Η Αντίληψη των Φυσικών Κινδύνων (Risk Perception)

 

20/5/2014

Στο παρόν μελετάται η αξιολόγηση των φυσικών κινδύνων ως μια πρωταρχική διαδικασία για τη λήψη των αποφάσεων με στόχο τη βελτίωση της ανθεκτικότητας και της προσαρμοστικότητας των κοινοτήτων, μέσα από το επιστημονικό πεδίο της γνωστικής ψυχολογίας η οποία εστιάζει στην υποκειμενική διάσταση της ανθρώπινης αντίληψης.

Οι κίνδυνοι είναι παρόντες σε κάθε πτυχή της ζωής μας και ως εκ τούτου η αξιολόγησή τους είναι μια καθολική έννοια, εφαρμόσιμη σε όλο το εύρος της ανθρώπινης δραστηριότητας, συχνά ως μια αδόμητη διαδικασία βασισμένη στην κοινή λογική, την εμπειρία και το ένστικτο. Σε πολλές περιπτώσεις παρότι ατομικά έχουμε γνώση των κινδύνων αυτό δεν οδηγεί απαραίτητα στη σωστή αντιμετώπισή τους. Η ανθρώπινη αντίδραση μπορεί να επηρεαστεί από την λανθασμένες ερμηνείες, με βάση την αντιληπτική (γνωστική) ικανότητα των ατόμων. Με άλλα λόγια η ανθρώπινη αντίληψη λειτουργεί σαν φίλτρο μέσα από το οποίο αναγνωρίζονται οι διαφόρων ειδών απειλές.

Η αντίληψη ενός ατόμου σε σχέση με τον κίνδυνο επηρεάζεται από μια σειρά υποκειμενικών παραγόντων που το καθιστούν λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητο. Ο τύπος και ο βαθμός του κινδύνου διαφοροποιείται αρκετά ανάμεσα στα διάφορα άτομα της ίδιας ηλικίας και φύλου καθώς και από διάφορους προσωπικούς παράγοντες όπως ο τόπος διαμονής, η ανατροφή του, το επάγγελμα, ο τρόπος της ζωής κτλ. Μερικοί άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα στην ιδέα του κινδύνου ενώ άλλοι τον αποφεύγουν συστηματικά. Άλλοι υιοθετούν πρότυπα συμπεριφοράς υψηλού κινδύνου και σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν σε αυξημένα επίπεδα κινδύνου σαν αποτέλεσμα προηγούμενων επιτυχιών.

Το ίδιο συμβαίνει και σε διαφορετικά σύνολα ανθρώπων. Τα άτομα συνήθως συμπεριφέρονται σε μια κατάσταση κινδύνου ανάλογα με τις προσδοκίες της ομάδας στην οποία εντάσσονται, φτάνοντας ακόμη και σε πράξεις που ατομικά δε θα μπορούσαν είχαν αναλάβει. Διαφορετικά κοινωνικά σύνολα μπορεί να έχουν κοινή αντιμετώπιση στο κίνδυνο και ν’ ανταποκρίνονται τελείως διαφορετικά έναντι άλλων συνόλων για παρόμοιες καταστάσεις κινδύνου.[1]

Η αξιολόγηση του κινδύνου των φυσικών φαινομένων  (πιθανό μέγεθος, ένταση και δυνητικές επιπτώσεις) που στηρίζεται και στην ανθρώπινη αντίληψη (riskperception) δηλαδή σε ατομικές εκτιμήσεις, λαμβάνει παράλληλα υπόψη και διάφορα ποιοτικά χαρακτηριστικά των φυσικών κινδύνων (πχ καταστροφικές δυνατότητες, μοιραία αποτελέσματα, έλλειψη δυνατότητας ελέγχου, αισθήματα φόβου που προκαλεί, κλπ). Η διαδικασία της λήψης αποφάσεων σε αυτήν την  περίπτωση τείνει να διαφέρει από την αντίστοιχη που παράγεται από τα επιστημονικά δεδομένα των μαθηματικών μοντέλων τα οποία εξάγονται με βάση τη θεωρία των πιθανοτήτων και τις αρχές της «θεωρίας της αναμενόμενης χρησιμότητας» (expected utility theory)  (δηλαδή οι χρησιμότητες των ενδεχομένων σταθμίζονται με τις πιθανότητες τους).

