Θεσμικό Πλαίσιο Π.Π: Μια εποπτική ματιά στις προβληματικές πτυχές του

 

3/11/2015

Ασπασία Καραμάνου, Πολιτικός Μηχανικός Msc, Πολιτική Προστασία PhD

Η θεσμική οργάνωση του συστήματος Πολιτικής Προστασίας απόλυτα ενταγμένη στην οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών, παρουσιάζει τα ίδια έντονα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά. Διαθέτει ιεραρχική δομή εξουσίας στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η Κυβέρνηση και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και ιεραρχικά διαβαθμίζονται προς τα κάτω οι Γενικοί Γραμματείς Αποκεντρωμένης Διοίκησης, οι Περιφερειάρχες και οι Δήμαρχοι, καθώς και καταμερισμό εργασιών προσδιορισμένο από το θεσμικό πλαίσιο που ανατίθεται σε επιμέρους υπηρεσιακές μονάδες της δημόσιας διοίκησης. Διακρίνονται τρία επίπεδα διαχείρισης μιας έκτακτης κατάστασης ανάγκης: το τακτικό, το επιχειρησιακό και το πολιτικό/στρατηγικό, όπου για κάθε ένα από αυτά υπάρχουν διαφορετικές ευθύνες και αρμοδιότητες.

Πρόκειται για μια «ιδιόμορφη» γραφειοκρατία στο βαθμό που συνδυάζει αυστηρή ιεραρχική δομή και εξάρτηση από την κεντρική εξουσία, με μια τάση για λειτουργική αυτονομία στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ εμφανίζει χαρακτηριστικά όπως ασάφεια και επικάλυψη εντολών, αρμοδιοτήτων και υπευθυνοτήτων, πληθωρισμό οργάνων και υπηρεσιών, προσωποποίηση των εργασιακών σχέσεων, που αποκλίνουν από το γραφειοκρατικό πρότυπο.  Οι δαιδαλώδεις και συχνά ανεπαρκείς, ασαφείς ή/και ανεφάρμοστοι νομικοί κανόνες (διατάξεις νόμων ακόμη και από το 1920), η αλληλοεπικάλυψη των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών και η αδυναμία σαφούς αναγνώρισης και κατανομής του πεδίου ευθύνης, είναι συχνά φαινόμενα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται δυσκολίες στην ακριβή αποτύπωση των αρμοδιοτήτων των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών στον τομέα της διαχείρισης των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Παράλληλα παρατηρείται και το φαινόμενο, εγκύκλιες οδηγίες εκδίδονται για την αποσαφήνιση των νομικών κειμένων, συχνά να αποτελούν «ερμηνείες» που αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν προβλέπονται από σχετική νομοθεσία ή έρχονται σε ευθεία αντίθεση με αυτήν.

Το  σχέδιο «Ξενοκράτης» που παραμένει σχεδόν αμετάβλητο από το 2003, δεν επαρκεί ώστε να μπορεί να καλύψει την αναγκαιότητα ενός καλά δομημένου και οργανωμένου σχεδίου επιχειρησιακής ετοιμότητας, από το οποίο υπάρχει απαίτηση να αποδώσει συγκεκριμένα αποτελέσματα κατά την εφαρμογή του, υποστηρίζοντας τον συντονισμό κατά τη διάρκεια μιας κρίσης. Κατ’ επέκταση είναι λογικές οι αντιρρήσεις για το εάν ένα τέτοιο σχέδιο παραμένει ακόμη σε ισχύ ή αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο και για τα σχέδια δράσης των άλλων εμπλεκόμενων οργανισμών.

Καταρχήν, τίθεται επιτακτική η ανάγκη για αναθεώρηση και των ορισμών που δίνονται – ως μια πρώτη προσέγγιση από τον Ξενοκράτη-, αφού η απουσία της κοινής ορολογίας σε θέματα διαχείρισης εκτάκτων αναγκών δημουργεί προβλήματα κατανόησης και συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων Πολιτικής Προστασίας.

