει την ευαλώτητα χωρίς όμως ν’ αυξάνει τον σεισμικό κίνδυνο (δηλαδή την πιθανότητα εκδήλωσης ενός φυσικού φαινομένου, δεδομένου μεγέθους και χωρικά προσδιορισμένου ο οποίος μπορεί να προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις). Μια μειωμένη φιλοδασική πολιτική μπορεί ν’ αυξήσει την ευαλώτητα μιας κοινωνίας, αφού μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εμπρησμό των δασικών εκτάσεων (προκειμένου να επιτευχθούν κάποια ατομικά οφέλη). Ιδιαίτερα δυσχερής είναι ο υπολογισμός των παραγόντων της ευαλώτητας που προκαλούν έμμεσες απώλειες, (πχ ένας σεισμικός κίνδυνος μπορεί να μειώνει την ανθεκτικότητα των κατασκευών έναντι ενός μελλοντικού).

Παραταύτα συνεχίζεται με, ιδιαίτερη βαρύτητα η μελέτη της ευαλώτητας, αφού μπορεί να παράσχει ένα όχημα για να διερευνηθούν οι κατάλληλες εννοιολογικές προσεγγίσεις που χρειάζονται για τη μείωση των απωλειών λόγω των φυσικών καταστροφών.  Σε κάθε περίπτωση, οι δύο βασικές πτυχές της διακινδύνευσης των φυσικών κινδύνων, που αφορούν αφενός την επικινδυνότητα των φυσικών συστημάτων και αφετέρου την ευαλώτητα των ανθρώπινων συστημάτων δεν μπορούν να εξετάζονται και να μελετώνται χωριστά αφού η αλληλεπίδραση των δύο αυτών συστημάτων είναι αυτή που μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή.

Σημείωση: Συχνά στην Ελληνική βιβλιογραφία ως συνώνυμο της “διακινδύνευσης” χρησιμοποιείται η  λέξη “επικινδυνότητα” η οποία όμως δεν ταυτίζεται αφού αναφέρεται στην πηγή του κινδύνου (dangerous) δηλαδή αναφέρεται στην επιδεκτικότητα (παράγοντες επικινδυνότητας) μιας περιοχής. Άλλες φορές πάλι συναντάμε τη λέξη “hazard” ως επικίνδυνο και τη λέξη “risk” ως κίνδυνο και πολύ συχνά στην έννοια της ”ευαλώτητας” ενυπάρχει και η “επιδεκτικότητα”. Επίσης, κάποιοι ερευνητές θεωρούν την ”έκθεση” ως συνθετικό στοιχείο της ”ευαλώτητας” ενώ κάποιοι άλλοι τη θεωρούν ως ξεχωριστή ιδιότητα ανεξάρτητη από την ”ευαλώτητα” .

Θα δώσουμε κάποια επιπλέον παραδείγματα που πιστεύουμε ότι θα ξεκαθαρίσουν τις έννοιες των όρων: RiskHazardDangerHarmVulnerabilityExposure”.

Παράδειγμα 1: Δύο άνθρωποι διασχίζουν τον ωκεανό. Ο ένας τον διασχίζει με το πλοίο της γραμμής και ο άλλος με μια βάρκα κωπηλασίας. Υπάρχει ο κίνδυνος από θαλασσοταραχή (φυσικό φαινόμενο) και στις δύο περιπτώσεις αφού τα νερά είναι επικίνδυνα (βαθιά νερά και τα κύματα μεγάλα). Η διακινδύνευση όμως είναι μεγαλύτερη σε εκείνον που διασχίζει τον ωκεανό με βάρκα (είναι περισσότερο ευάλωτος).

  • Tο danger αναφέρεται στην πηγή του κινδύνου και στην πιθανότητα που ενυπάρχει για πρόκληση βλάβης  δηλαδή στα νερά που είναι επικίνδυνα και με μεγάλα κύματα.
  • Το hazard αναφέρεται στον ενδεχόμενο – δυνητικό (potential) κίνδυνο δηλαδή στην πιθανότητα πρόκλησης αρνητικών ασυνεπειών (μελλοντικό γεγονός), όπως είναι ο πνιγμός.
  • Το risk που χαρακτηρίζεται από την πιθανότητα να συμβεί ένα αρνητικό γεγονός και τη σοβαρότητα των επιπτώσεών του, εφόσον συμβεί είναι στη δεύτερη περίπτωση μεγαλύτερο αφού η ευαλώτητα αυτού που διασχίζει τον ωκεανό με βάρκα είναι μεγαλύτερη.

Παράδειγμα 2: Η ανέγερση μιας κατοικίας χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του αντισεισμικού κανονισμού (ο οποίος είναι σε συνάρτηση με την επιδεκτικότητα μιας περιοχής) είναι ευάλωτη σε περίπτωση σεισμικού κινδύνου και η διακινδύνευσή της είναι μεγάλη.

Παράδειγμα 3: Τα τοξικά αέρια είναι επικίνδυνα (dangerous) όταν εισπνέονται. Σε αυτό το παράδειγμα αναφερόμαστε σε υπαρκτή βλάβη (harm) δηλαδή τα τοξικά αέρια είναι σε κάθε περίπτωση δηλητηριώδη, αν ο άνθρωπος εκτεθεί σε αυτά, αυτό δεν αλλάζει.

Παράδειγμα 4: Η Διακινδύνευση μιας δασικής πυρκαγιάς είναι μεγαλύτερη όταν επιτρέπεται η δόμηση μέσα σε δασική περιοχή, αφού αυξάνεται η έκθεση των στοιχείων που εκτίθενται σε αυτήν. Στην περίπτωση που οι κατασκευές μέσα στη δασική έκταση είναι ξύλινες είναι ακόμη πιο ευάλωτες στον κίνδυνο της πυρκαγιάς και αυξάνονται ακόμη περισσότερο οι αρνητικές συνέπειες (συνεπώς και η Διακινδύνευση). Όταν μέσα στη δασική περιοχή υπάρχει συσσωρευμένη βλάστηση και επικρατούν δυνατοί άνεμοι στην περιοχή (δηλαδή καύσιμη ύλη και άνεμοι ως παράγοντες επικινδυνότητας) η Διακινδύνευση αυξάνεται και πάλι.

Παράδειγμα 5, 6: Μια πυκνοκατοικημένη περιοχή στο επίκεντρο ενός υψηλού σεισμικού κινδύνου είναι πιο ευάλωτη από μια άλλη που βρίσκεται μακρύτερα και η έκθεση μπορεί να είναι μηδενική εάν ο σεισμικός κίνδυνος εκδηλωθεί σε θαλάσσια περιοχή. Οι αγροτικές περιοχές είναι περισσότερο ευάλωτες στην ξηρασία ή στη χαλαζόπτωση (καταστροφή παραγωγής) ενώ οι αστικές στο σεισμικό κίνδυνο (καταστροφή δομών).

3.3.1 Παράγοντες Ευαλώτητας

Συστήματα διακυβέρνησης και κυβερνητικών δομών, το πολίτευμα μιας χώρας (δημοκρατικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς), σχέσεις εξουσίας και συνταγματικές ελευθερίες όπως ελευθερία τύπου και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, ύπαρξη ειρήνης και ασφάλειας, οικονομική ένδεια, αστικός σχεδιασμός (πολεοδομική οργάνωση, βασικές κοινωνικές υποδομές, όπως δίκτυο μεταφορών, εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης και πρόνοιας, σχεδίαση και υλικά που χρησιμοποιούνται για τις δομικές κατασκευές και υποδομές, πληθυσμιακή συσπείρωση κα), δημογραφικά στοιχεία, επίπεδο εκπαίδευσης και πληροφόρησης, κοινωνικής δικαιοσύνης, ιδεολογικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις ή άλλοι όπως εθνικότητα, φύλλο, κατάσταση υγείας, ηλικία κτλ, είναι μόλις μερικοί από αυτούς τους παράγοντες ευαλώτητας.