Τα τελευταία χρόνια, η σημασία που αποδίδεται στην ατομική αντίληψη των φυσικών κινδύνων θεωρήθηκε κλειδί για μια επιτυχημένη στρατηγική αντιμετώπισης μείωσης των καταστροφών. Οι ερευνητές έχουν αρχίσει ν’ αντιλαμβάνονται ότι η προσαρμογή του ανθρώπου απέναντι στις απειλές της φύσης γίνεται καλύτερα κατανοητή και ορθολογική μέσα από ένα πλαίσιο μοντέλων αποφάσεων διαφορετικών από υφιστάμενα μοντέλα βελτιστοποίησης. Έτσι, η προσοχή των μελετητών εστιάζεται και στην ψυχολογική προσέγγιση της λήψης των αποφάσεων σε συνθήκες αβεβαιότητας (ψυχομετρικό πρότυπο).[2]

Στην σχετική με το θέμα βιβλιογραφία επισημαίνεται ότι οι υποκειμενικές ερμηνείες των ανθρώπων (πολιτών, υπεύθυνων λήψης αποφάσεων κτλ) επηρεάζουν τις επιλογές και τις αποφάσεις τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα επιστημονικά δεδομένα αποδεικνύονται ή είναι ανεπαρκή ή συγκεχυμένα, όπως είναι οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, υψηλής αβεβαιότητας που προκαλούνται από τα φυσικά φαινόμενα. Οι εκτιμήσεις δεν βασίζονται στην αντικειμενική θεώρηση των πιθανοτήτων. Οι άνθρωποι συχνά υπερ-εκτιμούν τη σημασία των ασήμαντων συμβάντων και προτιμούν να κάνουν αυτό που θα τους δώσει τη βεβαιότητα ότι δε θα υπάρξει ζημία (όσο απίθανο και εάν είναι αυτό). Επιπλέον οι άνθρωποι είναι λιγότερο πρόθυμοι να διακινδυνεύουν με τα οφέλη και όχι με τις απώλειες.

Για παράδειγμα, οι άνθρωποι ρισκάρουν την επιχειρηματική δραστηριότητα σε παραρεμάτιες περιοχές υψηλού κινδύνου με στόχο το όφελος αλλά αρνούνται ν’ αναλάβουν το κόστος για την ασφάλιση των περιουσιών τους έναντι του πλημμυρικού κινδύνου. Δηλαδή, τα άτομα δείχνουν σαφή προτίμηση  στο αβέβαιο των απωλειών που μπορούν να υποστούν από μια φυσική καταστροφή, έναντι της βέβαιης απώλειας για την πληρωμή ασφαλίστρων. Τα δε μέτρα προστασίας όταν δεν προσφέρουν 100% ασφάλεια τότε αυτά υποτιμούνται.

Οι σχετικές μελέτες έδειξαν ότι άνθρωποι τείνουν να κατασκευάζουν ένα απλοποιημένο μοντέλο του κόσμου προκειμένου ν’ επιλύσουν ένα θέμα, καταδεικνύοντας την εφαρμογή  της θεωρίας του περιορισμένου ορθολογισμού σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης(bounded rationality theory)[3]

Σύμφωνα με τη θεωρία του ορθολογισμού η λήψη μιας απόφασης γίνεται αφού αναζητηθούν και προσδιοριστούν όλες οι διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις και αφού προβλεφθούν όλες οι συνέπειες για κάθε μία από αυτές, τότε θα επιλεγούν οι βέλτιστες λύσεις. Η θεωρία του «περιορισμένου ορθολογισμού» υποστηρίζει ότι υπόθεση του ατόμου ως πλήρως ορθολογικού όντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η προσπάθεια των ανθρώπων να κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό και λογικό σε μια καταστροφή, μετριάζεται από την ικανότητά τους ν’ αντιλαμβάνονται και να ερμηνεύουν τους κινδύνους που τους απειλούν και τις επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους. Συνεπώς το άτομο, λαμβάνοντας υπόψη μερικές παραδοχές, αναζητεί μια ικανοποιητική εναλλακτική λύση, (satisficing), παρόλο που η επιλογή του μπορεί να μην είναι ιδανική ή άριστη. Όταν βρει αυτή τη λύση, σταματά την αναζήτηση. Οι περιορισμοί που επιβάλλονται σ’ έναν άνθρωπο στη λήψη μιας απόφασης καθορίζονται από :