Επιπλέον, η αδυναμία της σαφούς αναγνώρισης και κατανομής του πεδίου ευθύνης μεταξύ των εμπλεκόμενων οργανισμών, είναι ένα καλά αναγνωρισμένο πρόβλημα, που κατά τη διάρκεια μιας κρίσης γίνεται «αφόρητο».

Με τον «Ξενοκράτη» επιχειρήθηκε μια πρώτη εκτίμηση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για την επίτευξη της μεταξύ τους συνεργασίας, την εναρμόνιση του σχεδιασμού και τη βελτίωση της συντονιστικής λειτουργίας στην αντιμετώπιση των καταστροφών. Όμως, δεν προέβλεπε  καθορισμένη διαδικασία γι’ αυτό, η οποία να επιτρέπει την ανατροπή της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης. Επίσης, οι διαρκείς θεσμικές αλλαγές σε επίπεδο οργάνωσης και διοίκησης του δημόσιου τομέα των τελευταίων ετών, στη σύσταση, κατάργηση υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων κτλ, με πιο πρόσφατες αυτές του «Καλλικράτη» – ο οποίος άλλαξε ριζικά το «τοπίο» της δημόσιας διοίκησης – έχουν ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να μην ανταποκρίνεται στην διαμορφωθείσα κατάσταση. Η σχεδίαση προβλέπεται να γίνεται κάθετα για κάθε φορέα και δεν υποστηρίζονται οι οριζόντιες συνδέσεις που θα επέτρεπαν τον καλύτερο συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων.

Ασάφειες, αλληλοεπικαλύψεις ακόμη και μονομερείς αντιλήψεις στην εφαρμογή των θεσμοθετημένων ρόλων με καταμερισμό των εργασιών που γίνεται δύσκολα κατανοητός ή ακόμη και ανεφάρμοστος, οδηγούν σε κατακερματισμό των δράσεων, κατασπατάληση των ήδη μειωμένων πόρων, ακόμη και σε χρονοβόρες προστριβές και διοικητικές έριδες. Επίσης, επειδή η αποδοτικότητα του συστήματος πολιτικής προστασίας που είναι σε άμεση συνάρτηση με το αποτέλεσμα της συναίνεσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, χρειάζεται να εξασφαλίζεται ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς είναι εξοικειωμένοι και έχουν πλήρη επίγνωση και αποδοχή των ρόλων τους και των νομικών δεσμεύσεων τους.

Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας επιχειρώντας την ανατροπή της ανωτέρω περιγραφόμενης κατάστασης, παρέχει κατευθυντήριες οδηγίες στους εμπλεκόμενους οργανισμούς σχετικά με τους θεσμοθετημένους ρόλους τους. Οι πρωτοβουλίες αυτές αν και καταρχήν χαρακτηρίζονται θετικές δεν επαρκούν στην επίλυση των χρόνιων προβλημάτων νομικών ασαφειών και αλληλοεπικαλύψεων.

Ακολούθως και τα σχέδια έκτακτης ανάγκης των εμπλεκόμενων φορέων στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι ελλιπή, μη επικαιροποιήμενα  ή ακόμη και ανύπαρκτα (συχνά λόγω έλλειψης της σχετικής υποχρέωσης). Παρατηρείται ακόμη και το φαινόμενο, να παραλλάσσονται ελάχιστα τα σχέδια άλλων οργανισμών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ανά περίπτωση οι ιδιομορφίες του αντικειμένου και οι χωρικές ιδιαιτερότητες ή να αποτελούν απλώς «σχέδια -ευχολόγια».