Η συζήτηση των περιβαλλοντικών πτυχών της ευαλώτητας καλύπτει μια ευρεία σειρά ζητημάτων όπως π.χ. παγκόσμια κλιματική αλλαγή, μείωση ή υποβάθμιση των φυσικών πόρων, απώλεια ανθεκτικότητας οικολογικών συστημάτων κτλ. Η δυναμική ανάπτυξη της κοινωνίας που οδηγεί σε τέτοια ζητήματα, στην ουσία της αφαιρεί τους βασικούς προστατευτικούς όρους της προς τις φυσικές καταστροφές. Δηλαδή ο βαθμός ευαισθησίας μια κοινωνίας εξαρτάται από το εάν οι δομές της επιτρέπουν τη διατήρηση και αειφορία. Η υπερθέρμανση του πλανήτη μέσω της αύξησης των συγκεντρώσεων στην ατμόσφαιρα των αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αποψίλωση των δασών και η καύση ορυκτών καυσίμων και αποτελεί σημαντική αιτία των τοπικών και περιφερειακών αλλαγών στις κλιματικές συνθήκες. Εν συνεχεία η αλλαγή του κλίματος μπορεί να συνδέεται με καύσωνες και ξηρασίες που συνδέονται με την παραγωγή τροφίμων και τα προβλήματα των φορέων ασθενειών κτλ.

Η οικονομική  θέση των ατόμων, κοινοτήτων και εθνών είναι ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας που καθορίζει τα επίπεδα της ευαλώτητας αφού υπάρχει εμφανή αδυναμία για τη διάθεση οικονομικών πόρων και τις διαδικασίες που απαιτούνται ώστε να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες απώλειες της καταστροφής και να θωρακιστούν έναντι μελλοντικών καταστροφών. Αν και θεωρείται ότι η οικονομική ένδεια επηρεάζει σχεδόν το σύνολο των παραγόντων της ευαλώτητας που συνδέονται με μια φυσική καταστροφή, είναι αρκετές οι περιπτώσεις καταστροφών που δεν αποτέλεσε τον κρισιμότερο παράγοντα. Για παράδειγμα ο καταστρεπτικός σεισμός στην πόλη του Μεξικού (η οποία είναι χτισμένη στα σαθρά εδάφη αποξηραμένης λίμνης) το 1895, βρήκε πιο ευάλωτο τον οικονομικά πιο εύρωστο πληθυσμό που ζούσε και εργαζόταν εντός του κυρίως κτιριοδομικού ιστού της πόλης (επιφέροντας το θάνατο σε 17.000 ανθρώπους) και δεν έπληξε σχεδόν καθόλου τον περιθωριοποιημένο πληθυσμό των παραγκουπόλεων. Η εκπομπή επικίνδυνων αερίων που συνοδεύουν μια ηφαιστειακή έκρηξη φαίνεται να επηρεάζει την υγεία του συνόλου του πληθυσμού ανεξάρτητα της κοινωνικής ομάδας που ανήκουν (πχ εισόδημα, επαγγελματική απασχόληση κτλ).

Άνθρωποι που βιώνουν δυσμενείς οικονομικές καταστάσεις συχνά υποχρεώνονται να ζουν σε επικίνδυνες περιοχές εκτεθειμένες στις φυσικές καταστροφές (πχ πεδιάδες των ποταμών που μαστίζονται από πλημμύρες, πλαγιές ηφαιστείων, σεισμογενείς περιοχές, όχθες των ποταμών που υπόκεινται σε έντονη διάβρωση, άγονη γη, πλαγιές βουνών επιρρεπείς σε κατολισθήσεις).

Σε συνθήκες υστέρησης της ανάπτυξης ακόμη και η λειτουργία του δημόσιου τομέα υποχωρεί και η ανεπαρκής πρόσβαση σε κρίσιμες κοινωνικές υποδομές όπως υγειονομική περίθαλψη, δίκτυα επικοινωνίας, εγκαταστάσεων μεταφοράς ύδατος, αυξάνουν σημαντικά την έκθεση και την ευαλώτητα των ανθρώπων στον κίνδυνο.  περιπτώσεις όπως αυτές, ακόμη και όταν ο κίνδυνος είναι χαμηλός, η ευαλώτητα είναι υψηλή, έτσι και η ελάχιστη «πίεση» μπορεί να οδηγήσει ένα κοινωνικό σύστημα σε κατάρρευση.

Στις φυσικές επιστήμες χρησιμοποιείται συχνά η έννοια «όριο διαρροής», ως η τιμή πέρα από την οποία η ελαστικότητα ενός υλικού παύει και φτάνει στην αστοχία. Το υλικό πια δεν έχει την δυνατότητα να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση και με την παραμικρή πίεση το υλικό παραμορφώνεται ανεξέλεγκτα. Τα έντονα καθημερινά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, μπορούν να οδηγήσουν μια κοινωνία στο όριο διαρροής και τα φυσικά φαινόμενα ακόμη και εάν είναι μικρού μεγέθους μπορούν να αποβούν καταστροφικά.

Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που επιλέγουν ζώνες υψηλού κινδύνου για την ευκαιρία οικονομικής δραστηριότητας που τους δίνεται, αυξάνοντας τη διακινδύνευση των φυσικών κινδύνων. Οι πυκνοκατοικημένες πόλεις σε παράκτιες περιοχές ή ποτάμιες εκβολές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου περιοχές υψηλής επικινδυνότητας εξαιτίας των τροπικών κυκλώνων σε συνδυασμό με την ευαλώτητα ενός μεγάλου αριθμού εκτιθέμενων ανθρώπων εκτινάσσουν τη διακινδύνευση σε πολύ υψηλά επίπεδα, που ωστόσο δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην υπερ-μεγέθυνση αυτών των περιοχών, συνυφασμένη με τις απαιτήσεις μιας παγκόσμιας αγοράς (εμπόριο, τουρισμό, πλούσιοι φυσικοί πόροι κτλ). Για παράδειγμα στο δέλτα του Μπαγκλαντές (από την εκβολή των ποταμών του Γάγγη και του Βραχμαπούτρα) είναι μια περιοχή που απειλείται από συχνούς τροπικούς κυκλώνες υψηλής επικινδυνότητας (που έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής). Ομοίως και η πολιτεία της Φλόριντα (γνωστή και με το προσωνύμιο Ηλιόλουστη Πολιτεία/Sunshine State) που ο πληθυσμός έχει εικοσαπλασιαστεί από τις αρχές του αιώνα τόσο καθώς οι υψηλής επικινδυνότητας ακτές της προσελκύουν ευάλωτες ομάδες πληθυσμού όπως ηλικιωμένους, γυναικείο πληθυσμό, Αφρο-Αμερικανούς, Ισπανόφωνους, χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Ανάλογα ισχύουν και στη Χρυσή Ακτή στην Αυστραλία.

Οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι γιατί είναι φτωχοί και χωρίς πόρους, και επειδή είναι φτωχοί και χωρίς πόρους είναι ευάλωτοι.

Στη βιβλιογραφική έρευνα εντοπίζεται η ακαδημαϊκή αντίθεση με πτυχές της παγκοσμιοποίησης (globalization) όπου οι οικονομικές πολιτικές ευθύνονται για την αύξηση των ευαλώτητας των κοινωνικών συστημάτων (με ελαχιστοποίηση των δημόσιων κοινωνικών δαπανών για κοινωνική προστασία, πρόσβαση σε βασικές υποδομές υγείας, ειρηνική συνύπαρξη κτλ) και οι λύσεις σύμφωνα με αυτή την “οπτική” μπορούν να προκύψουν μόνο με ανακατανομή του πλούτου και της εξουσίας στην κοινωνία που θα εξασφαλίζει  απρόσκοπτη πρόσβαση στους πόρους.

