Τα Ελληνικά Σώματα Ασφαλείας και η Ιστορία τους

 

Του Ζαφειρίου Χαράλαμπου

31/3/2011

Το σύγχρονο Ελληνικό Κράτος από τη δημιουργία του μέχρι σήμερα προσπάθησε να οργανώσει τη ασφάλεια των νομοταγών πολιτών και των περιουσιακών του στοιχείων ιδρύοντας διάφορες υπηρεσίες και σώματα για αυτό το σκοπό.
Αν το πέτυχε ή όχι δεν είναι του παρόντος καλό όμως είναι να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να μην τη ξαναζήσουμε.

Πολιταρχεία (1828 – 1833) Ελληνική Χωροφυλακή (1833 – 1984)

Από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους και την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Καποδίστριας δημιουργεί το πρόδρομο της Ελληνικής Χωροφυλακής την Πολιταρχεία μια πεντακοσιαρχία με επικεφαλής τον Μακρυγιάννη αργότερα το 1829 δημοσιεύει τον «Κανονισμό της αστυνομίας και των καθηκόντων αυτής» Τα καθήκοντα αυτά ήταν κυρίως ο έλεγχος κίνησης αλλοδαπών και κατοίκων άλλων επαρχιών, ο έλεγχος συνομωσιών, ο έλεγχος οπλοφορίας, ο έλεγχος επαιτών, λεσχών και καφενείων, ο έλεγχος οικοδομών, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων, η άσκηση δικαστικής αστυνομίας. Με τη Δολοφονία του επικρατεί πάλι χάος μέχρι την 15η Ιουνίου 1833 που ιδρύεται το Σώμα της Βασιλικής Χωροφυλακής αλλά παράλληλα δημιουργούνται Δημοτική Αστυνομία με τη διαίρεση της χώρας σε δήμους, η Οροφυλακή, η Εθνοφυλακή και η Διοικητική Αστυνομία. Τη περίοδο 1899 – 1913 υπάρχει και η Κρητική Χωροφυλακή.

Η Ελληνική Χωροφυλακή ήταν το πρώτο σώμα οργανωμένο στρατιωτικά με αστυνομικά καθήκοντα του Ελληνικού Βασιλείου.
Συνεστήθη δια διατάγματος την 1 Ιουνίου του 1833, και όπως σημειώνει ο Μάουερ
ανήμερα του γενεθλίου του Βασιλέως Όθωνα, με την ονομασία Βασιλικό Σώμα
Χωροφυλακής
που μετονομάσθηκε αργότερα σε Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή
και στη συνέχεια σε Ελληνική Χωροφυλακή όπου και έφθασε μέχρι το 1984
όταν συγχωνεύθηκε με την πολιτική Αστυνομία Πόλεων, σε ενιαίο αστυνομικό σώμα
υπό την σύγχρονη ονομασία Ελληνική Αστυνομία (ΕΛΑΣ).


Αστυνομία Πόλεων (1920 – 1984)

Η Αστυνομία Πόλεων ήταν ένα σώμα που εκτελούσε τα αστυνομικά καθήκοντα σε ορισμένες από τις
μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1920 και το 1984 συγχωνεύθηκε μαζί με
την Ελληνική Χωροφυλακή στην σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία. Τον Ιούλιο του 1920 βάσει του Νόμου 1370/1918 του Ελευθερίου Βενιζέλου: «Εν ταις
πόλεσιν Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών και Κερκύρας, θέλει συσταθεί
ιδία Υπηρεσία Αστυνομίας δια τα κυρίως αστυνομικά έργα…
«.
Η πρώτη πόλη που απέκτησε Αστυνομία Πόλεων ήταν η Κέρκυρα (1921). Ακολούθως, η Πάτρα (1922), ο
Πειραιάς (1923) και η Αθήνα (1929). Στη Θεσσαλονίκη αντέδρασε τότε η Διοίκηση
Χωροφυλακής και η εγκατάσταση Αστυνομίας ματαιώθηκε.

Η Αστυνομία Πόλεων ήταν ένα μικρό σώμα 10-12 χιλιάδων ατόμων με αποστολή την αστυνόμευση της
Αθήνας (το κέντρο) και του κέντρου του Πειραιά, της Πάτρας και της πόλης της
Κέρκυρας (όχι το νησί). Τα προάστια της Αθήνας, του Πειραιά, της Πάτρας, το
νησί της Κέρκυρας εκτός από την πόλη, η πόλη της Θεσσαλονίκης και όλη η
υπόλοιπη ελληνική επικράτεια ήταν στην ευθύνη της Ελληνικής Χωροφυλακής, καθώς
επίσης τα Δικαστικά Μέγαρα, η Βουλή, τα Ανάκτορα και η ασφάλεια υψηλών προσώπων
σε όλη την επικράτεια. Τα δυο Σώματα ήταν αυτόνομα, είχαν τον δικό τους αρχηγό
και υπάγονταν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Μόνο σε εξαιρετικά σοβαρές
περιπτώσεις υπήρχε συνεργασία των δυο Σωμάτων.