Το αποτέλεσμα είναι να γίνεται κοινά παραδεκτό ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει ενοποιημένο σύστημα διαχείρισης των φυσικών και άλλων καταστροφών, παρά μόνο μια αποσπασματική αντιμετώπιση των επιμέρους ζητημάτων που τίθεται.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα στην οργάνωση και διοίκηση του συστήματος πολιτικής προστασίας αφορά τη λειτουργία του συντονισμού, η οποία καθίσταται δυσχερής, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, που απαιτείται ο έλεγχος των συλλογικών προσπαθειών και δραστηριοτήτων από ένα ευρύ φάσμα και σε πολλά διοικητικά επίπεδα οργανισμών και υπηρεσιών που καλούνται να συνεργαστούν με ταχύτητα και ευελιξία, μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας και αυστηρά καθορισμένα χρονικά όρια.

Αυτό που με σαφήνεια προκύπτει από τον καταμερισμό των θεσμικών αρμοδιοτήτων (βλέπε Πίνακα) είναι η ασάφεια που υπάρχει σχετικά με τις συντονιστικές αρμοδιότητες μεταξύ των κεντρικών και αποκεντρωμένων οργάνων πολιτικής προστασίας.

Η λειτουργία του συντονισμού διασαλεύεται επίσης πολύ σοβαρά από το γεγονός ότι από την υφιστάμενη οργάνωση, τα όργανα που συντονίζουν  (σε κρατικό ή τοπικό επίπεδο) δεν έχουν καμία ιεραρχική διοικητική εξουσία σε άλλους φορείς και υπηρεσίες, γεγονός που υπονομεύει την λήψη των αποφάσεων. Οι επιταγές του νόμου δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες διαδικασίες εφαρμογής της συντονιστικής λειτουργίας. Η ομαδική εργασία, η επικοινωνία και η συνοχή υποκαθίστανται με σφάλματα, συγκρούσεις και χρονικές καθυστερήσεις που καθιστούν σε αρκετές περιπτώσεις ατελέσφορες τις προσπάθειες για αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας έκτακτης κατάστασης ανάγκης.

Σοβαρές ελλείψεις παρουσιάζονται στο θεσμικό πλαίσιο σε ότι αφορά το ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης στο σύστημα πολιτικής προστασίας, η οποία αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς στο σχεδιασμό αφού οι βασικές δράσεις έκτακτης ανάγκης εφαρμόζονται σχεδόν πάντα στο τοπικό επίπεδο. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελούν τις βαθμίδες εκείνες της διοίκησης που βρίσκονται εγγύτερα στον πολίτη και κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα σύμφωνα με το οποίο ‘συντρέχει υπέρ τους το τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων’, καθώς επίσης ‘έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια’. Αυτό σημαίνει ότι για να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους πρέπει να έχουν τους αναγκαίους πόρους και ότι για το σκοπό διαθέτουν δική τους περιουσία και προϋπολογισμό.

Διακεκριμένες ρυθμίσεις (εσκεμμένες ή αβλεψίες) στη οργάνωση του συστήματος Πολιτικής Προστασίας, που είναι τόσο πιο ατελείς όσο πιο χαμηλά είναι το ιεραρχικό επίπεδο της δημόσιας διοίκησης που αναφέρονται, θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμβάλλουν στην διαιώνιση της έλλειψης του σαφούς πλαισίου αποκέντρωσης και τα εμπόδια που δημιουργούνται στην εφαρμογή πολιτικών που εξυπηρετούν τις τοπικές ανάγκες (πχ ελλείψεις ή ανεπάρκειες στην οργάνωση και στελέχωση των υπηρεσιακών μονάδων Πολιτικής Προστασίας, επιχειρησιακών κέντρων, συντονιστικών οργάνων, στο σύστημα πόρων, στην υποχρέωση σύνταξης σχεδίου έκτακτης ανάγκης κτλ).