α) τις δεξιότητες, τις συνήθειες και τα ανακλαστικά του ατόμου,

β) τα κίνητρα και τις αξίες  του ατόμου,

 γ) την ποσότητα της βασικής γνώσης ή πληροφορίας που είναι διαθέσιμη

Τα ανθρώπινα μυαλά έχουν έναν ιδιότυπο τρόπο σκέψης ως προς την εκτίμηση της πιθανότητας της αβεβαιότητας και τον κίνδυνο. Βασίζονται  σε διαισθητικούς «ευρετικούς μηχανισμούς» (heuristics), Καθοδηγούνται σε εσφαλμένες κρίσεις, και οι αποφάσεις τους είναι μεροληπτικές, οπότε μετατρέπονται σε «προκαταλήψεις» (biasses). [4]

Οι ευρετικοί μηχανισμοί δεν ακολουθούν τις βασικές αρχές της θεωρίας των πιθανοτήτων και βρίσκουν πλήρη εφαρμογή κατά την εκτίμηση της πιθανότητας των αβέβαιων ή χαμηλής πιθανότητας γεγονότων (όπως είναι και οι φυσικοί κίνδυνοι).

Ακολουθούν λανθασμένες ερμηνείες σχετικά με το “νόμο των μικρών αριθμών” (law of small numbers) ή το “νόμο μέσων όρων” (law of averages) και την “τυχαιότητα» (perception of randomness) που χαρακτηρίζουν την έλευση ενός κινδύνου. Τα γεγονότα «τοποθετούνται» στην ανθρώπινη αντίληψη με συγκεκριμένη χρονική σειρά, όπως η ιστορία επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επίσης, η πιθανότητα πραγματοποίησης ενός συμβάντος συσχετίζεται με βάση την ευκολία με την οποία ανάλογα παρελθόντα γεγονότα ανακαλούνται από τη μνήμη ή τη ζωηρότητα των νοερών εικόνων (πχ την εικόνα μιας καταστροφής).

Για παράδειγμα οι περιοχές που οι πλημμύρες είναι συχνές, δεν αντιμετωπίζονται από τα άτομα με το νόμους της στατιστικής και των πιθανοτήτων  (τυχαιότητα των γεγονότων), αλλά ως προβλέψιμα και περιοδικά φαινόμενα, ή σύμφωνα με μια κοινή άποψη, εάν μια μεγάλη καταστροφή από τις πλημμύρες συμβεί σε ένα έτος, είναι απίθανο να συμβεί και το επόμενο ή θεωρούν ότι δομικές κατασκευές ανάσχεσης των πλημμύρων (πχ φράγματα) αποκλείουν εντελώς την πιθανότητα του κινδύνου κτλ.

Οι πιο συνήθεις ευρετικές μέθοδοι στην υποκειμενική αντίληψη των φυσικών κινδύνων είναι οι εξής:

A) Αντιπροσωπευτικότητα (Representativeness): Οι άνθρωποι κρίνουν συχνά την πιθανότητα διαφορετικών καταστάσεων από την ομοιότητά τους, δηλαδή υποθέτουν ότι τα αίτια και τα αιτιατά είναι παρόμοια ή θεωρούν ότι τα τυχαία γεγονότα είναι αντιπροσωπευτικά συγκεκριμένων καταστάσεων. Οι αποφάσεις αυτών των τύπων οδηγούν συχνά σε στερεότυπες και λανθασμένες γενικεύσεις.

Δύο κοινά προβλήματα δημιουργούνται όταν η λήψη των αποφάσεων βασίζεται στην αντιπροσωπευτικότητα:

ι) να αγνοείται το γεγονός ότι ένα μικρό μέγεθος δείγματος δεν είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού και

ii) να δημιουργείται η αίσθηση ότι οι τάσεις καλών ή κακών γεγονότων δεν είναι τυχαίες αλλά συστηματικές.

B)  Αγκίστρωση ή Αγκύρωση (Anchoring): Περιγράφει την τάση των ανθρώπων να προσκολλώνται σε ένα γνώρισμα ή σε ένα μέρος των συνολικών πληροφοριών για τη λήψη των αποφάσεων. Μόλις τεθεί σε λειτουργία η άγκυρα, υπάρχει μια προκατάληψη ως προς την προσαρμογή ή την ερμηνεία νέων πληροφοριών αφού προσαρμόζουν την κρίση τους στο σημείο αναφοράς στο οποίο έχουν αγκιστρωθεί.

