Είναι χρήσιμη η χρήση αεροσκαφών για την κατάσβεση δασικών πυρκαγιών;

 

Το να πετάς ένα αεροπλάνο μέσα σε μια μαινόμενη δασική πυρκαγιά είναι τόσο επικίνδυνο όσο ακούγεται.

Νωρίς ένα πρωινό, τον Αύγουστο του 2001, ο Scott Vail έλαβε μια αναφορά για μια δασική πυρκαγιά η οποία έκαιγε μια απομονωμένη περιοχή του Εθνικού Δάσους στο Ελντοράντο της Καλιφόρνια. Η πυρκαγιά ξεκίνησε μέσα σε ένα φαράγγι και έτσι ο Vail ο οποίος ήταν τότε Διοικητής της Υπηρεσίας Δασών του Ελντοράντο έστειλε ένα ελικόπτερο, με επίγειες δυνάμεις να ακολουθούν. Όλο το πρωί το ελικόπτερο έκανε ρίψεις νερού στην περίμετρο, 1900 λίτρα την φορά, υποστηρίζοντας τις επίγειες δυνάμεις. Κατά την διάρκεια της ημέρας οι άνεμοι άρχισαν να δυναμώνουν και το έργο της κατάσβεσης να δυσκολεύει. Αφού πέρασαν 4 ώρες κατάσβεσης, μια ριπή ανέμου πήρε τον κουβά του ελικοπτέρου και τον έφερε πάνω από το ουραίο πτερύγιό του. Ο πιλότος κατάφερε να κάνει αναγκαστική προσγείωση χωρίς να υπάρξουν ζημιές ή τραυματισμοί όμως ο διοικητής αναγκάστηκε να αποσύρει το ελικόπτερο και τις επίγειες δυνάμεις από το φαράγγι.

Η πυρκαγιά, δεν περιορίστηκε στο φαράγγι καίγοντας 165.000 στρέμματα. Το πλήρωμα του ελικοπτέρου κατάφερε να διαφύγει με υποδείξεις του διοικητή, όμως δεν ήταν όλα τα πληρώματα τόσο τυχερά εκείνη την εβδομάδα.

Εκείνη την Δευτέρα, 400 χιλιόμετρα δυτικά, δυο Grumman TS-2A συγκρούστηκαν κατά την διάρκεια επιχειρήσεων κατάσβεσης κοντά στο Χοπλαντ. Οι πιλότοι και των δυο αεροσκαφών σκοτώθηκαν.

Το να χειρίζεσαι ένα αεροπλάνο σε αφιλόξενο περιβάλλον με ισχυρούς ανέμους δεν είναι για εμένα” λέει ο Vail, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε από την Υπηρεσία Δασών μετά από 34 χρόνια υπηρεσίας. “Μου άρεσε να είμαι πλήρωμα σε ελικόπτερο, επειδή τα ελικόπτερα μπορεί να συγχωρήσουν πιο εύκολα τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν, όμως δεν περνάω πολύ ώρα σε αυτά αν δεν είναι αναγκαίο.

Ο φόβος του Vail είναι απόλυτα δικαιολογημένος. Η δασοπυρόσβεση είναι επικίνδυνη από μόνη της ακόμη και χωρίς να υπολογίσουμε τα εναέρια μέσα. Από όταν η δασική πυρόσβεση έγινε ευθύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης , το 1910, σχεδόν 1100 πυροσβέστες έχουν πεθάνει σε πυρκαγιές. Οι πιο επιθετικές τακτικές στην δασική πυρόσβεση και οι πιο ισχυρές πυρκαγιές αύξησαν τα ποσοστά θανάτων. Σύμφωνα με μια ανάλυση του CDC, πάνω από 20 πυροσβέστες έχαναν την ζωή τους κάθε χρόνο από το 2000-2013.

Το ¼ των θανάτων σχετιζόταν με τα εναέρια μέσα. 

Αυτό το ποσοστό είναι δυσανάλογο. Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των δασοπυροσβεστών, ο αριθμός των επίγειων δυνάμεων που επιχειρούν σε κάθε πυρκαγιά ανέρχεται σε χιλιάδες πυροσβέστες, ενώ ο αριθμός των πληρωμάτων στα εναέρια μέσα αποκλείεται να περάσει τις μερικές δεκάδες. Η αεροπυρόσβεση είναι επικίνδυνη δουλειά.