Η χρηματοδότηση των δράσεων της πολιτικής προστασίας προέρχεται κυρίως από ιδίους πόρους από έκτακτες οικονομικές επιχορηγήσεις, από τον κρατικό προϋπολογισμό (τους ΚΑΠ ή τον προϋπολογισμό της ΓΓΠΠ), από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, και σε κάποιες περιπτώσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία ή το Ταμείο Αλληλεγγύης της ΕΕ, το Ταμείο Συνοχής και το Χρηματοδοτικό Μέσο Πολιτικής Προστασίας.

Η κατανομή της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως από την οικονομική συγκυρία και τη δυνατότητα της κεντρικής διοίκησης να ενισχύσει την τοπική αυτοδιοίκηση, την ικανότητα των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης να διεκδικήσουν, να προσελκύσουν και να αξιοποιήσουν τους πόρους αυτούς ανάλογα και με τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά τους. Ως επί το πλείστον οι πιστώσεις αυτές δεν κατανέμονται σε δράσεις προληπτικές ή ετοιμότητας αλλά για δράσεις απόκρισης και αποκατάστασης ή ακόμη εν τέλει και για άλλες δράσεις εκτός πολιτικής προστασίας, αφού δεν προβλέπεται μηχανισμός που να εξασφαλίζει ότι οι πιστώσεις διατέθηκαν αποκλειστικά για το σκοπό για τον οποίο δόθηκαν.

Επίσης παρατηρείται και η «ανακολουθία» σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων ΟΤΑ για δράσεις Πολιτικής Προστασίας που γίνονται από το Υπ. Εσωτερικών, ενώ η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας ανήκει στον αναπλ. Υπ. Προστασίας του Πολίτη. Το έργο της Πολιτικής Προστασίας δυσχεραίνεται όταν η χρηματοδότηση των φορέων δε γίνεται βάσει αρμοδιοτήτων.

Όμως πρέπει να επίσης να λάβουμε υπόψη ότι οι φυσικές καταστροφές δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο και ανεξάρτητο βιοφυσικό γεγονός, αφού προκαλούνται μόνο όπου οι φυσικές διεργασίες αλληλεπιδρούν με τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις και δραστηριότητες και ο περιορισμός τους αποτελεί ένα πολύπλευρο κοινωνικό ζήτημα όπου οι φυσικοί κίνδυνοι αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας με πολιτικές και δράσεις που αφορούν το περιβάλλον, την υγεία, την παιδεία, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας κτλ.

Επομένως θα πρέπει να επισημανθεί ότι η χρηματοδότηση των δράσεων πολιτικής προστασίας δεν θα πρέπει να θεωρούνται μόνο ως δαπάνες για το μετριασμό των φυσικών καταστροφών, αλλά ως αναπτυξιακοί πόροι για την ενίσχυση της προσαρμοστικότητας και τη μείωση της ευαλώτητας των κοινοτήτων.

Επιπλέον, όπως είναι γνωστό, οι πόροι από την κεντρική διοίκηση δεν αποδίδονται στο σύνολό τους εγκαίρως, γεγονός που δημιουργεί προσκόμματα στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Επίσης, η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για αύξηση των εσόδων από το κράτος, με αποτέλεσμα την ανάγκη να δοθεί έμφαση σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Οι πόροι από κοινοτικά κονδύλια αποτελούν ευκαιρία για την υλοποίηση δράσεων πολιτικής προστασίας, κυρίως, για θέματα πρόληψης. Η απορρόφηση των πόρων αυτών προϋποθέτει συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η εκπόνηση μελετών και η δυνατότητα για οργάνωση της πληροφορίας καθώς και ότι η εισροή πόρων για να είναι αποτελεσματική απαιτεί κατάλληλη διαχείριση και διοικητική ικανότητα.