Γ)  Διαθεσιμότητα (Availability): Περιγράφει την τάση των ατόμων να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα σε πληροφορίες που μπορούν εύκολα να ανακληθούν από τη μνήμη ή σε πληροφορίες που μας έχουν κάνει μεγάλη εντύπωση. Συσχετίζουν την πιθανότητα πραγματοποίησης ενός συμβάντος με βάση την ευκολία με την οποία ανάλογα (παρόμοια) παρελθόντα γεγονότα ανακαλούνται από τη μνήμη ή τη ζωηρότητα των νοερών εικόνων (πχ την εικόνα μιας καταστροφής). Η αναγνωρίσιμη πληροφόρηση είναι πιο εύκολα ανακλητή από τη μνήμη και την αντιλαμβανόμαστε σαν πιο πραγματική ή σχετική. Μια αντίθετη διαδικασία ή οποία καλείται “άρνηση” λαμβάνει χώρα όταν ένα ενδεχόμενο είναι αποκρουστικό. Σε αυτή την περίπτωση, οι άνθρωποι τείνουν να υποβαθμίσουν την πιθανότητα πραγματοποίησης ενός τέτοιου γεγονότος.Με άλλα λόγια η αναγνωρισιμότητα και η διαθεσιμότητα αντικαθιστούν την ακρίβεια και σχετικότητα της πληροφόρησης

Δ.  Η ευρετική του συναισθήματος: Διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στον περιορισμένο ορθολογισμό κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης όπου οι χρονικοί περιορισμοί είναι υψηλοί, η αβεβαιότητα μεγάλη και η συναισθηματική φόρτιση έντονη, η λήψη των αποφάσεων κατευθύνεται αυτόματα από το συναίσθημα. Το άτομο, πρώτα αποφασίζει και μετά δικαιολογεί τις επιλογές του.

Σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση της ανθρώπινης αντίληψης των φυσικών κινδύνων διαδραματίζουν και ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά τα οποία διαμορφώνουν την ανθρώπινη αντίληψη.

Η πιο κοινά αποδεκτή προσέγγιση στην έρευνα των ποιοτικών χαρακτηριστικών των φυσικών κινδύνων ήταν μέσα από το πλαίσιο του ψυχομετρικού προτύπου και των ευρετικών μεθόδων.Με μια σειρά σχετικών ερευνών που δημοσιεύτηκαν επιχειρήθηκε η κοινωνική αξιολόγηση της διακινδύνευσης διαφόρων κινδύνων με βάση διάφορες ιδιότητες όπως:

α) τη θέση του κινδύνου ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που του δίνονται από την ανθρώπινη αντίληψη (πχ βαθμός ακούσιας έκθεσης στον κίνδυνο,[5] αισθήματα τρόμου που προκαλεί, υφιστάμενη γνώση, δυνατότητα ελέγχου του κινδύνου και των συνεπειών του, αριθμός ατόμων που εκτίθεται στον κίνδυνο  κτλ),

β) τυχόν οφέλη που προσφέρει στην κοινωνία,

γ) αριθμός θανάτων που προκαλούνται από ένα κίνδυνο σε ένα μέσο έτος,

δ) αριθμός θανάτων που προκαλούνται από ένα κίνδυνο σε ένα καταστροφικό έτος και

ε) σοβαρότητα κάθε θανάτου σε σχέση με έναν θάνατο που οφείλεται σε άλλες αιτίες.

Οι Lichtenstein etal,1978 μετά από δειγματοληπτική έρευνα σε υψηλού μορφωτικού επιπέδου άτομα, απέδειξε ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να υπερ-εκτιμούν τον αριθμό των θανάτων στους κινδύνους με μικρές συχνότητες και μάλιστα με περίπου το ίδιο συστηματικό σφάλμα και αντίστροφα.

Τα ακραία φυσικά φαινόμενα οδηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά σε αντιδράσεις που συνοδεύουν τις «καταστάσεις φόβου» με «παραμέληση της πιθανότητας», δηλαδή σε καταστάσεις όπου τα άτομα δεν αξιολογούν καθόλου την πιθανότητα που έχει ένα ορισμένο σενάριο να υλοποιηθεί. Εστιάζουν αποκλειστικά στην χειρότερη πιθανή έκβαση, έχοντας την τάση να δίνουν σε κινδύνους και απειλές δυσανάλογη έμφαση σε σχέση με το πιθανό μέγεθος των επιπτώσεων που μπορούν να προκαλέσουν. Σε καταστάσεις φόβου η διάκριση του πραγματικού κινδύνου από τον αντιληπτό είναι συχνά δυσχερής. [6]

Η αξία των ψυχομετρικών ερευνών είναι πολύ σημαντική στη διαχείριση των φυσικών καταστροφών και δεν πρέπει να υποτιμώνται αφού μπορούν να ερμηνεύσουν λανθασμένες αποφάσεις, αντιδράσεις και συμπεριφορές.