Το 1984 κρίθηκε σκόπιμο από την κυβέρνηση να συμπηχθούν τα δύο Σώματα σε ένα, την Ελληνική
Αστυνομία, πράγμα που έγινε τον Οκτώβριο με τον Νόμο 1481/1-10-1984, ΦΕΚ Α΄ –
152. Η Ελληνική Αστυνομία έλαβε σάρκα και οστά την 1η Νοεμβρίου 1984 και ώρα
12.00′

Ελληνική Αστυνομία (1984 – )

Η Ελληνική Αστυνομία με τη σημερινή της μορφή δημιουργήθηκε το 1984, με τη συγχώνευση της Χωροφυλακής
και της Αστυνομίας Πόλεων (νόμος 1481/1-10-1984, ΦΕΚ Α΄ – 152). Λειτουργεί
έχοντας αστυνομικά τμήματα και σταθμούς σε διάφορες πόλεις και χωριά της
Ελλάδας και επεμβαίνει σε κλοπές, διαρρήξεις, ληστείες, λαθρομετανάστευση,
κυκλοφορία πλαστών χαρτονομισμάτων, διακίνηση ναρκωτικών, στην παράνομη
εμπορεία ανθρώπων και όπου αλλού έχει ευθύνη τήρησης της τάξης, πρόληψης και
καταστολής της εγκληματικότητας και στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την
ασφαλή τροχαία κίνηση με πεζές και εποχούμενες περιπολίες.

Μεγάλη επιτυχία θεωρείται από πολλούς η αποκάλυψη και διάλυση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17
Νοέμβρη το καλοκαίρι του 2002. Άλλος σημαντικός σταθμός στην ιστορία της
Ελληνικής Αστυνομίας ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 που έγιναν στην Αθήνα,
όπου είχε αναλάβει την ασφάλεια της διοργάνωσης δημιουργώντας και Διεύθυνση
Ασφάλειας Ολυμπιακών Αγώνων. Κατά την προετοιμασία των αγώνων εξοπλίστηκε με
σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό και οχήματα.

Νομαρχιακοί Πυροφύλακες, Δημοτικοί Ειρηνοφύλακες (1833 – 1930) Πυροσβεστικό Σώμα (1930 – )

Το 1833, δηλαδή μόλις ιδρύθηκε το
ελληνικό κράτος, η αρμοδιότητα της πυρασφάλειας ανατέθηκε στους νομάρχες
(Διάταγμα 26/4-8/5/1833). Επίσης, οι Δήμοι όφειλαν να διαθέτουν προσωπικό -τους
«Ειρηνοφύλακες»- και τα μέσα για την κατάσβεση πυρκαγιών. Τέλος, για
τα δημόσια κτίρια την αρμοδιότητα είχαν οι λόχοι Σκαπανέων του Στρατού.

Το 1854 στην Αθήνα ιδρύθηκε ο
«Λόχος Πυροσβεστών» με δύναμη 92 ανδρών.

Το 1861 ο Λόχος διευρύνθηκε σε
«Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών», ο οποίος εκτός από την πυρόσβεση
εκτελούσε και έργα οδοποιίας. Στο πυροσβεστικό έργο βοηθούσαν επίσης η
Χωροφυλακή και το Φρουραρχείο. Το 1909 η Διλοχία κλήθηκε να κατασβήσει μεγάλη
πυρκαγιά που ξέσπασε στα ανάκτορα χωρίς επιτυχία.

Το 1910 συγκροτήθηκε η
«Πυροσβεστική Μοίρα», με εθελοντές και κληρωτούς τριετούς θητείας.
Στις 16 Αυγούστου 1910 στη προσπάθεια κατάσβεσης μεγάλης πυρκαγιάς στο Γενικό
Χημείο του Κράτους σκοτώθηκαν τρεις πυροσβέστες και πολλοί τραυματίστηκαν.

Η Μοίρα Υπαγόταν στο Υπ. Στρατιωτικών
και το 1914 μετονομάστηκε σε «Λόχο Πυροσβεστών». Κάλυπτε μόνο τις
πόλεις Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Στις υπόλοιπες την αρμοδιότητα
είχαν οι Δήμοι.

Το Πυροσβεστικό Σώμα

Στις 26 Απριλίου 1926 σχηματίστηκε
ένα «Πυροσβεστικό Σώμα», εντελώς ανεξάρτητο από το υπόλοιπο
στράτευμα. Όμως, αποδείχτηκε επίσης αναποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των
καταστροφικών πυρκαγιών που ξέσπασαν. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ανησύχησαν και
έθεσαν θέμα αναδιοργάνωσης της πυροσβεστικής υπηρεσίας.

Στις 30 Αυγούστου 1929 ανατέθηκε από την κυβέρνηση στο
χημικό μηχανικό Αλκιβιάδη Κοκκινάκη, Έλληνα πρόσφυγα από τη Ρωσία και πρώην
Διοικητή της Πυρ/κής Υπηρεσίας Πετρούπολης, η μελέτη και οργάνωση Πυροσβεστικής
Υπηρεσίας στην Ελλάδα.