Και είναι ένα κίνδυνος με τον οποίο έρχονται αντιμέτωποι οι πυροσβέστες πολύ συχνά. Η αεροπυρόσβεση, με ελικόπτερο, αμφίβια αεροπλάνα (π.χ. Canadair), ή αεροπλάνα με επιβραδυντικό υγρό, είναι επικίνδυνη και ακριβή, πολλές φορές με λάθος καθοδήγηση και όπως λένε κάποιοι ειδικοί, χαρακτηριστικό μια μακροχρόνιας, και λανθασμένης, πολιτικής των ΗΠΑ σχετικά με τις δασικές πυρκαγιές. Ενώ οι δασοπυροσβέστες και οι ερευνητές δασικών πυρκαγιών συμφωνούν στο ότι η αεροπυρόσβεση μπορεί να είναι σημαντικό χαρακτηριστικό μιας αποτελεσματικής στρατηγικής πυρόσβεσης, η ασύνετη χρήση εναέριων μέσων μπορεί να επιφέρει οικονομικά, οικολογικά και ανθρώπινα κόστη.
Και εμείς οι πολίτες μπορεί να φέρουμε κάποιες ευθύνες.

Πτήσεις για τις κάμερες

Όταν μαίνεται μια δασική πυρκαγιά, οι επίγειες δυνάμεις θα προχωρήσουν σε αντιπύρ, και θα απομακρύνουν την εύφλεκτη βιομάζα πριν πλησιάσει το μέτωπο της πυρκαγιάς έτσι ώστε να μην υπάρχει καύσιμη ύλη και η πυρκαγιά να σταματήσει. Η δημιουργία αντιπυρικής ζώνης είναι απαραίτητη και λειτουργεί αποτελεσματικά – δεν είναι όμως τόσο εντυπωσιακή για τον τηλεοπτικό φακό. Το αντίθετο συμβαίνει με την αεροπυρόσβεση. Όταν ένα παροπλισμένο αεροπλάνο πετάει χαμηλά, κοντά στην ζώνη του ορίζοντα, και αδειάζει ολόκληρη την δεξαμενή του στα δέντρα, μπορεί να βοηθήσει ή και όχι στην κατάσβεση αλλά σίγουρα φαίνεται αποτελεσματικό.

“ Εξήντα χρόνια τώρα, η αποτελεσματική επιχείρηση κατάσβεσης έχει συνδεθεί με την εικόνα ενός αεροπλάνου να κάνει ρίψεις επιβραδυντικού υγρού ή ενός ελικοπτέρου να κάνει ρίψεις νερού ” λέει ο Stephen Pyne, καθηγητής ιστορίας του Πανεπιστημίου της Αριζόνα και συγγραφέας περισσότερων από 12 βιβλίων σχετικά με τις δασικές πυρκαγιές. “ Οι πολίτες περιμένουν να δουν αυτή την εικόνα.»

Σε πολλές περιπτώσεις, οι πολίτες το απαιτούν. Εκτός από τα ΜΜΕ, οι πυροσβεστικές αρχές δέχονται πιέσεις από τους πολίτες και από φορείς χάραξης πολιτικών, να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για μια πυρκαγιά – ιδιαίτερα εάν κινδυνεύουν ζωές και περιουσίες. Μια ρίψη επιβραδυντικού υγρού μπορεί να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας για τους πολιτικούς προϊσταμένους και τους πυροσβέστες ενάντια σε παράπονα που θα βασίζονται στο ότι δεν έγιναν αρκετές προσπάθειες από αυτούς. Ο όρος που χρησιμοποιείται για την χρήση εναέριων μέσων όταν δεν είναι αναγκαία είναι “ η ρίψη του CNN.”

Η χρήση εναέριων μέσων έχει ρόλο δημοσίων σχέσεων. Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρησιμοποίησε παροπλισμένα Βρετανικά αεροσκάφη για περιπολίες με σκοπό την πρόληψη δασικών πυρκαγιών και την παράδοση αλληλογραφίας, αλλά και για να δημιουργήσει αξιοπιστία για την νεοσύστατη Δασική Υπηρεσία. Εν μέσω μιας διαβούλευσης που έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον, μεταξύ ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας, οι οποίοι έβαζαν μικρές φωτιές για να μειώσουν την αναγέννηση φυτών στην γη τους, και δασολόγους, τα αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν για να υποστηρίξουν τον πόλεμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ενάντια στις δασικές πυρκαγιές.