Της , Δρ. Ασπασίας Καραμάνου,  Πολιτικός Μηχανικός, Προϊσταμένη Πολιτικής Προστασίας ΠΕ ΚΤ, Περιφέρεια Αττικής

& Γεώργιου Φουντά, Εντεταμένου Σύμβουλου Πολιτικής Προστασίας, Περιφέρειας Αττικής

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  Burton, I. and Kates, R.W. (1964), «The perception of natural hazards in resource management», Natural Resources Journal 3:412-414

Epstein, S., (1994), «Integration of the cognitive and the psychodynamic unconscious», American Psychologist 49  pp. 709–724

Finucane M.L., Alhakami, A.,  Slovic ,P., and . Johnson,S.M., (2000), «The affect heuristic in judgments of risks and benefits», Journal of Behavioral Decision Making 13  pp. 1–17

Fischhoff B., Slovic P., Lichtenstein S., Read S. & Combs B. (1978),»How safe is safe enough?A psychometric study of attitudes towards technological risks and benefit»,Policy Sciences, 9,127-152

Kahneman, D. and Tversky, A. (1972), «Subjective probability: a judgment of representativeness», Cognitive Psychology 3:430-454

Kahneman D and Tversky A. (1979), «Prospect theory: an analysis of decision under risk», Econometrica 47:263-291

Kahneman, D., Slovic, P. and Tversky, A.,(1982), «Judgment under uncertainty: Heuristics and biases», Cambridge University Press, New York.

Kendra, J.M. and Wachtendorf, T. (2007), «Improvisation,  Creativity, and the Art of Emergency Management» pp.324–335 in Understanding and Responding to Terrorism edited by HuseyinDurmaz, Bilal Sevinc, Ahmet Sait Yayla, and Siddik Ekici. Fairfax, VA: IOS Press

Lichtenstein S., Slovic P., Fischhoff B., Layman M., Combs B., (1978) «Judged frequency of lethal events»,  Journal of Experimental Psychology: Human Learning and Memory. Vol 4(6), pp 551-578

Simon, H.A. (1956), «Rational choice and the structure of the environment», Psychological Review 63: 129-138.

Simon, H.A. (1959), «Theories of decision making in economics and behavioral science», American Eco­nomic Review 49, pp:253-283.

Slovic P.,  Fischhoff B. and Lichtenstein S. (1981), «Facts and Fears: Societal Perception of Risk», in Advances in Consumer Research Volume 08, eds. Kent B. Monroe, Ann Abor : Association for Consumer Research, pp: 497-502.

Slovic, P., H. Kunreuther, and G. F. White (1974), «Decision processes, rationality and adjustment to natural hazards», edited by G. F. White, Natural hazards, local, national, and global, New York, Oxford University Press, pp. 187–205.

Slovic, P. (2000), «The Perception of Risk», Earhscan, London, Book Rewiew, Journal of Socio-Economics Vol. 33 (1), March 2004, Pages 127-130.

Slovic P. (2002), «Perception of Risk Posed by Extreme Events», Risk Management Strategies in an Uncertain World, Pailisades, New York April, 2002.

Slovic, P. (2007), «Perception of risk from asteroid impact», In P. T. Bobrowsky & H. Rickman (Eds.), Comet/Asteroid impacts and human society: An interdisciplinary approach, pp. 369-382. Berlin, Germany: Springer.

Sunstein, C. (2001), «The Laws Of Fear», University of Chicago Press

Tversky, A. and Kahneman, D. (1971), «Belief in the law of small numbers», Psychological Bulletin, 76, 105-110.

Tversky, A. and Kahneman, D. (1973), «Availability: a heuristic for judging frequency and probability», Cognitive Psychology, 5:207-232

Tversky, Α. and Kahneman, D. (1974), «Judgment under uncertainty: Heuristics and biases» Science, 185, 1124-1131.