Από την άλλη η «αναδιανομή του εισοδήματος» και η «ασφάλεια» είναι έννοιες πολύ σχετικές σ’ ένα κόσμο που: συλλογικά 58 δισεκατομμυριούχοι είναι πλουσιότεροι από το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι εισοδηματικές διαφορές υπερδιπλασιάστηκαν κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, στην τελευταία δεκαετία 89 χώρες παρουσίασαν μείωση στον εθνικό πλούτο και σ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα υπήρχαν το πολύ 126 ημέρες παγκόσμιας ειρήνης. Η έντονα αυξητική τάση των καταστροφικών συμβάντων τον τελευταίο αιώνα και η χωροχρονική κατανομή τους που δεν κατανέμεται εξίσου μεταξύ των διαφόρων εθνών ανά τον κόσμο μπορεί να αναλύεται και μελετάται πλέον μέσα από την έννοια της ευαλώτητας.

Οι αναπτυγμένες (βιομηχανικές) χώρες είναι πιο ευάλωτες σε οικονομικές απώλειες και οι αναπτυσσόμενες σε ανθρώπινα θύματα (περισσότερο από το 90% των θανάτων) και έμμεσες οικονομικές απώλειες.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των φυσικών καταστροφών συμβαίνουν στις αναπτυσσόμενες (ή λιγότερο αναπτυγμένες) χώρες (Least Developed Countries) πλήττοντας ιδιαίτερα τις φτωχότερες και πιο περιθωριοποιημένες ομάδες, αφού οι άνθρωποι που βιώνουν δύσκολες καθημερινές καταστάσεις, είναι πιο ευάλωτοι. Έντονες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες και προβλήματα ή άλλες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μείζονος σημασίας που μαστίζουν άτομα, κοινωνίες και έθνη (φτώχια, πείνα, αδυναμία πρόσβασης σε νερό, ασθένειες, πόλεμος, αναλφαβητισμός κτλ), αλληλεπιδρούν με τις συνέπειες και τις ανάγκες που προκύπτουν ακόμη και από ένα μικρού βεληνεκούς φυσικό φαινόμενο το οποίο εξελίσσεται σε καταστροφή. Οι συνέπειες αυτές, συσσωρεύονται και αλληλο-ενισχύονται και κοινωνίες ολόκληρες παγιδεύονται σ’ ένα φαύλο κύκλο (ratchet effect). Η έλλειψη δυνατότητας ανάκαμψης και αυτοπροστασίας τις κάνει ακόμη πιο ευάλωτες σε επόμενη καταστροφή και κάθε καταστροφή αποτελεί εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών που μπορεί να τις βοηθήσει ν’ θωρακίσουν την κοινωνία τους έναντι μιας επόμενης.

Από την άλλη, οι αλματώδεις ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων στις αναπτυγμένες χώρες (Most Developed Countries/MDCs) έχει ως αποτέλεσμα να γίνονται και αυτές  περισσότερο ευάλωτες και ως αντάλλαγμα να χάνουν την ουσιαστική ασφάλειά τους έναντι των φυσικών καταστροφικών γεγονότων. Οι ανθρώπινες κοινωνίες στην προσπάθειά τους να εκσυγχρονιστούν και ν’ αναπτυχθούν υιοθετούν ολοένα και πιο σύνθετες διαδικασίες και τεχνολογικές εφαρμογές για την παραγωγή και την καθημερινή ζωή, εξαπλώνοντας τη δράση τους όλο και περισσότερο σε ζώνες αυξημένης επικινδυνότητας.

Οι πιέσεις που ασκούνται στο φυσικό περιβάλλον από την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού αυξάνουν τις καταστροφές. Όμως, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές δεν ακολουθούν την ίδια αυξητική πορεία, αντιθέτως έχουν μειωθεί σημαντικά. Οι νέες αντιλήψεις στη θεώρηση των καταστροφών παρέχουν περισσότερα περιθώρια στον άνθρωπο μέσα από τη γνώση, την εμπειρία του και τα τεχνολογικά του επιτεύγματα, να επέμβει προκειμένου να μετριάσει το μέγεθος των συνεπειών.

Οι μεγαλύτερες και πιο βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες τείνουν έχουν τους πόρους για καλύτερη πρόσβαση σε μέτρα ασφάλειας που μετριάζουν τη διακινδύνευση.

Κάποιοι ερευνητές διακρίνουν την ευαλώτητα των ανθρώπινων συστημάτων από εκείνη του φυσικού περιβάλλοντος και κάποιοι άλλοι διαχωρίζουν την ευαλώτητα και σε άλλες επιμέρους κατηγορίες (πχ ατομική, κοινωνική, φύλλου, εθνικότητας, πολιτισμική, γεωγραφική, δομική, λειτουργική  κτλ) ανάλογα τα εγγενή χαρακτηριστικά των στοιχείων που πλήττονται, θεωρώντας ορισμένες ομάδες πληθυσμού πιο επιρρεπή σε βλάβες.

3.4 Προσαρμοστικότητα  και Ανθεκτικότητα

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται τα τελευταία χρόνια στη βιβλιογραφία για τη θεωρία της προσαρμοστικότητας (resilience ή resiliency) [11] η οποία θεωρήθηκε αρκετά χρήσιμη και υιοθετήθηκε ευρέως και από τους ερευνητές των φυσικών κινδύνων (είτε ως βασική συνιστώσα της ευαλώτητας είτε ως αντώνυμο αυτής), προκειμένου να μελετηθούν τα κοινωνικό-περιβαλλοντικά συστήματα και η αμοιβαία αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινων και φυσικών διεργασιών.

Η προσαρμοστικότητα ορίζεται ως η ικανότητα (capacity) ενός συστήματος που αντιμετωπίζει ένα κίνδυνο, να οργανώνεται, να προβλέπει, να προετοιμάζεται, να ανταποκρίνεται, να αντιστέκεται στις διαταραχές, να απορροφά τις επιπτώσεις, να ανακάμπτει και να αναδιοργανώνεται, ώστε να εξακολουθεί να έχει την ίδια λειτουργία και δομή και να συνεχίσει να εκπληρώνει το σκοπό του.

Η θεωρία της «προσαρμοστικότητας»  αναπτύχθηκε για πρώτη φορά για τις ανάγκες της οικολογικής έρευνας, από τον καθηγητή οικολογίας CS Holling προκειμένου να χαρακτηρίσει την ικανότητα ενός οικοσυστήματος να διατηρηθεί σε κατάσταση ισορροπίας σε περίπτωση που αυτή διαταραχθεί. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, τα οικοσυστήματα θεωρούνται απρόβλεπτα, συνεχώς μεταβαλλόμενα και επικεντρώνεται στην ανανέωση και αναδιοργάνωση των διαδικασιών και όχι σε σταθερές καταστάσεις. Από τις παραδοσιακές έννοιες  της σταθερότητας («Ισορροπίας της Φύσης»), Γραμμική Εξέλιξη (Linear Progression) και κληρονομιά (succession) που καθοδήγησαν στη μελέτη των οικοσυστημάτων για σχεδόν έναν αιώνα, «περάσαμε» στις εκπλήξεις. Μεγάλο μέρος της έρευνας των οικοσυστημάτων (καθώς και ευρήματα από το επιστημονικό αντικείμενο άλλων ειδικοτήτων), έρχεται σε αντίθεση με τις υποθέσεις προβλεψιμότητας και δυνατότητας ελέγχου. Είναι πλέον εμφανής η τάση της περιβαλλοντικής επιστήμης  στη μελέτη της μη-ισορροπίας των οικοσυστημάτων και απομακρύνεται από την ιδέα του «ελέγχου της φύσης».

