Γιατί δεν το λέμε έτσι πιά…;

 

«Ο Ευχίδας ήταν ένας ταχύς δρομέας, είχε πολεμήσει εναντίον των Περσών στη μάχη των Πλαταιών, το Καλοκαίρι του 479 π.χ. Μετά τη νίκη τους οι Πλαταιείς κάλεσαν τον αγγελιοφόρο αυτόν και του ανέθεσαν να τρέξει ως τους Δελφούς για να φέρει ιερό πύρ από το ιερό του Απόλλωνα, προκειμένου να ανάψουν την εστία της πόλης τους, που είχε μολυνθεί από την παρουσία των βαρβάρων.
Πράγματι ο Ευχίδας ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση και αφού εξάγνισε το σώμα του στην Κασταλία πηγή, φόρεσε το δάφνινο στεφάνι, πήρε το ιερό πύρ και επέστρεψε στις Πλαταιές. Αμέσως μόλις το παρέδωσε στους άρχοντες της πόλης, ξεψύχησε από την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Σε διάστημα εικοσιτεσσάρων (24 ωρών ) είχε διανύσει περίπου 200 χλμ. ΑΘΛΟΣ μεγαλύτερος του Φειδιππίδη, αφού ο δρομέας αυτός κάλυψε απόσταση 220χλμ σε 48 ώρες (Αθήνα- Σπάρτη).
Το επίτευγμα του έμεινε στην ιστορία ως «Ευχίδειος Άθλος». Το 1994 ιδρύθηκε ο Όμιλος Τριάθλου και Αθλημάτων Μεγάλης Διάρκειας, ο οποίος φέρει την επωνυμία «Ο Ευχίδας» προς τιμή του μεγάλου αυτού δρομέα.

Ξεκίνησα λίγο ανορθόδοξα γιατί είχα την ανάγκη να μοιραστώ ωραίες μνήμες μαζί σας. Σημείο των καιρών η διαίσθηση μιάς μοναξιάς, απομόνωσης, των ανθρώπων γύρω μου. Μια γενικότερη απαξίωση και ανασφάλεια που ελοχεύει και καλλιεργείται αργά και σταθερά μέσα στις ψυχές των Ελλήνων. Ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ ταλανίζει τη σκέψη μου. Ένα ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΛEΜΕ ΠΙΑ ΕΤΣΙ ? Ναι είμαστε όλοι απόγονοι του Ευχίδα. Η ψυχή δεν πεθαίνει, το μυαλό όμως είναι τόσο εύκολο να αρρωστήσει (απουσία της ρώμης), με επακόλουθο την ασθένεια του σώματος (απουσία του σθένους) και σε αυτό το σημείο θα μοιραστώ άλλη μία μικρή μνήμη μαζί σας…

Αλέξανδρος
«Το όνομα του μεγάλου βασιλιά της Μακεδονίας και η δεύτερη ονομασία του ομηρικού ήρωα Πάρη, προέρχεται από το ρήμα αλέκω που σημαίνει αποκρούω, προφυλάσσω ή απομακρύνω. Απ’αυτό παράγονται οι λέξεις έπαλξη, το μέρος δηλαδή που οι πολεμιστές καταφεύγουν για να προφυλαχθούν και να αμυνθούν, το αλεξικέραυνο, η σπουδαία ανακάλυψη του Φραγκλίνου για να απομακρύνει τους κεραυνούς, το ελεξιβρόχιο ή αλεξήλιο ( η ομπρέλα) που προστατεύει από τη βροχή και τον ήλιο, το αλεξίπτωτο που προφυλάσσει από την απότομη πτώση, οι αλεξίπυρες στολές που είναι απρόσβλητες από τη φωτιά, οι αλεξίνες, ουσίες του αίματος που καταπολεμούν τα μικρόβια, ο αλέξανδρος, ο αποκρούων τους άντρες ( πολεμιστής), ο ακατάβλητος….»