Πολύ βασικές θεσμικές ελλείψεις διέπουν την συγκρότηση, τη σύνθεση τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των  Συντονιστικών Οργάνων Πολιτικής Προστασίας, – κυρίως μετά την εφαρμογή του Καλλικράτη -, σε σημείο που αμφισβητείται ακόμη ο ρόλος και η νομιμοποίηση αυτών των οργάνων. Απαιτείται άμεση αναθεώρηση του σχετικού νομικού πλαισίου. Επίσης στον Καλλικράτη αναφέρεται για πρώτη φορά και το Συντονιστικό Μητροπολιτικό Όργανο χωρίς να γίνεται καμία περεταίρω αναφορά για τη συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία του, με αποτέλεσμα 4 χρόνια μετά την ψήφιση του σχετικού νόμου το όργανο αυτό να μην έχει καν συγκροτηθεί.

Οι προβλεπόμενες δράσεις ετοιμότητας για κάθε κατηγορία κινδύνου, «αντιμάχονται», με το βαριά ελλειμματικό θεσμικό πλαίσιο με συχνό αποτέλεσμα ελλιπείς δράσεις πρόληψης από τις αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς.

Για παράδειγμα σε ότι αφορά την αντιπλημμυρική προστασία:

  • Η ευθύνη για τη συντήρηση των φρεατίων υδροσυλλογής του δικτύου ομβρίων που προβλέπεται από το νόμο ως διακριτή αρμοδιότητα, συχνά συγχέεται με τη συντήρηση του οδικού δικτύου (με Υπουργικές Αποφάσεις, εγκύκλιες οδηγίες, ακόμη και τη νομολογία) με αποτέλεσμα να μη γίνεται κατανοητό το πεδίο ευθύνης κάθε φορέα, σε σημείο ακόμη και να μην καθαρίζονται τα φρεάτια των δρόμων από τους έχοντες την ευθύνη, οι οποίοι μάλιστα μπορεί να χρηματοδοτούνται γι αυτό, γιατί δεν αναγνωρίζεται αυτή η αρμοδιότητα.
  • Η αστυνόμευση ρεμάτων που τίθεται ως βασικό προληπτικό αντιπλημμυρικό μέτρο, δεν μπορεί να ασκηθεί λόγω έλλειψης ικανού αριθμού προσωπικού.
  • Ο σχεδιασμός των αναδασώσεων και της αντιχειμμαρικής προστασίας που αναφέρεται στις αρμοδιότητες της Μητροπολιτικής Επιτροπής της Περιφέρειας Αττικής, αναφέρεται πιθανά εκ παραδρομής στον Καλλικράτη αφού στον ίδιο νόμο ορίζεται και ως αρμοδιότητα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα που αφορά την δράση για τον προσεισμικό έλεγχο των κτιρίων: Από το 2001 έχουν εκδοθεί εγκύκλιες οδηγίες για τον πρωτοβάθμιο έλεγχο κτιρίων, μια διαδικασία μη-νομικά κατοχυρωμένη που αντιμετώπισε πολλά προβλήματα εφαρμογής. Αλλά και στα ελάχιστα κτίρια που έχει ολοκληρωθεί ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος, οι σχετικές διαδικασίες έχουν «παγώσει» αφού ακόμη αναμένονται οι οδηγίες για τον δευτεροβάθμιο προσεισμικό έλεγχο, αυξάνοντας τη σύγχυση σε μια ήδη προβληματική κατάσταση.

Ο Μητροπολιτικός Σχεδιασμός στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας όπως εισήχθη με τις ρυθμίσεις του Καλλικράτη, δημιουργεί παρερμηνείες και θέτει αρκετά ζητήματα διοικητικής φύσεως, ακόμη και πολιτικής νομιμοποίησης.

Η επαγγελματική εκπαίδευση των στελεχών Πολιτικής Προστασίας, η οποία μέχρι πρόσφατα τελούσε υπό την εποπτεία του καταργηθέντος (και ουδέποτε λειτουργούντος) Επιστημονικού και Ερευνητικού Κέντρου Πολιτικής Προστασίας/ΕΕΚΕΠΠ, και σήμερα από την Εθνική Σχολή Πολιτικής Προστασίας/ΕΣΠΟΠ παραμένει ακόμη ένα «κενό γράμμα νόμου», ενώ παράλληλα έχουν σχεδόν καταργηθεί τα ελάχιστα σχετικά με την Πολιτική Προστασία σεμινάρια που παρείχε η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.