Κάποιοι συγγραφείς κάνουν και σαφή διάκριση στην έννοια της ανθεκτικότητας  ή αντίστασης ή αντοχής (resistance) των κοινωνικών συστημάτων η οποία ορίζεται ως η οικονομική, ψυχολογική και φυσική υγεία/αντοχή του (πχ μια κοινωνία με υψηλό ποσοστό γηραίου πληθυσμό παρουσιάζει χαμηλή αντίσταση και συνεπώς υψηλή ευαλώτητα).

Η ευαλώτητα η προσαρμοστικότητα και η αντοχή αλληλεπιδρούν με αμοιβαία ενιχυτικό τρόπο. Παρέχουν έναν τρόπο σκέψης σχετικά με την εφαρμογή πολιτικών που συντάσσονται σε περιβαλλοντικές αλλαγές ώστε να διατηρηθεί η σταθερότητα (πχ μέσω της ανάπτυξης με όρους αειφορίας[12] ).

Η αύξηση της προσαρμοστικότητας του συστήματος άνθρωπος-περιβάλλον είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για ν’ αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι που δεν έχουν αξιολογηθεί σωστά κατά την περίοδο της ομαλότητας. Δηλαδή, η προσαρμοστικότητα εξαρτάται από το βαθμό προετοιμασίας σε ενδεχόμενο κίνδυνο καθώς και από τις αυθόρμητες ή προσχεδιασμένες αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα μετά από ένα φυσικό γεγονός (πχ μέσω της αυτό-οργάνωσης των κοινοτήτων – που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά των σύνθετων συστημάτων  –  για τη λήψη μέτρων προστασίας όπως διάσωση και ανακούφιση πληγέντων κτλ). Εκφράζει τον υψηλό στόχο ενός συστήματος να λειτουργεί όσο το δυνατόν πληρέστερα σε περίπτωση μιας έκτακτης ανάγκης και να συνεχίσει να εκπληρώνει στο σκοπό του.

Εικόνα 6: Η εστίαση στην προσαρμοστική ικανότητα για την αειφορία. Η αειφορία θεωρείται ως μια διαδικασία και όχι ως τελικό προϊόν. Μια δυναμική διαδικασία που απαιτεί προσαρμοστική ικανότητα και ανθεκτικότητα στα κοινωνικό-φυσικά συστήματα για την αντιμετώπιση των αλλαγών.3.4.1   Εποικοδομητική Καταστροφή – Κίνδυνος και Ευκαιρία

Kατά την Association of Project Management ο όρος risk παρουσιάζεται ως: «Ένα αμφίβολο γεγονός ή ένα σύνολο περιστάσεων, τα οποία εάν συμβούν θα επηρεάσουν αρνητικά ή θετικά τη δυνατότητα επίτευξης των στόχων ενός έργου ή συστήματος.» Το Βritish Standards Institution (BSI) ορίζει το risk ως εξής: «Η πιθανότητα, να συμβεί ένα περιστατικό που ορίζεται ως κίνδυνος ή ως ευκαιρία, με καθορισμένο μέγεθος συνεπειών».

Με βάση τους δύο τελευταίους ορισμούς το “risk” μπορεί να διαχωριστεί σε ανεπιθύμητο (down-side risk) και το οποίο αναφέρεται στην εμφάνιση σημαντικών απειλών ή ανεπιθύμητων συνεπειών και σε επιθυμητό (up-side risk), το οποίο αναφέρεται στην εμφάνιση σημαντικών ευκαιριών ή επιθυμητών συνεπειών. H έννοια της «διακινδύνευσης» είναι αποδεκτή και συχνά αποδίδεται στην Ελληνική γλώσσα και ως «ρίσκο». Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη λέξη αυτή, ως μια ευκαιρία να κερδίσουν ή κίνδυνο να χάσουν. Θετικές ή αρνητικές συνέπειες σημαίνει η διακινδύνευση.

Έτσι, για παράδειγμα, το φυσικό φαινόμενο της πλημμύρας πιθανά να προκαλέσει ανεπιθύμητες συνέπειες όπως θανάτους, τραυματισμούς και απώλειες περιουσιακών στοιχείων, συγχρόνως όμως μπορεί να συνοδεύεται από αποθέσεις ιζημάτων πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά που αυξάνουν την αποδοτικότητα των εδαφών. Όμοια οι ροές ηφαιστειακής λάβας, που είναι καταρχήν καταστρεπτικές, συνοδεύονται από αποθέσεις υλικών, που καθιστούν τα εδάφη πολύ γόνιμα, ενώ επιπρόσθετα δημιουργούν νέα γη, όταν αυτές ρέουν προς τον ωκεανό αυξάνοντας έτσι την επιφάνεια της ξηράς. Τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου ανακαλύφθηκαν με τα σεισμικά κύματα που μελετήθηκαν εξαιτίας του σεισμικού κινδύνου. Οι πανέμορφες παραλίες της Σαντορίνης, είναι δημιούργημα συνεχών ηφαιστειακών εκρήξεων. Το νερό της βροχόπτωσης σε μια ημιάνυδρη περιοχή μπορεί να αποτελεί πολύτιμο φυσικό πόρο με πλήθος ευεργετικών αποτελεσμάτων στον τοπικό πληθυσμό. Αντίθετα, σε μια αστική περιοχή μπορεί ενδεχομένως να προκληθούν καταστρεπτικές επιπτώσεις. Οι εκτεταμένες ζημιές από ένα σεισμό συνεπάγεται αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητες με αποτέλεσμα οφέλη για συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες (πχ μηχανικοί).

H κινέζικη λέξη για το “risk” είναι “weijji” και συνδυάζει και αυτή δύο χαρακτηριστικά νοήματα, την “ευκαιρία”  και  τον “κίνδυνο”, για να υπονοήσει ότι η αβεβαιότητα πάντα συνεπάγεται κάποια ισορροπία μεταξύ κερδών και ζημιών. Στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται ευρεία συζήτηση σχετικά με τον όρο της «εποικοδομητικής καταστροφής» (constructive destruction) θεωρώντας ότι ιδιαίτερα οι μεγάλες καταστροφές συνιστούν «παράθυρα ευκαιρίας». Δηλαδή, μια κοινωνία που πλήττεται από φυσικές ή άλλες καταστροφές ή κινδύνους μπορεί ν’ αποκομίσει και ορισμένα πλεονεκτήματα, αφού μετά την καταστροφή, της δίνεται η ευκαιρία να αξιοποιήσει το γεγονός με διάφορους τρόπους, επιφέροντας αλλαγές στις δομές της προς την κατεύθυνση της μείωσης της ευαλώτητας και της αύξηση της προσαρμοστικότητας.

Οι φυσικές καταστροφές παρέχουν ευκαιρίες για «μάθηση», για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, για να αντλήσουμε διδάγματα για την πολιτική και πρακτική, τη βελτιστοποίηση της ικανότητας και την αντικατάσταση μη αποδοτικών υφιστάμενων πρακτικών και σχέσεων. Υπάρχει μια στενή ερμηνεία του σταδίου της μετα-καταστροφικής περιόδου με την ευκαιρία για συνολικό απολογισμό και επανεκτίμηση, στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, την οργάνωση και τα ληφθέντα μέτρα, καθώς και για αναθεώρηση ή νέες παρεμβάσεις αυτών με στόχο την προστασία των κοινωνιών έναντι νέων μελλοντικών καταστροφών. Η εμπειρία και η μνήμη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως βασικές συνιστώσες της εποικοδομητικής καταστροφής.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όσο μεγαλύτερη είναι η έκθεση σε καταστροφές τόσο μεγαλύτερο είναι το ενδιαφέρον για τη διαχείριση των καταστροφών. Οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο από απρόβλεπτες φυσικές καταστροφές έχουν αναπτύξει κουλτούρα έκτακτης ανάγκης και πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση τους.