Με το Νόμο 4661/1930 «περί
διοργανώσεως Πυροσβεστικού Σώματος» που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 153 τ. Α΄
(12 Μαΐου 1930), ιδρύθηκε ανεξάρτητο Π.Σ. ως Ν.Π.Δ.Δ. που υπαγόταν στο
Υπ. Εσωτερικών, με δικούς του νόμους και αυτοδιοίκηση. Η ίδρυση Πυρ/κών Σταθμών
οριζόταν ότι θα γινόταν με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών με βάση τον
πληθυσμό, την εμπορική και βιομηχανική σημασία του Δήμου και των τοπικών
γενικότερα συνθηκών και με κάποιες υποχρεώσεις του Δήμου. Από το 1968 με τον
Α.Ν. 360 το Π.Σ. υπάγεται στα Σώματα Ασφαλείας. Με το Νόμο 1590/86 επιτρέπεται
η ίδρυση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και σε Κοινότητες με βιομηχανική περιοχή ή
συγκοινωνιακό κόμβο μεγάλης σημασίας ή οπουδήποτε αλλού κριθεί σκόπιμο και
χωρίς υποχρέωση της τοπικής αρχής.

Οι πόλεις στις οποίες ιδρύθηκαν και
λειτούργησαν Πυροσβεστικές Υπηρεσίες (Πυροσβεστικοί Σταθμοί) την πρώτη δεκαετία
μετά την ψήφιση του ιδρυτικού του Σώματος Νόμου και μέχρι και την κήρυξη του
ελληνοϊταλικού πολέμου ήσαν:

1932: Αθήνα,
Πειραιάς και Θεσσαλονίκη (Μάιος).

1933: Πάτρα.

1935: Ηράκλειο
και Καβάλα.

1937: Βόλος.

1938: Λάρισα,
Χανιά και Ξάνθη.

1940: Ελευσίνα,
Καλαμάτα, Γιάννενα, Πρέβεζα, Κέρκυρα, Φλώρινα, Κοζάνη, Δράμα, Μυτιλήνη, Σέρρες
και Αγρίνιο.

Στις 31.12.1950, εκτός των παραπάνω
Πυροσβεστική Υπηρεσία διέθεταν οι πόλεις: Ρέθυμνο, Λαμία, Αίγιο, Δράμα,
Λευκάδα, Πύργος, Ρόδος, Χαλκίδα και Καρδίτσα. Αργότερα ακολούθησε η ίδρυση και
λειτουργία Πυροσβεστικών Σταθμών και σε άλλες πόλεις: π.χ. Άμφισσα το 1953,
Ναύπλιο το 1954 κλπ. Ο ρυθμός γίνεται καταιγιστικός από τα τέλη της δεκαετίας
του ’60 και εφεξής:

1968: Λιβαδειά.

1970: Άργος, Αλεξανδρούπολη,
Αμαλιάδα, Βέροια, Κατερίνη και Μεσολόγγι.

1971: Έδεσσα.

1972:Πολύγυρος.

1973: Ηγουμενίτσα.

1975: Κοζάνη και Ναύπακτος.

1976: Ελευσίνα
(2ος), Καστοριά, Λαύριο και Ορεστιάδα.

1977: Θήβα και Άγιος
Νικόλαος.

1978: Γιαννιτσά
και Καρπενήσι.

1979: Κιλκίς, Ζάκυνθος,
Πάργα και Νάουσα.

1980: Θεσπρωτικό,
Λεχαινά και Γρεβενά.

1981: Γαργαλιάνοι.

1983: Ελευθερούπολη.

1984: Αργοστόλι.

1987: Σάμος.

Σήμερα υπάρχουν 300 Πυροσβεστικές
Υπηρεσίες, σε όλες τις πρωτεύουσες νομών καθώς και στις πόλεις εθνικής
σημασίας, όπως η Ορεστιάδα, η Ιεράπετρα, το Διδυμότειχο, η Μύρινα Λήμνου. Σε
μεγάλες δε πόλεις που παρουσιάζουν αυξημένο πυροσβεστικό ενδιαφέρον ιδρύθηκαν
και λειτούργησαν περισσότεροι του ενός Πυροσβεστικοί Σταθμοί, όπως: Αθήνα,
Πειραιά, Θεσ/νίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χανιά, Κέρκυρα (ο 2ος το 1978), Γιάννενα (ο
2ος το 1978), Ελευσίνα, Καβάλα, Καλαμάτα, Λάρισα, Ρόδο (ο 2ος το 1978) και Κω.

Τα πρώτα χρόνια το Πυροσβεστικό Σώμα
διοικούνταν από αξιωματικούς που μετατάσσονταν από την Αστυνομία Πόλεων ή από
τη Χωροφυλακή. Αυτή η κατάσταση άλλαξε άρδην στα τέλη του 1975, όταν το Σώμα
απέκτησε Αρχηγό που προερχόταν για πρώτη φορά από τις τάξεις του, τον Κων/νο
Γκίκα.