  Tversky, A., and Kahneman, D. (1981), «The framing of decisions and the psychology of choice», Science 211, 453-458.
  Wilson S. A., Temple,  B. J., . Milliron ,M. E,  Vazquez, C.,  Packard,M. D. and  Rudy,B. S. (2008) «The Lack of Disaster Preparedness by the Public and it’s Affect on Communities.» The Internet Journal of Rescue and Disaster Medicine.  Vol 7 Num 2.

Zajonc, B. (1980), «Feeling and thinking: Preferences need no inferences», American Psychologist 35, pp. 151–175.

Παραπομπές

[1]. Αυτό έχει να κάνει και με ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί μέσα σε ομάδες και ονομάζεται «ομαδική ή αγελαία σκέψη», η οποία στηρίζεται στη διαφορετική κουλτούρα του συνόλου απέναντι στον κίνδυνο

Για παράδειγμα, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν το σεισμό στην Ιαπωνία σε υποδομή και αντίδραση και ο τρόπος αντιμετώπισης στην Ελλάδα. Παρόλο που και οι δύο κοινωνίες ζουν με το φόβο του σεισμού, έχουν μια διαφορετική παιδεία στην αντιμετώπισή του. Όλα αυτά στηρίζονται στη διαφορετική κουλτούρα του κάθε συνόλου.

[2]. Πολλοί αναλυτές θεωρούν την αντίληψη του κινδύνου όχι απλά ανώφελη αλλά και επικίνδυνη αφού μπορεί να οδηγήσει σε λάθος εκτιμήσεις και επιλογές και δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στις συστάσεις που δίνονται στο κοινό με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ευαλώτητα των κοινωνικών συστημάτων. Ωστόσο η ερμηνεία της αντίληψη της διακινδύνευσης μπορεί να εξηγήσει και να αναστείλει συμπεριφορές όπως:

» Ακραία αποστροφή για ορισμένους κινδύνους ή αδιαφορία για άλλους.

» Κοινότητες που ενώ βρίσκονται σε περιοχές υψηλής διακινδύνευσης δείχνουν μικρό ενδιαφέρον στις σχετικές προειδοποιήσεις για λήψη μέτρων προστασίας.

» Τη θεώρηση ότι οι χαμηλές συχνότητες κάποιων φυσικών κινδύνων συνεπάγονται πολύ απομακρυσμένο χρόνο για να προκαλέσουν ανησυχία κτλ.

[3]..

[4]. H μετάφραση του όρου «heuristic» (ευρετικό ή ευριστικό) σύμφωνα με το ηλεκτρονικό Ελληνοαγγλικό λεξικό “Magenta” είναι «ικανός για λύση αλλά χωρίς κρίση» και ετυμολογικά προκύπτει από την Ελληνική λέξη «ευρίσκω» (eureka). Χρησιμοποιείται σε πολλές επιστήμες όπως στη νομική όπου ένας ευριστικός κανόνας χρησιμοποιείται όταν κάποιοι νόμοι δεν είναι εφαρμόσιμοι στο άτομο. Για παράδειγμα, η νόμιμη ηλικία για δικαιοπραξία είναι κοινή για όλα τα άτομα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κάποια άτομα μπορεί να ωριμάζουν αργότερα ή νωρίτερα, αφού ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί ατομικά.

[5]. Οι κίνδυνοι γενικά ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες, – αν και δεν είναι πάντα ευχερής ο διαχωρισμός τους: Τους ακούσιους δηλαδή τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα άτομα χωρίς να έχουν γνώση της ύπαρξής τους ή επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες ανεξάρτητους της θέλησής του και τους εκούσιους πχ το κάπνισμα.Οι φυσικοί κίνδυνοι κατατάσσονται στους ακούσιους (αν και η ανθρωπογενής θεώρηση των καταστροφών «τους μετέτρεψε εν μέρει» εκούσιους).

[6]. Είναι αρκετά τα παραδείγματα από συμπεριφορές ανθρώπων που κυριευμένοι αποκλειστικά και μόνο από αισθήματα φόβου οδηγήθηκαν σε αντιδράσεις που προκάλεσαν μεγαλύτερες βλάβες από το ίδιο το καταστροφικό φαινόμενο. Άνθρωποι να πηδούν από ψηλά κτίρια στο κενό σε περίπτωση σεισμού ή πυρκαγιάς, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν κινδυνεύει άμεσα η ασφάλειά τους, είναι μια συνήθης εικόνα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.