3.5 Όλεθρος

Οι μελετητές συνήθως κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ της Καταστροφής (Disaster) και του Ολέθρου (Catastrophe), αυτό που στη σεισμική Κλίμακα Mercalli χαρακτηρίζεται ως ολική καταστροφή.

Ωστόσο, λίγοι μόνο επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να περιγράψουν τα χαρακτηριστικά του ολέθρου, ίσως επειδή οι περισσότεροι ερευνητές ενδιαφέρονται περισσότερο να κάνουν εμπειρικές μελέτες αντί να διευκρινίσουν την  εννοιολογική διάκριση των εννοιών που σχετίζονται τις φυσικές καταστροφές

Ο γνωστός ερευνητής Quarantelli (2006) εντοπίζει χαρακτηριστικά του ολέθρου ως εξής:

1. Το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο των δομημένων στοιχείων μιας κοινότητας πλήττεται, συμπεριλαμβανομένου των εγκαταστάσεων και των επιχειρησιακών δομών έκτακτης ανάγκης (πχ Ο τυφώνας Hugo κατέστρεψε το 90% του συνόλου των κατοικιών στην St.Croix. Ο τυφώνας Andrew στη νότια Φλόριντα αχρήστευσε τις υποδομές στην αστυνομία, πυροσβεστική, ιατρικά κέντρα κτλ. Ο τυφώνας Katrina στη νέα Ορλεάνη είχε επίσης χαρακτήρα ολέθρου αφού η πόλη πλημμύρισε κατά 80%.)

2. Σε επιχειρησιακό επίπεδο η κοινότητα  που πλήττεται δεν είναι σε θέση να αντιδράσει αφού τα άτομα που είναι επιφορτισμένα με τέτοια καθήκοντα έχουν υποστεί σημαντικές βλάβες υγείας.

3. Βοήθεια από γειτονικές τοπικές κοινότητες δεν μπορεί να παρασχεθεί γιατί συνήθως επηρεάζονται πολλές κοινότητες αφού συνήθως ο όλεθρος  έχει περιφερειακό χαρακτήρα. Επιπλέον, η εξωτερική βοήθεια όταν μπορεί να παρασχεθεί συχνά φέρει αναπόφευκτες συγκρούσεις με την τοπική κοινότητα.

4. Οι περισσότερες από τις καθημερινές λειτουργίες και τις γραμμές ροής της κοινότητας διακόπτονται (εργασία, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, ηλεκτρικό ρεύμα, παροχή νερού, επικοινωνίες, μεταφορές κτλ)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ξενόγλωσση
1 Adger, W.N., Hughes, T.P., Folke, Carpenter, S,R,, Rockstrom, J. (2005), «Social-ecological resilience to coastal disasters», Science 309:1036-1039.
2 Alexander, D.E. (1991), «Natural disasters: a framework for research and teaching», Disasters 15(3): 209-226.
3 Alexander, D.E. (1993), «Natural Disasters», UCL Press, London, Kluwer, Boston.
4 Alexander, D.E., (1999a), «Natural Hazards», Encyclopedia of Earth Science/Environmental Geology, pp. 421-425
5 Alexander, D.E., (1999b), «Vulnerability»,  Encyclopedia of Earth Science/Environmental Geology,  pp. 663-664
6 Alexander, D.E., (2000),» Confronting Catastrophe: New Perspective on Natural Disasters», Terra Publishing, Harpenden, UK; OxfordUniversity Press, New York.
7 Alexander, D.E., (2000a), «Managing Hazards And Disasters: New Theories, New Imperatives»
The Portsmouth 2000 Distinguished Lecture in Hazard and Risk Management, Geohazards Research Centre, Faculty of Science, University of Portsmouth, U.K.
(Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://emergency-planning.blogspot.com/2008/02/managing-hazards-and-disasters-new.html)
8 Alexander, D. (2009), «Theroritical Notes on Vulnerability to Disaster» (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://emergency-planning.blogspot.com/2009_01_01_archive.html)
9 Anderson, M. B. (1991). «Which Costs More: Prevention or Recovery?» In Managing Natural Disasters and Environment. Kraimer A. and Munasinghe, M. (eds.), pp. 17-27. Environment Department, The World Bank, WashingtonDC.
10 Barnett, B (1999), «US government natural disaster assistance: Historical analysis and a proposal for the future», Disasters, 23(2), 139-155.
11 Berkes, F. & Folke, C. (1998),» Linking social and ecological systems. Management practices and social mechanisms for building resilience», Cambridge University Press, Cambridge, UK
12 Berkes, F., Colding, J. and Folke, C.  (2003), «Navigating social-ecological systems: Building Resilience for Complexity and Change», Cambridge University Press, Cambridge, UK
13 Berkes, F.,(2007), «Understanding uncertainty and reducing vulnerability: lessons from resilience thinking, Natural Hazards 41(2):283-295.
14 Bieri, S., (2006) «Disaster Risk Management and the Systems Approach» (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://www.drmonline.net/drmlibrary/pdfs/systemsapproach.pdf)
15 Burton, I., Kates, R.W., (1964) «The perception of natural hazards in resource management», Natural Resources Journal 3:412-414.
16 Burton, I., Kates R.W. and White, G.F. (1968), «The Human Ecology of Extreme Geophysical Events», Working Paper no. 1. Natural Hazards Research and Applications Information Centre, University of Colorado, Boulder
17 Burton, I., R.W. Kates, R.W. and White, G.F. (1993), «The Environment as Hazard» (2nd eds). Guilford Press, New York
18 Carpenter, M. and Scheffer, S.R. (2003), «Catastrophic regime shifts in ecosystems: linking theory to observation», Trends Ecology Evol 18:648-656.
19 Clark, W.C. (1980), “Witches, foods and wonder drugs: historical perspectives on risk management”, in Schwing, R.C. and Alerts, W.A. (eds), Societal Risk Assessment: How Safe is Safe Enough, Plenum Press, New York, NY, 1980, pp. 287-313.
20 Coburn, A.W., Spence, R.J.S. and Pomonis, A. (1994),»Vulnerability and Risk Assessment», (2nd eds) UNDP & DHA Disaster Management Training Program.
Dworkin, J. (1973), Global Trends in Natural Disasters,. Natural Hazard Research, Working Paper No. 26,. Boulder: University of Colorado, Institute of. Behavioral
21 European Environment Agency (2005): multilingual environmental glossary.  (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:http://glossary.eea.eu.int/EEAGlossary
22 DCAF/Geneva Centre for Democratic Control of Armed Forces, (2005), «States of Emergency»,
(Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:
http://se2.dcaf.ch/serviceengine/Files/DCAF/18420/ipublicationdocument_singledocument/2BACDA8C-8640-4208-9716-2F9C3E64CBA3/en/bg_states-emergency.pdf)
Drabek, T.E. (1989) «The Local Emergency Manager: The Emerging Professional», Fort Lauderctale, Florida: Graham W. Watt and Associations
23 Folke,  C., Carpenter, S., Elmqvist, T., Gunderson, L., Holling, C.S., Walker, B., (2002), «Resilience and sustainable development: Building adaptive capacity in a world of transformations», Ambio, 31(5), pp. 437- 440.
24 Folke, C. Hahn, T. Olsson, P. and Norberg, N. (2005), «Adaptive governance of social-ecological systems», Annu Rev Environ Resour 30:441-473.
25 Gerrit van der Waldt (2009), «Public Management and Disaster Risk Reduction: potential interdisciplinary contributions», Journal of Disaster Risk Studies, Vol. 2, No.l.
26 Guha-Sapir, D. & Below, R. (2002), «The Quality and Accuracy of Disaster Data: A Comparative Analysis of Three Global Data Sets» WHO Centre for Research on the Epidemiology of Disasters, Brussels.
27 Holling C.S., (1973) “Resilience and stability of ecological systems”. Annu Rev Ecol Syst 4:1-23
28 Holling, C.S. (2001), «Understanding the complexity of economic, ecological, and social systems. Ecosystems» 4:390^105.
29 Holling, C.S., (2004), «From complex regions to complex worlds». Ecology and society 9(1):11
30 Howard, R.A.,  Matheson, J.E., and North, D.W. (1972), «The decision to seed hurricanes», Science, 176, 1191–202
31 Kates, R.W. & Burton I (1986), «Geography, Resources and Environment», University of Chicago Press, Chicago (2 vols).
32 Kendra, J.M. and Wachtendorf, T. (2007), «Improvisation,  Creativity, and the Art of Emergency Management» pp.324–335 in Understanding and Responding to Terrorism edited by HuseyinDurmaz, Bilal Sevinc, Ahmet Sait Yayla, and Siddik Ekici. Fairfax, VA: IOS Press.
33 Kinzig A.P., Carpenter S., Dove M,. Heal G., Levin S., Lubchenco J.,Schneider S.H. and Starrett D. (2001), «Nature and society: an imperative for integrated envi­ronmental research». A report prepared for the National Science Foundation of the United States