Ο πόλεμος συνεχίζεται. Με την υιοθέτηση στολών όμοιων με αυτών του στρατού, με τις μεικτές περιπολίες με τον στρατό και με την χρήση πολεμικών αεροπλάνων, μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και των Πόλεμο της Κορέας, η μηχανή πυρόσβεσης της Δασικής Υπηρεσίας αναπτύχθηκε δραματικά στο τέλος του 1950 και υιοθέτησε μιλιταριστική στάση. Ακόμη και η ονοματολόγια παρουσιάζει κοινά στοιχεία με του στρατού: το άτομο το οποίο διαχειρίζεται την πυροσβεστική επιχείρηση ονομάστηκε διοικητής συμβάντος και οι δυνάμεις πρώτης προσβολής αρχική επίθεση.”

“ Η φωτιά ονομάστηκε Κόκκινη Απειλή,” λέει ο Pyne. “Αυτό ενδυναμώνει το αίσθημα πώς βρίσκεσαι σε έναν πόλεμο με την φωτιά, κάτι το οποίο δεν ισχύει και είναι πολύ κακή ιδέα.”

Το κόστος του Smokey the Bear

(σημείωση μεταφραστή: Smokey the Bear ήταν το όνομα της μασκότ που δημιουργήθηκε το 1944 στις ΗΠΑ με σκοπό την ευαισθητοποίηση του κοινού για τις πυρκαγιές)

Δεν είναι όλες οι δασικές πυρκαγιές κακές. Στην πραγματικότητα πολλοί ειδικοί δηλώνουν πώς την τελευταία δεκαετία δεν είχαμε αρκετές φωτιές.

Πρόκειται για μια μη αναμενόμενη λογική, όμως είναι αυτή την οποία ο Pyne μοιράζεται με τους περισσότερους οικολόγους και ερευνητές δασών. Η ιστορία έχει ως εξής: πολλά οικοσυστήματα στην δυτική Αμερική προσαρμόστηκαν στην συχνή παρουσία πυρκαγιών. Ιστορικά, αυτές οι πυρκαγιές χαρακτηρίζονταν έρπουσες, έκαιγαν θάμνους και γρασίδι και σταματούσαν λόγω έλλειψης καύσιμης ύλης πριν κάνουν ζημιά σε μεγαλύτερα δέντρα. Με την παραδοσιακή στρατηγική της Δασικής Υπηρεσίας σχετικά με τις δασικές πυρκαγιές η οποία υπάρχει από το 1905, φτάσαμε στο σημείο να έχουμε μια πρωτοφανούς μεγέθους καύσιμη ύλη μετά από έναν αιώνα.

Και ενώ η υπηρεσία τροποποίησε την επίσημη πολιτική της τα πρόσφατα χρόνια, έτσι ώστε να επιτρέπει περισσότερες ελεγχόμενες δασικές πυρκαγιές, σύμφωνα με μια έρευνα στην οποία συμμετείχε ένας επιστήμονας της ίδιας της Δασικής Υπηρεσίας, η ευθυνοφοβία και η κακοδιαχείριση στην Υπηρεσία σημαίνει πώς η αλλαγή της πολιτικής εφαρμόζεται ελάχιστα στο πεδίο. Την τελευταία δεκαετία, λιγότερό από το 0.5-1 % των πυρκαγιών αφέθηκαν χωρίς να γίνουν προσπάθειες για την κατάσβεσή τους. Αυτή η πολιτική, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, είναι συνταγή για περισσότερες και πιο καταστροφικές δασικές πυρκαγιές.

Αυτό αιτιολογεί και την χρήση αεροσκαφών λέει ο Pyne. » Όταν υπάρχει μια πολιτική πώς κάθε πυρκαγιά πρέπει να έχει τεθεί υπό έλεγχο μέχρι τις 10:00 πμ. της επόμενης μέρας, είσαι αναγκασμένος να κάνεις χρήση αεροσκαφών σε τεράστιο βαθμό». Και αυτό είναι πολύ ακριβό.

Από το 1985, η Δασική Υπηρεσία, μαζί με την Υπηρεσία Διαχείρισης Γης, την Υπηρεσία Ινδιάνικων Υποθέσεων, και την υπηρεσία Εθνικών Πάρκων, έχουν αυξήσει τα έξοδα σε όλες τις επιχειρήσεις κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών – είτε εναέριες είτε επίγειες – από 533 εκατομμύρια δολάρια σε 2 δισεκατομμύρια δολάρια.