Επίσης, και η επιλογή των διαχειριστών έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με τους εκάστοτε οργανισμούς των φορέων δεν γίνεται με βάσει τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει.

Οι προβλεπόμενες δράσεις για την αποκατάσταση, την κοινωνική προστασία και την αρωγή των πληγέντων παρουσιάζουν επίσης σοβαρές θεσμικές δυσλειτουργίες με σοβαρά προβλήματα εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας, γραφειοκρατικές καθυστερήσεις και παντελή έλλειψη ευελιξίας για την άμεση ανακούφιση των πληγέντων.

Και σε αυτήν τη διαδικασία εμπλέκονται αρκετοί κρατικοί φορείς και υπηρεσίες καθώς και φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης (υπουργεία υποδομών, εργασίας, βιομηχανίας, οικονομικών, αγροτικής ανάπτυξης, περιφέρειες, δήμοι κτλ), με αλλότρια καθήκοντα και αρμοδιότητες, με αποτέλεσμα σχεδόν κανείς να μην ξέρει τι δικαιούνται οι πληγέντες, που πρέπει να απευθυνθούν, τι να κάνουν, ακόμη και ποιος φταίει.

Πλέον των ανωτέρω αναφέρονται οι ιδιαίτερα χρονοβόρες διαδικασίες στην έκδοση των απαραίτητων υπουργικών αποφάσεων για την οριοθέτηση της πληγείσας περιοχής και την καταβολή των αποζημιώσεων, με χρονικό ορίζοντα που δύναται να ξεπεράσει ακόμη και τον ένα χρόνο (εφάπαξ χρηματικά βοηθήματα για την κάλυψη πρώτων αναγκών θεομηνιόπληκτων, αποζημιώσεις επιχειρήσεων, γεωργικές αποζημιώσεις, αποκατάσταση βλαβών κτιρίων και έργων υποδομής κτλ). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των επιχειρήσεων που επλήγησαν από την πλημμύρα στις 24-10-2014 όπου μέχρι και σήμερα δεν έχουν εκδοθεί οι κοινές υπουργικές αποφάσεις για την αποζημίωσή τους. Παράλληλα αν και τελικά οι αποζημιώσεις θα δοθούν από τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας μετά από ΚΥΑ που θα εκδοθεί από επισπεύδουσα υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η Περιφέρεια φαίνεται ως υπόλογη έναντι αυτών των καθυστερήσεων αφού επιτροπές οριζόμενες από την Περιφερειάρχη διενέργησαν τις αυτοψίες των επιχειρήσεων.

Άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση «αβλεψίας» του νόμου (Καλλικράτης), αναφέρεται στην καταβολή των αποζημιώσεων των πληγέντων με τη μεταφορά αυτής της αρμοδιότητας από τις πρώην Νομαρχίες στους ΟΤΑ, όπου, δεν προβλέφθηκε ρητά ο φορέας τον προϋπολογισμό του οποίου θα βαρύνει αυτή η πίστωση.

Σε ότι αφορά το σύστημα Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, αποδεικνύεται ότι και οι ρυθμίσεις του νεότερου νομού (4249/2014) στην εφαρμογή κάποιων από τις διατάξεις του, παραμένουν «κενό γράμμα νόμου», με αποτέλεσμα μια πλειάδα χρόνιων νομικών και οργανωτικών δυσλειτουργιών σχετικά με την ένταξη, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την παροχή κινήτρων, τους κανόνες εμπλοκής και λειτουργίας των Εθελοντικών Οργανώσεων στο σύστημα Πολιτικής Προστασίας, να ακόμη παραμένουν «άλυτα», δημιουργώντας ανυπέρβλητα εμπόδια και δυσκολίες που εμποδίζουν την ορθή αξιοποίηση της εθελοντικής δράσης κάθε ενεργού πολίτη.