Το 1991 το Πυροσβεστικό Σώμα ήταν η
πρώτη κρατική υπηρεσία που επίσημα υιοθέτησε την έννοια του εθελοντισμού στην
Ελλάδα δημιουργώντας τον Θεσμό του Εθελοντή Πυροσβέστη (ν. 1951/91), μια
πρωτοπόρα πρωτοβουλία για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, επιτρέποντας έτσι
την νόμιμη συμμετοχή του εκπαιδευμένου και πιστοποιημένου από το σώμα ενεργού
πολίτη στην αποστολή του σώματος.

Από το καλοκαίρι του 1998 με τον Νόμο
2612, το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε και την ευθύνη συντονισμού και κατάσβεσης σε
δασικές πυρκαγιές, την οποία μέχρι τότε είχε η Δασική Υπηρεσία. Το Σώμα
ενισχύθηκε σε υλικό και προσωπικό που μετατάχθηκε από την Δασική Υπηρεσία,
χωρίς όμως να καλύψει τις ελλείψεις. Μεγάλη ενίσχυση σε υλικό είχε και λίγο
πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, αλλά παρ’ όλα αυτά το 19% των
οχημάτων παραμένει ηλικίας πέραν της 15ετίας. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως
στης επαρχιακές υπηρεσίες, αφού ο εξοπλισμός που αγοράστηκε με κονδύλια των
Ολυμπιακών Αγώνων προοριζόταν μόνο για τις πόλεις που φιλοξενούσαν αγώνες. Αυτή
την στιγμή λειτουργεί έχοντας σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, αφού χρειάζονται
ακόμη 4500 πυροσβέστες (οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις είναι 12.000. Στην
έλλειψη συνέτεινε η μη πρόσληψη νέων πυροσβεστών για πολλά χρόνια, με την
παράλληλη συνταξιοδότηση παλιών υπαλλήλων (περίπου 800 κάθε χρόνο). Η αύξηση
όμως των αρμοδιοτήτων έφερε πρόσθετο όγκο εργασίας. Χωρίς ανθρώπινους και
υλικούς πόρους υπάρχει πρόβλημα δυσλειτουργίας.

Στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν
σήμερα 15.000 πυροσβέστες (8.000 μόνιμοι, 5.500 εποχιακοί και 1.500 εθελοντές).

Το Πυροσβεστικό Σώμα έχει χάσει 47
πυροσβέστες εν ώρα υπηρεσίας από το 1930 ως σήμερα.

Έως το 1995 στο Πυροσβεστικό Σώμα
υπηρετούσαν μόνο άνδρες σε όλους του βαθμούς. Στις 31 Οκτωβρίου 1995, με την 3η σειρά Πτυχιούχων (ειδική διαδικασία
κατάταξης Διπλωματούχων κυρίως Μηχανικών των Πολυτεχνείων απευθείας στο βαθμό
του Ανθυποπυραγού) κατατάχθηκαν οι δύο πρώτες γυναίκες στην ιστορία του
Πυροσβεστικού Σώματος. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη, η οποία είναι Διδάκτωρ του Τμήματος
Μηχανολόγων Αεροναυπηγών του Πανεπιστημίου Πατρών και η Αδελαΐδα Φιλιππίδου,
Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός του ΕΜΠ. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη είναι η πρώτη
γυναίκα του Πυροσβεστικού Σώματος, Γενικών Καθηκόντων που διετέλεσε μάχιμος
αξιωματικός, Τμηματάρχης και Διευθύντρια Διεύθυνσης, ενώ τον Ιανουάριο του 2009
έγινε η πρώτη γυναίκα Ανώτερη Αξιωματικός Γενικών Καθηκόντων. Σήμερα στο
Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν περισσότερες από 300 γυναίκες σε όλους τους βαθμούς
(Πυροσβέστες, Υπαξιωματικοί και Αξιωματικοί).

Λιμενικό Σώμα (1919 – )

Το Λιμενικό Σώμα είναι σήμερα το μοναδικό ελληνικό Σώμα Ασφαλείας στρατιωτικά συγκροτούμενο. Σκοπός του είναι η φρούρηση και ο έλεγχος των λιμένων της χώρας, των πάσης φύσεως λιμενικών έργων και εγκαταστάσεων, εκτός ναυστάθμων και ναυτικών οχυρών, η προστασία της θαλάσσιας αλιείας, η διάσωση κινδυνευόντων στη θάλασσα, η αντιμετώπιση διαφόρων εκτάκτων γεγονότων που αφορούν την θαλάσσια συγκοινωνία, την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και γενικά ο έλεγχος των χωρικών υδάτων της Ελλάδας. Το Λιμενικό Σώμα υπάγεται διοικητικά στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ενώ προσωπικό του απασχολείται προσωρινά και στο Υπουργείο Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας.

Αγροφυλακή (1835 – )

Με τον όρο Αγροφυλακή ονομάζεται ειδική δημόσια υπηρεσία, αστυνομική Αρχή, με σκοπό την τήρηση της
δημόσιας τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος σε αγροτικές περιφέρειες και
χώρους. Στην Ελλάδα η Αγροφυλακή περιλαμβάνεται στα Σώματα Ασφαλείας.