(Διαθέσιμο στην Ιστοσελίδα:www.public.asu.edu/~akinzig/nsfes.pdf)

34 Lee  K. (1993), «Compass and the gyroscope», Island Press, Washington, DC.
35 Lettieri E., Masella C., and Radaelli G. (2009), «Disaster management: findings from a systematic review», Journal: Disaster Prevention and Management, Volume:18 pp:117-136.
36 McEntire, D., (2001), «Triggering agents, vulnerabilities and disaster reduction: towards a holistic paradigm», Disaster Prevention and Management, Volume: 10, Number:3 pp 189-196
37 O’Donnell,M., Dimitri Bacos, D. and Bennish, M. (2002), «Nutritional response to the 1998 Bangladesh flood disaster: sphere minimum standards in disaster response», Disasters, Vol. 26 No.3, pp.229-41.
38 Okrent, D., (1980), «Comment on societal risk», Science vol:208, Is: 4442, pp:372-375.
39 Olsson P., Folke C. and Berkes F. (2004), «Adaptive co-management for building resilience in social-ecological systems», Environ Manage 34:75-90.
40 Peduzzi, P., Dao, H., Herold, C. and Mouton, F. (2009), «Assessing global exposure and vulnerability towards natural hazards: the Disaster Risk Index». Nat. Hazards Earth Syst. Sci, 9, 1149-1159.
41 Pelling, M. (2003), «The Vulnerability of Cities: Natural disasters and social resilience», Earthscan Publication Ltd, London.
42 Perry R. and Quarantelli E.L. (2005), «What Is a Disaster? New Answers to Old Questions”. Philadelphia: Xlibris Books.
43 Quarantelli, E.L. (1987) “Converting Disaster Scholarship Into Effective Disaster Management”, DisasterResearchCenter, University of Delaware, NewarkDE, Preliminary Paper #117.
44 Quarantelli E.L. (1988), «Disaster Crisis Management», Journal of Management Studies, 25(4)  pp.373-385.
45 Quarantelli, E.L. (1989), «Planning and management for the prevention and mitigation of natural disasters especially in a metropolitan context: initial questions and issues which need to be addressed», In Planning for Crisis Relief, Vol. 3, Planning and Management for the Prevention and Mitigation from Natural Disasters in Metropolis, Nagoya, Japan:UN Center for Regional Develoment, pp. 1-17.
46 Quarantelli, E. L,(1994) «Draft of a sociological research agenda for the future: Theoretical, methodological and empirical issues» DisasterResearchCenter, University of Delaware, NewarkDE, Preliminary Paper #228.
47 Quarantelli E.L. (2000), «Disaster Planning, Emergency Management, And Civil Protection: The Historical Development And Current Characteristics Of Organized Efforts to Prevent And Respond to Disasters”, DisasterResearchCenter, University of Delaware, NewarkDE, Preliminary Paper #301.
48 Quarantelli E.L. (2006), «Catastrophes are Different from Disasters: Some Implications for Crisis Planning and Managing Drawn from Katrina»,

(Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://understandingkatrina.ssrc.org/Quarantelli)

49 Raleigh, C.B., Healy, J.H., Bredehoeft, J.D. (1976), «An experiment in earthquake control at Rangeley», Colorado. Science, 191, 1230–7.
50 Ritchie, B. (2003), «Chaos, crises and disasters: a strategic approach to crisis management in the tourism industry», Tourism Management, Vol. 25 No.6, pp.669-83.
51 Rodriguez, J., Vos, F., Below, R. and Guha-Sapir, D. (2009), «Annual Disaster Statistical Review 2008: The numbers and trends» (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της διεθνούς βάσης δεδομένων για τις καταστροφές ΕΜ-DAT:www.emdat.be)
52 Salter, J. (1998), «Public Safety Risk Management: assessing the latest national guidelines», Delivered at the I IR 3rd Annual Emergency Services Forum, Sydney.
53 Slovic, P. (2007), «Perception of risk from asteroid impact», In P. T. Bobrowsky & H. Rickman (eds.), Comet/Asteroid impacts and human society: An interdisciplinary approach, pp. 369-382, Berlin, Germany: Springer.
54 Smith, K. (2004), «Environmental Hazards. Assessing risk and reducing disaster», (4th eds) New York, NY: Routledge.
55 Tierney, K. (1992). «What Are the Likely Categories of Loss and Damage?» The Economic Consequences of a Catastrophic Earthquake: Proceedings of a Forum, NationalAcademy Press: Washington, DC pp  77-82.
56 Tompkins  E.L. and Adger W.N. (2004) «Does adaptive management of natural resources enhance resilience to climate change?» Εcology and society 9(2):10.
57 Tonkin, T. (2006) «Natural Hazard Management Research Report”. (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://www.qualityplanning.org.nz/qpresearch/naturalhazardsaug06/naturalhazards)
58 Trim, P.R.J. (2004), «An integrative approach to disaster management and planning», Disaster Prevention and Management 13(3): 218-225.
59 Twigg, J. (2001), «Physician, heal thyself? The politics of disaster mitigation», Disaster Management Working Paper No 1, Benfield Greig Hazard Research Centre, University College London.
60 UN/ISDR (2002), «Living with risk: A global review of disaster reduction initiatives», Preliminary version prepared as an interagency effort coordinated by the ISDR Secretariat, Geneva.
61 UNEP (2002), «Global Environment Outlook 3», Nairobi, Kenya: United Nations Environment Programme. (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://www.grid.unep.ch/geo/geo3/index.htm)
UNDRO (United Nations Disaster Relief Organization),  (1980), “Natural Disasters and Vulnerability Analysis”, Geneva, Office of the United Nations Disasters Relief Coordinator.
62 Walker, B., &  Meyers, J.A. (2004), «Thresholds in ecological and social-ecological systems: a developing database», Ecology and society 9(2):3.
63 Walker, B., Holling, C.S., Carpenter, S.R., Kinzig, A.J. (2004) «Resilience, Adaptability and Transformability in Social–ecological Systems», Ecology and society 9(2):3.
64 World Commission on Environment and Development/WCED, (1987), «Our Common Future » Oxford, OxfordUniversity Press.
65 Weichselgartner, J.(2001), «Disaster mitigation: the concept of vulnerability revisited», Disaster Prevention and Management, Vol: 10, Num:2, pp:85-94.
66 Williams,S.,Jacobs,K., Newton, P., Blakely, EJ, (2009) «Natural disaster preparation and response: a guide for state housing authorities», Discussion Paper, Australian Housing and Urban Research Institute, Melbourne.
67 Wilson S.A., Temple,  B. J., Milliron ,M.E,  Vazquez, C.,  Packard,M.D.,  Rudy,B.S,. (2008) «The Lack of Disaster Preparedness by the Public and it’s Affect on Communities.» The Internet Journal of Rescue and Disaster Medicine.  Vol 7, Num 2.
68 Wisner, B., et al, (2003), «At Risk: Natural Hazards, People’s Vulnerability and Disasters», London: Routledge.
69 WCED (World Commission on Environment & Development), (1987), «Our Common Future, From One Earth to One World», OxfordUniversity Press, Oxford, UK. (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://worldinbalance.net/intagreements/1987-brundtland.php)
 