Το θεσμικό πλαίσιο της πολιτικής προστασίας θα πρέπει να είναι σαφέστερο ως προς τον προσανατολισμό και τους στόχους που θέτει προκειμένου να μην υπόκειται σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις κατά περίπτωση.

Για την άρση των ανωτέρω δυσλειτουργιών προτείνεται η κωδικοποίηση της κείμενης νομοθεσίας μετά από ευρεία διαβούλευση, με ταυτόχρονη κατάργηση, αναθεώρηση ή αναδιατύπωση των διατάξεων που έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς ή/και ανεφάρμοστες. Μια καλή ιδέα θα μπορούσε να είναι  η δημιουργία (σε κεντρικό επίπεδο) ενός Γραφείου Εμπειρογνωμόνων και Νομικής Υποστήριξης  για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι διαχειριστές έκτακτης ανάγκης στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, με δράσεις όπως την ενημέρωση, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και βέλτιστων πρακτικών, αξιοποίησης μεταφοράς εμπειρίας, την έκδοση νομικών γνωματεύσεων αναφορικά με την διαχείριση καταστροφών και κινδύνων κτλ, και κυρίως με τη διαμόρφωση κουλτούρας που όχι απλά δε θα επιτρέπει αυθαίρετες παρεκκλίσεις από την κείμενη νομοθεσία αλλά επιπροσθέτως θα είναι αποτελεσματική στην ουσία και όχι στο γράμμα του νόμου. Σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις ως μια καλή λύση, προτείνεται, η δημιουργία γραφείου διασύνδεσης σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο για εξεύρεση Ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων σε θέματα πολιτικής προστασίας, προκειμένου να υποστηριχθούν οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Πίνακας Ι: Συντονιστικές θεσμικές αρμοδιότητες Κεντρικών και Αποκεντρωμένων Οργάνων Πολιτικής Προστασίας
 

Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας

• Συντονίζει το έργο της Πολιτικής Προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών.

Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας

• Ειδικός συντονισμός του δυναμικού και των μέσων των υπηρεσιών και των φορέων, που αναλαμβάνουν δράση σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Περαιτέρω:
• Συντονίζει το έργο και τις δράσεις αντιμετώπισης των καταστροφών κατά την εκδήλωση των φαινομένων, καθώς και το έργο αποκατάστασης των προκαλούμενων ζημιών. Ο ανωτέρω συντονισμός περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις εκδήλωσης δράσης για την αντιμετώπιση των κάθε μορφής καταστροφών κατά την εκδήλωση του φαινομένου από τις κάθε είδους εμπλεκόμενες δυνάμεις πυρόσβεσης και διάσωσης.
• Είναι αρμόδια για το συντονισμό όλων των δράσεων εκτίμησης του κινδύνου, πρόληψης, προετοιμασίας, κινητοποίησης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης των καταστροφών όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων, σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό, με κύριο επιχειρησιακό βραχίονα το Πυροσβεστικό Σώμα.
• Καταγράφει τις δυνάμεις πολιτικής προστασίας και μεριμνά για την καλύτερη αξιοποίησή τους.
• Συντονίζει την προετοιμασία του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας της Χώρας για την αντιμετώπιση πιθανών καταστροφών, στο πλαίσιο του υφιστάμενου σχετικού σχεδιασμού, ανά κατηγορία κινδύνου.
• Συντονίζει τη συνεργασία των κεντρικών, αποκεντρωμένων, περιφερειακών και τοπικών δημόσιων υπηρεσιών και φορέων στα θέματα πολιτικής προστασίας.
• Συντονίζει σε όλες τις φάσεις το έργο αντιμετώπισης των καταστροφών καθώς και την αποκατάσταση των προκαλούμενων ζημιών.