Η Αγροφυλακή ή αγροτική αστυνομία
πρωτοεμφανίστηκε ως έννοια στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδος το 1835. Η
οργάνωση όμως και οι αρμοδιότητες του θεσμού αναπτύχθηκαν τον 20ο αιώνα και
ειδικότερα με το Ν.Δ. 3030/1954 «Περί Αγροφυλακής» και του
Β.Δ.171/1966 «Περί κυρώσεως του κανονισμού Υπηρεσιών Αγροφυλακής.

Η Αγροφυλακή οργανώθηκε κατά το
πρότυπο της Χωροφυλακής, ως πολιτικό σώμα, με αποστολή την ασφάλεια των
αγροτικών κτημάτων των υφισταμένων εκτός δασικής περιοχής και σχεδίου πόλεων,
κωμοπόλεων και χωριών με αρμοδιότητα τη πρόληψη και καταστολή αγροτικών
αδικημάτων, τη φύλαξη των αγροτικών κτημάτων, την επιστασία της διανομής των
αρδευτικών υδάτων καθώς και διάφορους διακανονισμούς βοσκών κ.λπ.

Η Αγροφυλακή υπάχθηκε αρχικά στο Υπουργείο
Εσωτερικών και αργότερα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως με τέσσερις κεντρικές
διευθύνσεις: τη Διεύθυνση Αγροτικής Ασφάλειας (με τρία επιμέρους τμήματα), τη
Διεύθυνση Διοικητικού (με έξι επιμέρους τμήματα), τη Διεύθυνση Ειδικών
Υπηρεσιών (με τρία επιμέρους τμήματα) και τη Διεύθυνση Επιθεώρησης. Οι
περιφερειακές υπηρεσίες της Αγροφυλακής είναι νομαρχιακού επιπέδου και
συγκροτούνται από τις κατά νομό Διοικήσεις Αγροφυλακής και τα Αγρονομεία τα
οποία επανδρώνονται από τους αγρονόμους, τους αρχιφύλακες αγροφυλακής, τους
αγροφύλακες, τους υδρονομείς και τους επόπτες των τελευταίων. Τα κατώτερα
όργανα είναι ένστολοι, οπλοφορούν και ο ιεραρχικός σεβασμός εκδηλώνεται με
στρατιωτικό χαιρετισμό και αντιχαιρετισμό.

Οι αγρονόμοι που ασκούν την
αγροτική ασφάλεια στη κατά τόπο αρμοδιότητά τους τυγχάνουν ειδικοί ανακριτικοί
υπάλληλοι που ασκώντας τα εκ του νόμου καθήκοντά τους επί αγροτικών αδικημάτων
μπορούν να υποκαταστήσουν σε κάποιες των περιπτώσεων τους δασοφύλακες και να
εκδίδουν ειδικές διοικητικές πράξεις όπως αγροτικές διατάξεις ή αγροτικούς
κανονισμούς.


Ε.Σ.Α. (1951 – 1976) Στρατονομία (1976 – )

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ:
Ελληνική Σημαία, που υποδηλώνει την επάνδρωση με Στρατονόμους όλων των
Σχηματισμών της Ελλάδας. Πάνω σε αυτήν, προβάλλεται περικεφαλαία, που εκφράζει
τη σωματική ρώμη και ανδρεία των ανδρών της ΣΝ, ξίφος που συμβολίζει την ισχύ
και αποφασιστικότητα κατά την επιβολή της τάξης και ζυγός, που συμβολίζει τη
δικαιοσύνη.

ΡΗΤΟ: «ΝΟΜΟΙΣ
ΠΕΙΘΟΥ»» (Υπάκουε ενσυνείδητα στους Νόμους).

Χείλων (6ος π.Χ. αιώνας).

Στρατονομία ονομάζεται η
στρατιωτική υπηρεσία που ενεργεί ως αστυνομία όταν στρατιώτης ή αξιωματικός,
που βρίσκεται έξω από τη μονάδα του, υποπέσει σε κάποιο αδίκημα ή παράβαση του
στρατιωτικού κανονισμού.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός σώματος
που θα ελέγχει και θα εφαρμόζει τους στρατιωτικούς κανονισμούς αλλά και την πειθαρχία
ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη μετά την Κατοχή (1941-1944) και την ανασύσταση
ουσιαστικά του Ελληνικού Στρατού, που είχε καταφύγει στην Μέση Ανατολή μετά την
εισβολή των Γερμανικών δυνάμεων. Οι ακρότητες που έλαβαν δράση ανάμεσα σε
τακτικά αλλά και άτακτα ελληνικά τμήματα έχουν καταγραφεί στην μνήμη των
Ελλήνων κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, αλλά και την περίοδο του εμφυλίου
πολέμου (1946-1949). Έτσι, το 1945 δημιουργήθηκαν από το Γενικό Επιτελείο
Στρατού τα πρώτα τμήματα και σχηματισμοί υπό τον τίτλο Ελληνική Στρατιωτική
Αστυνομία
(ΕΣΑ).