Ελληνική
70 ΙIερόθεος (1999), “Σεισμοί στα Συναξάρια της Εκκλησίας”, Περιοδικό Παρέμβαση τχ 44. (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα www.i-m-attikis.gr/html/gr/prosvasis/20/02.htm )
71 Κυνηγοπούλου, Α. (2007), “Οι σεισμοί στην Πατερική Γραμματεία”, Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή  τμήματος Θεολογίας Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
72 Λέκκας, Ε., κ.ά (2008),»Σημειώσεις προγράμματος Εκπαίδευσης Στελεχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε θέματα Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Φυσικών και Τεχνολογικών Καταστροφών»  ΚΕΚ του Εθνικού & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιου Αθηνών.
73 Λέκκας, Ε. (2000) «Φυσικές και Τεχνολογικές Καταστροφές», Εκδόσεις: Access
74 Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή/ΟΚΕ, (2007), «Χωροταξία και Πολεοδομία»
(Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: www.oke.gr/opinion/op_190_07.pdf)
75 «Ορόγραμμα» τχ.48/2001, 50/2001 & 53/2002, διμηνιαία έκδοση της Ελληνικής Εταιρίας Ορολογίας/ΕΛΕΤΟ. (Ηλεκτρονική Δ/νση:http://sfr.ee.teiath.gr/Orogramma0.htm)
76 Παπαζάχος, Β. & Παπαζάχου, K. (1989) «Οι σεισμοί της Ελλάδος», Eκδόσεις: Ζήτη
77 Παπαθεοδώρου, Κ. (2005), «Εφαρμογές ΓΣΠ στην πρόβλεψη – Διαχείριση Φυσικών Κινδύνων», διδακτικές σημειώσεις μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών «Πρόληψη και Διαχείριση Φυσικών Καταστροφών» του Τμήματος Γεωπληροφορικής & Τοπογραφίας, ΤΕΙ Σερρών.
78 Ρόκος, Δ. (1998),»Η Διεπιστημονικότητα στην Ολοκληρωμένη Προσέγγιση και Ανάλυση της Ενότητας της Φυσικής και της Κοινωνικοοικονομικής Πραγματικότητας», στο:Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τομέας Φιλοσοφίας «Φιλοσοφία, Επιστήμες και Πολιτική»,24-27.5.1996, Συγκομιδή προς τιμήν του Ομοτίμου Καθηγητή Ευτ.Μπιτσάκη (επιμ.Π.Νούτσος), Εκδ. Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανός, σελ. 403-437, Αθήνα.
79 Σαπουντζάκη, Κ. (2006) «Διαχείριση Φυσικών Καταστροφών», Σημειώσεις μαθήματος, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:eclass.hua.gr/courses/GEO143/)
80 Τζίκα-Χατζοπούλου, Α. (2000) «Πολεοδομικό Δίκαιο», Εκδόσεις: ΕΜΠ
 
Διαδικτυακοί Τόποι
81 Ιστοσελίδα Αμερικανικής βάσης δεδομένων φυσικών καταστροφών: www.sheldus.org
82 Ιστοσελίδα ανεξάρτητης βάσης δεδομένων του Dr Walter Green: http://learning.richmond.edu/disaster/index.cfm
83 Ιστοσελίδα Αυστραλιανής βάσης δεδομένων φυσικών καταστροφών: www.ema.gov.au/ema/emaDisasters.nsf
84 Ιστοσελίδα έκτακτης ανάγκης για την πολιτεία της ΦλόρινταςQ http://floridadisaster.org/
85 Ιστοσελίδα Καναδικής Βάσης δεδομένων φυσικών καταστροφών: www.psepc-sppcc.gc.ca/res/em/cdd/search-en.asp
86 Ιστοσελίδα Οργανισμού Ηνωμένου Εθνών για τη Στρατηγική Μείωση των Καταστροφών, International Strategy for Disaster Reduction,  http://www.unisdr.org/
87 Ιστοσελίδα της βάσης δεδομένων, Munich Reinsurance Company (NatCat): http://mrnathan.munichre.com
88 Ιστοσελίδα της διεθνούς βάσης δεδομένων των καταστροφών, Emergency Disaster Database (EM-DAT):  www.em-dat. be

89

Ιστοσελίδα της διεθνούς βάσης δεδομένων καταστροφών Swiss Reinsurance Company (Sigma):  http://www.swissre.com

90

Ιστοσελίδα της Παγκόσμιας τράπεζας δεδομένων καταστροφών του Ασιατικού Κέντρου Μείωσης Καταστροφών (Asian Disaster Reduction Center /ADRC) GLIDE: http://www.glidenumber.net
91 Ιστοσελίδα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Resources for the Future: http://www.rff.org/Pages/default.aspx

92

Ιστοσελίδα ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia: http://www.wikipedia.org/

Σημειώσεις:


[1]. Μπορούμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα επιπτώσεων:

– Το πρωτογενές: απώλειες και βλάβες στην υγεία (θάνατοι, τραυματισμοί πρόκληση επιδημιών, ψυχολογικές διαταραχές), βλάβες στην ατομική και δημόσια ιδιοκτησία (κατασκευές, κτίρια, ιστορικά μνημεία, ναοί).

– Το δευτερογενές:  βλάβες και καταστροφές στις γραμμές ζωής (life line disruption), κοινωφελείς υπηρεσίες και δίκτυα υποδομών πρώτης ανάγκης όπως: δίκτυα ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, τηλεπικοινωνιών, αποχέτευσης, οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, λιμάνια κτλ.

– Το ανώτερο: μεταβολές στην οικονομική και πολιτική κατάσταση, μείωση φυσικών πόρων, ρύπανση, αποσταθεροποίηση της αγοράς και διατάραξη του κοινωνικού ιστού, διακοπή λειτουργίας σχολείων, καταστημάτων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, μακροχρόνια ανεργία, μείωση ευκαιριών απασχόλησης, δημιουργία αστέγων και νέες συνθήκες διαβίωσης (πχ προσωρινή στέγαση μέρους του πληθυσμού), μείωση αξίας ακινήτων και αύξηση ενοικίων, διακοπή πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και άλλων δραστηριοτήτων κτλ.