…Τις προάλλες καθώς έτρεχα πανικόβλητη στο δρόμο προκειμένου να προλάβω τις δουλειές μου και περίμενα στο φανάρι, παρατήρησα μία μικρή πανέμορφη μαργαρίτα που είχε φυτρώσει ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου. Δεν υπήρχε ίχνος χώματος και όμως είχε πετάξει τόσο περήφανα τα πέταλα της, είχε εκθέσει τα λιλιπούτεια σπλάχνα της στέλνοντας τη γύρη της σαν μήνυμα στο αύριο του είδους της. Κοίταξα γύρω μου, η ζέστη αφόρητη, ο θόρυβος , ο εκνευρισμός η απάθεια ξεχείλιζε από τους πόρους των ανθρώπων που προσπερνούσαν αφηρημένοι. Τα θολωμένα βλέμματα βουτηγμένα στις σκέψεις και στις σκοτούρες. Ήταν τόσο οξύμωρο θέαμα, ένιωσα την ανάγκη να δω μια κορφή βουνού , κοίταξα γύρω μου μόνο τσιμέντο , εκτός από μερικά παρατεταγμένα δέντρα , άφησα τα φανάρια να αναβοσβήνουν και πήγα προς το κορμό του κοντυνότερου δέντρου άγγιξα τον κορμό του, είχα ξεχάσει την ανάσα αυτών των πλασμάτων .Ένιωσα συγκίνηση, όχι γιατί απλά μου χάριζε τη σκιά του , όχι για το θάρρος αυτής της μικρής, αλλά τόσο θαρραλέας μαργαρίτας αλλά γιατί η ομορφιά της μου θύμισε την ιστορία μου, τις αγωνίες των προγόνων μου, την απεγνωσμένη ανάγκη της επιβίωσης ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ μεγαλύτερη αρρώστεια, και σαράκι από τη λήθη.

Οι γενιές μας τι δεν έχουν περάσει? Πολέμους, κατοχές, φτώχεια, προδοσία, γενοκτονίες ? Όμως επιβιώσαμε, χάρη σε ένα σιωπηρό αλεξι – κέραυνο με «ευχίδεια» θέληση δώρο που σε θέλει ζωντανό , έχει την ανάγκη σου, τη στήριξη σου και δεν είναι άλλο από τη μνήμη σου. Εκείνες τις μικρές μαγικές στιγμές που έτρωγες παγωτό φράουλα χωνάκι από τον παγωτατζή της γειτονιάς, και μοσχοβολούσε όλη η κουζίνα και κόστιζε μόλις δεκαπέντε δραχμές. Εκείνες οι μαγικές μικρές στιγμές που δεν είχες πιάσει δουλειά ήσουν ερωτευμένος, και έτρωγες στο βουνό με ότι έφερνες από το σπίτι σου και μπύρες τσόνταρε όλη η παρέα. Τότε που ξεκινούσε η σχολική χρονιά ήθελες να γίνεις πυροσβέστης και πίστευες ότι είχες τη δύναμη να σώσεις όλο τον κόσμο. Αξία ανεκτίμητη. Συνειδητοποίησα ότι το πιο ύπουλο εργαλείο χαλιναγώγησης ενός λαού είναι η συρρίκνωση του πνεύματος, ο φόβος το μίσος . Η εκπομπή όλης αυτής της αρνητικής ενέργειας που θολώνει τη σκέψη και σε υποτάσσει, σε εξαφανίζει… Γύρισα αργά έριξα λίγο νερό στην μαργαρίτα, την ευχαρίστησα για την ομορφιά που μου χάρισε… και έτσι , πέρασα …επιτέλους το φανάρι σκεπτόμενη την ασπίδα της ελληνικής ψυχής δεν ήταν άλλη από την αγάπη, τη φιλευσπλαχνία για τους γύρω μας, τη θετική σκέψη, την επιθυμία για ζωή, ναι υπάρχουν παντού πλάκες αλλά εμείς είμαστε εδώ είμαστε όρθιοι γιατί δεν ξεχνούμε γιατί Ευχίδα , Αλέξανδρε, σας ευχαριστούμε …και εγώ εσάς που μοιραστήκατε τούτα εδώ τα λόγια μαζί μου. Να είμαστε όλοι και όλες καλά!

Πηγές: [ «γιατί το λέμε έτσι… η προέλευση, ερμηνεία, η αλληγορική σημασία λέξεων και φράσεων του λαού μας» κ Γιολάντα Τσορώνη – Γεωργιάδη, εκδόσεις ΩΡΙΩΝ 2007]

Απόδοση Συγγραφή για το Fire.gr, Χατζηστρατή Μαίρη

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.