Από το 1951 με τον Ν. 1746/51
αποτελεί πλέον επίσημα όργανο της Διοίκησης με συγκεκριμένη αποστολή και αρμοδιότητες.
Στη συνέχεια αναδιοργανώθηκε αρκετές φορές και με το Ν. 276/76 μετονομάσθηκε σε
Στρατονομία, όπως ονομάζεται μέχρι σήμερα. Αποτελεί το επίσημο όργανο της
Διοίκησης με το οποίο αυτή εξασφαλίζει την εκτός των Μονάδων τάξη, ασφάλεια,
πειθαρχία και άψογη παράσταση του Στρατεύματος. Σε εμπόλεμη κατάσταση, η
Στρατονομία είναι υπεύθυνη για την φύλαξη και την περιφρούρηση σημαντικών και
νευραλγικών σημείων, όπως Λιμάνια, Αεροδρόμια, Σταθμοί, αλλά και την μεταφορά,
εγκατάσταση και φύλαξη Αιχμαλώτων Πολέμου σε συνεργασία με τις Αερονομία και Ναυτονομία.
Επίσης διενεργεί καταδιωκτικές και επιχειρησιακές αποστολές εναντίον εσωτερικών
εχθρών, αλλά και αλλοδαπών που κινούνται κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και των
πολιτών της.

Είναι και αυτό μέρος της ιστορίας
μας (χωρίς σχόλια) Το ΕΑΤ-ΕΣΑ (Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα Ελληνικής
Στρατιωτικής Αστυνομίας
) ήταν η μυστική αστυνομία και το κύριο σώμα
ασφαλείας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974).


Ε.Α.Α. (1945 – 1976) Αερονομία (1976 – )

(Είναι καλό να ακολουθούμε τους νόμους) Αποτελεί γνωμικό του Μενάνδρου, Αθηναίου κωμικού
ποιητή, κύριου εκπροσώπου της ‘Νέας Κωμωδίας’ (343-291 π.Χ.).

Η Αερονομία ιδρύθηκε το 1945 με τον τίτλο Ελληνική
Αεροπορική Αστυνομία (ΕΑΑ) ή Αερονομία Αθηνών. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο τέρμα
της οδού Πατησίων και συγκεκριμένα στη θέση «Αλυσίδα».

  • Το 1950 μεταφέρθηκε στις
    εγκαταστάσεις της Π.Α. στο Δέλτα Φαλήρου.
  • Το 1962 στο Γενικό Επιτελείο
    Αεροπορίας.
  • Το 1971 εγκαταστάθηκε στην
    Αεροπορική Βάση Ελληνικού.
  • Το 1974 στις εγκαταστάσεις
    της 30ης Μοίρας Υποστήριξης στο Δέλτα Φαλήρου.
  • Το 1976 πραγματοποιήθηκε η
    μετονομασία της από Ελληνική Αεροπορική Αστυνομία σε ΑΕΡΟΝΟΜΙΑ, σύμφωνα με
    το ΝΔ 276 του εν λόγω έτους.
  • Το 1977 επιστρέφει και πάλι
    στο Ελληνικό.
  • Το 1988 μεταφέρεται στην
    Αεροπορική Βάση Ελευσίνας.
  • Το 1991 στην Αεροπορική
    Βάση Ελληνικού.
  • Το 2008 μεταφέρθηκε στο
    Στρατόπεδο Βύρωνα.


    Ναυτονομία (2005 – )

    Η Υπηρεσία Ναυτονομίας (Υ.ΝΑ.) ιδρύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2005.
    Η Υ.ΝΑ. εδρεύει στην περιοχή του Σκαραμαγκά.
    Είναι το επιτελικό όργανο μέσω του οποίου γίνεται η έρευνα στις περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων ώστε να καταγραφούν οι συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και να αξιολογηθεί διοικητικά η υπόθεση.
    Επίσης ελέγχει την εφαρμογή της τάξης, πειθαρχίας και κανονικής παράστασης του στρατιωτικού προσωπικού.


    Δασική υπηρεσία

    Αμέσως μετά
    την απελευθέρωση και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, δημιουργήθηκε το
    Υπουργείο Οικονομικών (1833), στο οποίο προσδιορίστηκε μεταξύ των άλλων ως
    αρμοδιότητα «η εκ των Εθνικών δασών ωφέλεια, η υπεράσπισης αυτών
    εναντίων των ενδεχομένων παρανομιών και η απελευθέρωσης των από επιβλαβείς
    δουλείες»
    .

    Τρία χρόνια
    αργότερα δηλαδή το 1836, ιδρύθηκε η Δασική Υπηρεσία με Διάταγμα «περί
    οργανισμού των Δασονομείων» οι Διευθυντικές θέσεις της οποίας καλύπτονταν
    από Βαυαρούς ενώ οι λοιπές θέσεις από Έλληνες πολίτες διαφόρων ειδικοτήτων.