Το θέμα του αριθμού των επιπέδων και τα είδη των βλαβών ή επιπτώσεων που κατατάσσονται σε κάθε επίπεδο εμπεριέχουν και ένα στοιχείο υποκειμενικότητας εκ μέρους των αναλυτών (πχ γιατί όχι η ανεργία—βραχυχρόνια και μακροχρόνια— να μην καταταχθεί στις δευτερογενείς επιπτώσεις).

[2]. Μια μεγάλης έκτασης φυσική καταστροφή δύναται να επηρεάσει τα φυσικά συστήματα ακόμη και των γειτονικών χωρών. Για παράδειγμα, οι εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές εκτός των γνωστών καταστροφικών επιπτώσεων μπορούν να επηρεάσουν και το κλίμα μιας περιοχής λόγω της αλλαγής της ανακλαστικότητας της γήινης επιφάνειας που συνεπάγεται την αύξηση της θερμοκρασίας στην ατμόσφαιρα που ουσιαστικά εμποδίζει τη δημιουργία βροχών. Ένας ισχυρός σεισμός είναι δυνατόν να επηρεάσει την τεκτονική δραστηριότητα ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο.

[3]. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο η αιτία των σεισμών βρίσκεται στους πολυθεϊστές, στους άπιστους και εν γένει στους αμαρτωλούς. Οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες ζουν και ενεργούν κατά τρόπο που δείχνει αχαριστία έναντι του αληθινού Θεού. Είναι αγνώμονες απέναντι στο Θεό που μεριμνά και φροντίζει όλη την κτίση, δεν πιστεύουν σ’ Αυτόν, θεοποιούν την κτίση, δεν αναγνωρίζουν ότι ο ένας και μόνος τριαδικός Θεός έκτισε τον κόσμο και σείει ως «χλαμύδα μικρά» τη γη, την οποία και πάλι στερεώνει στην ασφάλειά της.

[4]. Ο όρος secularism αναφέρεται στις τάσεις αποκλεισμού των θρησκευτικών προτύπων, όπως ανεπτύχθησαν αρχικά στη δυτική Ευρώπη με τη συνοδευτική συγκέντρωση γνώσεων, τη διαρκή έρευνα και εμπειρία καθώς και την εξέλιξη των φυσικών και θετικών επιστημών.

[5].  Για παράδειγμα, οι Ίωνες φιλόσοφοι τον 5ο αι πχ ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τα τη φυσική διαδικασία που προκαλεί τους σεισμούς. Εντούτοις,  ούτε και σε αυτό το μεταβατικό στάδιο της σκέψης που προστέθηκε η αιτιώδης συνάφεια δεν εγκαταλείφθηκαν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις σχετικά με την προέλευση των φυσικών καταστροφών είναι ακόμη και σήμερα βαθιά ριζωμένες στη συνείδηση των ανθρώπων και κυρίως σε αυτού του είδους τους κινδύνους που η επιστήμη δεν έχει ακόμη καταφέρει να αποκωδικοποιήσει ή να ελέγξει. Ο πρωτοπρεσβύτερος Θ. Ζήσης αναφέρει σχετικά με τους σεισμούς (και για τους οποίους καμία αναγνωρισμένη μέθοδος πρόγνωσης αυτών δεν υπάρχει σε διεθνές επίπεδο): «Οι σεισμοί σωριάζουν τεράστια οικοδομήματα και θάπτουν χιλιάδες ανθρώπους στα ερείπια. Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο οι επιστήμονες στέκονται έντρομοι και ανήμποροι…».Βλέπε ενδεικτικά και την «Ικετήριο και ευχαριστήριο» ακολουθία «εις ανάμνησιν γενομένων σεισμών εις τάς Ιονίους Νήσους, Κεφαλληνίαν, Ζάκυνθον των εν έτοι 1953» η οποία συμπεριλαμβάνεται στα συναξάρια της εκκλησίας μας και ψάλλεται στις 11 Αυγούστου.

[6]. Βέβαια, η ιστορία έχει δεχτεί ως φυσικές καταστροφές και άλλα γεγονότα που συνέβησαν στον πλανήτη, σε μια τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από εκείνη που θα επέτρεπε η άμεση ή έμμεση «συνέργια» του ανθρώπου (πχ πλανητικές αλλαγές στη θερμοκρασία όπως αυτές που συνέβησαν προς το τέλος του «Προτεροζωικού» γεωλογικού αιώνα που είχαμε την ψυχρότερη περίοδο της ιστορίας του πλανήτη που οδήγησε στην εξάλειψη πολλών ζωικών οργανισμών, περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας, ηφαιστειακές εκρήξεις κτλ), οι οποίες είναι εκτός του αντικειμένου της παρούσης εργασίας.

[7]. «Κοινωνία»  ή «κοινότητα» (κατ’ αυτήν την έννοια) αναφέρεται στον άνθρωπο και  μπορεί να προσδιορίζεται με πληθυσμιακά κριτήρια (πχ αριθμός ατόμων που πλήττονται) ή γεωγραφικά κριτήρια (νοικοκυριά, γειτονιά, πόλεις, κράτη, έθνη κτλ) ή επαγγελματικά κριτήρια για ομάδες ειδικών συμφερόντων (γεωργία, εμπόριο κτλ)  ή κοινωνικά κριτήρια  (ηλικιωμένοι, παιδιά, ΑΜΕΑ ή άλλες ευπαθείς ομάδες πληθυσμού κτλ).

[8]. «Περιβάλλον» (κατ’ αυτήν την έννοια) είναι ένα σύνολο προϋποθέσεων ή επιρροών που περιβάλλουν ή αλληλεπιδρούν με την κοινωνία. Έννοιες του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν:

(α) Δομημένο περιβάλλον: Στοιχεία όπως, κτίρια και υποδομές που εξασφαλίζουν την κυκλοφορία προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών.

(β) Φυσικό περιβάλλον: Στοιχεία όπως, τοπογραφικά χαρακτηριστικά, υδατικά συστήματα, βλάστηση και τα οικοσυστήματα.

γ) Κοινωνικό περιβάλλον: Στοιχεία όπως, η πολιτική, η οικονομία, το εμπόριο, ο πολιτισμός, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο κτλ που σχετίζονται με τις λειτουργίες της κοινωνίας.

(δ) Πολιτιστικό περιβάλλον: Στοιχεία του πολιτισμού και χαρακτηριστικά όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τη παρέμβαση και τις σχέσεις των ανθρώπου με το φυσικό (περιβάλλον).

Αυτά τα περιβάλλοντα έχουν πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις με την κοινωνία και τους φυσικούς κινδύνους.

[9]. Το 1994 αντικαταστάθηκε από τον UN-OERC (United Nations Office of the Emergency Relief Coordinator)

[10]. Στην Ελληνική απόδοση θα συναντήσουμε ακόμη τους όρους της «τρωτότητας» ή της «ευπάθειας» (η οποία αποδίδεται όμως με τη λέξη fragility)

[11]. Πολλές φορές στην ελληνική απόδοση θα συναντήσουμε και τον όρο “ελαστικότητα” πιθανά να είναι και πιο ορθή απόδοση του όρου έναντι της ”προσαρμοστικότητας” η οποία μεταφράζεται ως “adaptability”.

[12]. Η έννοια της ανάπτυξης με όρους «αειφορίας» (sustainable) δηλαδή η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες των παρόντων γενεών χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών, εισήχθη στη συνάντηση κορυφής της γης που πραγματοποιήθηκε στο Ριο Ντε Τζανέιρο το 1992. Από τότε η μείωση της διακινδύνευσης των καταστροφών έχει συμπεριληφθεί ως στοιχείο σε πολλές από τις εθνικές και τοπικές προσπάθειες για εφαρμογή. Το 2002 η Παγκόσμια διάσκεψη κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη επαναβεβαίωση αυτή τη θέση.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.