Γενικοί Γραμματείς Αποκεντρωμένης Διοίκησης

• Συντονίζουν και επιβλέπουν το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών. Στο πλαίσιο της ίδιας αρμοδιότητας συντονίζουν, επίσης, τη διάθεση του απαραίτητου δυναμικού και μέσων.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Δνση Πολιτικής Προστασίας της ΓΓ Αποκεντρωμένης Διοίκησης

• Είναι αρμόδια για το σχεδιασμό και την οργάνωση, σε θέματα πρόληψης, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς και για το συντονισμό όλων των υπηρεσιών της Αποκεντρωμένης και του δημόσιου και ιδιωτικού δυναμικού και μέσων, για την εξασφάλιση της ετοιμότητας, την αντιμετώπιση των καταστροφών και την αποκατάσταση των ζημιών.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Περαιτέρω οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις

• Τηρούν στοιχεία του υπάρχοντος στους νομούς της περιοχής τους δυναμικού και μέσων
• Κινητοποιούν, σε περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών, τις κρατικές υπηρεσίες στους Νομούς της χωρικής τους αρμοδιότητας και παρέχουν τα αναγκαία κρατικά μέσα για την αντιμετώπιση των φαινομένων. Σε περιπτώσεις δε μεγάλων καταστροφών ενισχύουν τον πληγέντα Νομό με δυναμικό και μέσα από άλλους νομούς της περιοχής τους.

Περιφερειάρχες

• Συντονίζουν και επιβλέπουν το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών εντός των διοικητικών τους ορίων.
• Έχουν την ευθύνη της διάθεσης και του συντονισμού δράσης του απαραίτητου δυναμικού και μέσων για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών της χωρικής Περιφέρειας.

Δ/νσεις Πολιτικής Προστασίας των Περιφερειών

• Είναι αρμόδιες για το σχεδιασμό και την οργάνωση, σε θέματα πρόληψης, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς και για το συντονισμό όλων των υπηρεσιών της Περιφέρειας καθώς και του δημόσιου και ιδιωτικού δυναμικού και μέσων, για την εξασφάλιση της ετοιμότητας, την αντιμετώπιση των καταστροφών και την αποκατάσταση των ζημιών.

Περαιτέρω οι Περιφέρειες

• Τηρούν στοιχεία του υπάρχοντος στην περιοχή τους δυναμικού και μέσων
• Επιβλέπουν την οργάνωση των υπηρεσιών τους ώστε να είναι ικανές για την αντιμετώπιση των καταστροφικών φαινομένων και να συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων μιας καταστροφής
• Κινητοποιούν τις κρατικές υπηρεσίες και διαθέτουν τα αναγκαία μέσα σε περιπτώσεις τοπικών καταστροφών. Ενημερώνουν σχετικά την Αποκεντρωμένη και ζητούν σε περίπτωση ανάγκης ενισχύσεις.

Αντιπεριφερειάρχες

• έχουν την ευθύνη της διάθεσης και του συντονισμού δράσης του απαραίτητου δυναμικού και μέσων για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των φυσικών και άλλων καταστροφών στην περιφερειακή ενότητα, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις που τους παρέχει ο Περιφερειάρχης.

 
Για το Fire.gr, Ασπασία Καραμάνου, Πολιτικός Μηχανικός Msc, Πολιτική Προστασία PhD

2 Comments

  1.  

    Ένα ακόμα άρθρο εξαιρετικό από μία ξεχωριστή προσωπικότητα, στην οποία, βρίσκεις το Εμείς και όχι το Εγώ.

  2.  

    Στο εξαιρετικό άρθρο σας θα ήθελα να προσθέσω την αξιοποίηση της επιστήμης που ονομάζεται Επιχειρησιακή Έρευνα για την πρόβλεψη περιστατικών με σκοπό την καλύτερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού καθώς και το ξεκαθάρισμα του μητρώου από εθελοντικές οργανώσεις /ομάδες φαντάσματα.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.