    Το 1843 έγινε
    η πρώτη αναδιοργάνωση των Δασικών Υπηρεσιών με το διάταγμα «Περί
    σχηματισμού και διαιρέσεως των Δασονομείων του Κράτους», με το οποίο
    μειώθηκε ο αριθμός των δασικών υπαλλήλων και ορίστηκε ότι οι Δασονόμοι θα
    προέρχονται από απόστρατους αξιωματικούς του στρατού, ενώ λίγους μήνες αργότερα
    απολύθηκαν όλοι οι Βαυαροί δασικοί υπάλληλοι. Η δεύτερη αναδιοργάνωση των
    δασικών υπηρεσιών έγινε με το Ν. ΧΙΓ/1877 και ήταν καταλυτική για την Εθνική
    δασοπονία. Οι Δασικές Υπηρεσίες διαλύθηκαν και τα δάση ανατέθηκαν για μεν τη
    φύλαξη, την προστασία και τη δίωξη των παραβατών στη χωροφυλακή, ενώ για τη
    διαχείριση, δηλαδή την έκδοση αδειών υλοτομίας και τη βεβαίωση των δικαιωμάτων
    του δημοσίου, στους οικονομικούς εφόρους.

    Το 1893 με το νόμο ΒΡΞΒ επιχειρήθηκε νέα αναδιοργάνωση των Δασικών
    Υπηρεσιών και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά Κεντρική Υπηρεσία (τμήμα δασών στο
    Υπ. Οικονομικών) και προβλέφθηκε η δημιουργία ειδικού Δασικού Σώματος με 20
    δασάρχες και 350 δασοφύλακες εκ των οποίων οι 50 περίπου θα ήταν αρχιφύλακες.

    Στα 1917 ιδρύθηκε το Υπ. Γεωργίας με 1 Διεύθυνση Δασών και 3 τμήματα.

    Στα 1919 με το Νόμο 1687 θεσπίστηκαν θέσεις 20 επιθεωρητών δασών, 100
    δασαρχών, 50 δασονόμων και 1.000 δασοφυλάκων, ενώ δύο έτη αργότερα η Δασική
    Υπηρεσία με το ν.2637/1921 διαχωρίστηκε οριστικά από τη χωροφυλακή και την
    εφορία. Δεν είναι εξακριβωμένο αν οι θέσεις αυτές πληρώθηκαν ή το κατά πόσο
    παρέμειναν κενές.

    Ουσιαστική οργάνωση έτυχαν οι Δασικές Υπηρεσίες το 1924, με το Νόμο
    3077/24, που είναι γνωστός ως ο πρώτος δασικός κώδικας
    .

    Σύμφωνα με το νόμο αυτό, η χώρα υπάγονταν σε 14 περιφερειακές δασικές
    επιθεωρήσεις, που απαρτίζονταν από 55 δασαρχεία και 65 δασονομεία. Αυτή η
    διάρθρωση παρέμεινε και μετά την ισχύ του βασικού νόμου, που περιέλαβε όλα τα
    δασικά αντικείμενα, του γνωστού κώδικα 4173/29, κατ΄ εφαρμογή του οποίου
    εκδόθηκε το από 6.9.1931 Π.Δ. «Περί Δασικής Διοικήσεως», που αποτελεί
    σταθμό στην εξέλιξη του διοικητικού συστήματος των Δασικών Υπηρεσιών. Με το
    διάταγμα αυτό συστήθηκαν 13 δασικές επιθεωρήσεις, 15 δασαρχεία Α΄ τάξης, 27
    δασαρχεία Β΄ τάξης, 45 δασαρχεία Γ΄ τάξης και 36 δασονομεία, ενώ
    προσδιορίζονταν επακριβώς η έδρα, η περιφέρεια, η στελέχωση, τα καθήκοντα και η
    υπηρεσιακή ιεραρχία όλου του δασικού προσωπικού.

    Με το Β.Δ.
    6.2.1955 προστέθηκαν στη Γενική Διεύθυνση τρεις ακόμη υπηρεσιακές μονάδες, οι
    επιθεωρήσεις: κρατικής εκμετάλλευσης δασών, δασικών τεχνικών έργων και
    αναδασώσεων. Το 1959, με το Β.Δ. 13-9/2.11.1959, ιδρύθηκαν οι υπηρεσίες
    δασοτεχνικών έργων ως διάδοχοι της διαλυθείσας ΥΠΕΜ. Το σχήμα αυτό διατηρήθηκε μέχρι
    το 1961, όπου δημοσιεύθηκε το Β.Δ. 4/1961, που αφορούσε το νέο οργανωτικό σχήμα
    των Δασικών Υπηρεσιών του Υπ. Γεωργίας, σύμφωνα με το οποίο, η Γενική Δ/νση
    Δασών απαρτιζόταν από την υπηρεσία γενικής επιθεώρησης δασών, την υπηρεσία
    δασικής εκπαίδευσης και εφαρμογών και 5 διευθύνσεις, ενώ οι εξωτερικές δασικές
    υπηρεσίες είχαν 16 επιθεωρήσεις δασών, 9 επιθεωρήσεις δασοτεχνικών έργων, 77
    δασαρχεία και 40 δασονομεία. Οι Υπηρεσίες αυτές στελεχώνονταν από 276
    δασολόγους, 470 δασοκόμους και 280 Δασοφύλακες.

    Το 1964 αυξήθηκε το δασικό προσωπικό, έτσι οι θέσεις των δασολόγων
    αυξήθηκαν κατά 60, των δασοκόμων κατά 120 και των δασοφυλάκων κατά 250 και
    ωρίμασαν οι συνθήκες για ένα νέο οργανωτικό σχήμα. Αυτό επιχειρήθηκε με το Β.Δ.
    810/1966, σύμφωνα με το οποίο καταργήθηκαν οι δασικές επιθεωρήσεις (παρέμειναν
    όμως οι επιθεωρητές) και ιδρύθηκαν 13 περιφερειακές διευθύνσεις δασών. Επίσης
    καταργήθηκαν τα 40 δασονομεία και οι υπηρεσίες δασοτεχνικών έργων, ενώ ο
    συνολικός αριθμός των δασαρχείων ανήλθε σε 180. Το σχήμα αυτό διατηρήθηκε μέχρι
    το έτος 1970, οπότε επιχειρήθηκε νέα αναδιοργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών
    του Υπουργείου Γεωργίας με την Λ7/4.11.1970 απόφαση, σύμφωνα με την οποία
    δημιουργήθηκαν 7 επιθεωρήσεις δασών ως υπηρεσίες διανομαρχιακού επιπέδου,
    υπαγόμενες στους περιφερειακούς διοικητές που έφεραν τον τίτλο υφυπουργού, 23
    Διευθύνσεις Δασών νομαρχιακού επιπέδου μετά δασαρχείων, 7 Δ/νσεις Δασών χωρίς
    δασαρχεία, 22 νομοδασαρχεία, 54 δασαρχεία και 238 δασονομεία υπαγόμενα στις
    νομαρχιακές Δασικές Υπηρεσίες.

    Το 1977 εκδόθηκε το Π.Δ.433/1977 και επιχειρήθηκε νέα οργάνωση των
    Δασικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία:

    – Η Κεντρική Υπηρεσία ως Γενική Δ/νση Δασών και Δασικού
    Περιβάλλοντος απαρτιζόταν από 9 διευθύνσεις με 31 τμήματα και ένα γραφείο και
    από τη γενική επιθεώρηση δασών με 3 γενικούς επιθεωρητές.

    – Οι διανομαρχιακές υπηρεσίες απαρτιζόταν από 7 επιθεωρήσεις δασών
    με 3 τμήματα και 2 γραφεία η κάθε μια και με 15 συνολικά εποπτείες δασοτεχνικών
    έργων.

    – Οι νομαρχιακές υπηρεσίες απαρτιζόταν από 33 Διευθύνσεις Δασών με
    85 δασαρχεία και από 22 Δ/νσεις Δασών χωρίς δασαρχεία, ενώ συγκροτήθηκαν και 2
    Δ/σεις αναδασώσεων, στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.

    Με τον οργανισμό αυτό οι θέσεις του δασικού προσωπικού ανήλθαν σε 1.884
    από τις οποίες οι 493 ήταν δασολόγων, οι 725 δασοκόμων και οι 666 δασοφυλάκων.
    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Οργανισμός αυτός δεν εφαρμόστηκε στο σύνολό του μέχρι
    το 1981, οπότε και τροποποιήθηκε από το Π.Δ.1213/1981.

    Με το νέο αυτό οργανισμό οι θέσεις του δασικού προσωπικού συνολικά
    ανήλθαν σε 2.380 από τις οποίες οι 748 δασολόγων, οι 966 τεχνολόγων δασοπονίας
    και οι 666 δασοφυλάκων.

    Οι διατάξεις
    αυτού του Π.Δ. σε ότι αφορά την οργανωτική διάρθρωση των Δασικών Υπηρεσιών
    νομαρχιακού επιπέδου, ισχύουν και σήμερα με τη διαφορά ότι μετά την ψήφιση του
    Ν. 2503/1997, οι Δασικές Υπηρεσίες υπήχθησαν στις Περιφέρειες. Με το Π.Δ.
    402/26-8-1988 δημιουργήθηκε ένα νέο οργανόγραμμα, το οποίο προέβλεπε 1392
    θέσεις Τεχνολόγων δασοπονίας, οι οποίες όμως ποτέ δεν πληρώθηκαν. Αντίθετα από
    το 1988 και μετά, αρχίζει μια ελάττωση του αριθμού των υπηρετούντων τεχνολόγων
    δασοπονίας, στη Δασική Υπηρεσία και στα Ινστιτούτα Δασικών Ερευνών.

    Τέλος το 1991, με το Π.Δ.46, επανασυστάθηκε η Γενική Δ/νση με 7 δ/νσεις
    και 34 τμήματα και τον ίδιο χρόνο με το Π.Δ. 352 συστήθηκε η Γενική Γραμματεία
    Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, στην οποία εντάχθηκε και η Γενική Δ/νση Δασών
    με 6 Δνσεις.

    Βιβλιογραφία Παραπομπές:

  • el.wikipedia.org/wiki
  • www.eeddy.gr


    Απαγορεύεται η Αναδημοσίευση του άρθρου
    χωρίς την άδεια του Fire Rescue News

  • Κάντε το πρώτο σχόλιο

    Υποβολή απάντησης

    Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


    *


    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.