Δεδομένα: National Interagency Fire Centerπροσαρμόστηκε στην ισοτιμία του 2015.

Υπάρχει ένα πλήθος πιθανών λόγων για τους οποίους ξοδεύονται τόσα λεφτά – η κλιματική αλλαγή, η λειψυδρία, η δημιουργία καυσίμων και η καταπάτηση περιοχών από τους ανθρώπους – όμως όποια και αν είναι η αιτία, αυτή έχει παραγκωνίσει πιθανές πολύτιμες επενδύσεις στην διαχείριση γης, την έρευνα, την αναψυχή και την μελλοντική πρόληψη πυρκαγιών. Σύμφωνα με την αναφορά της Υπηρεσίας Δασών, 16% του προϋπολογισμού του 1995 διατέθηκε στην κατάσβεση πυρκαγιών. Πέρσι αυτό το ποσοστό ήταν 52%.

Οι επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης χρησιμοποίησαν ένα μεγάλο μερίδιο αυτού του προϋπολογισμού. Μια έκθεση του 2009 από το Κυβερνητικό Γραφείο σχετικά με τις ευθύνες και την λογοδοσία του κράτους, αναφέρει πώς για εναέριες επιχειρήσεις χρησιμοποιήθηκε το 1/3 των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών για την πυρόσβεση. Δεν αποτελεί έκπληξη πώς ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των δαπανών αφορούσαν τα ίδια τα αεροσκάφη. Στην περίπτωση της Δασικής Υπηρεσίας, τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα νοικιάζονται, συνήθως, από ιδιώτες, μια ομάδα στην οποία ο Pyne αναφέρει –κάπως- χιουμοριστικά ως μέλη του «βιομηχανικού συμπλέγματος πυρκαγιών… μια ομάδα από λομπίστες που έχουν ως σκοπό περισσότερες κατασβέσεις.»

Η υψηλή τιμή αυτών των αεροσκαφών μπορεί και να ήταν ανεκτή, εάν τα αεροσκάφη χρησιμοποιούνταν αποτελεσματικά. Όμως οι αποδείξεις δείχνουν το αντίθετο.

Ταχύτητα και Προσέγγιση

Πρώτα ας ξεκινήσουμε με ένα βασικό, αν και μη αναμενόμενο, γεγονός: τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα σπάνια σβήνουν φωτιές.

Ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο είναι ένα αεροπλάνο και κατά πόσο η ρίψη του κατασβεστικού ή επιβραδυντικού υλικού φαίνεται από το έδαφος (ή από μια τηλεόραση), οι δυο αυτοί οι παράγοντες δεν αρκούν για να σβήσει μια πυρκαγιά. Το αποτέλεσμα που θα έχει είναι σαν να φτύνεις σε μια φωτιά. 

Αντιθέτως, τα αεροσκάφη παρέχουν υποστήριξη στις επίγειες δυνάμεις. Όταν ένα μεγάλο αεροπλάνο κάνει ρίψη επιβραδυντικού υγρού, βοηθάει στην δημιουργία μιας ζώνης όπου η φωτιά μπορεί να σταματήσει. Επίσης όταν ένα ελικόπτερο ή ένα μικρό αεροπλάνο κάνει ρίψη νερού κατευθείαν στην εστία της πυρκαγιάς, βοηθάει στην μείωση του θερμικού φορτίου και βοηθάει τις επίγειες δυνάμεις να πλησιάσουν το σημείο.

Έτσι, η παραδοσιακή λογική στους πυροσβεστικούς κύκλους είναι πώς τα εναέρια μέσα πρέπει να χρησιμοποιούνται στην πρώτη προσβολή, στις πρώτες ώρες που μαίνεται το μέτωπο, έτσι ώστε να θέτουν την πυρκαγιά υπό μερικό έλεγχο και να δίνουν χρόνο στις επίγειες δυνάμεις.

Ο Matt Plucinski είναι ένας από τους επιστήμονες που βοήθησε στο να καθιερωθεί αυτή η λογική. Με ένα πλήθος εγγράφων τα οποία δημοσιεύτηκαν κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών το 2000, ο ερευνητής πυρκαγιών θαμνωδών εκτάσεων του Commonwealth Scientific and Industrial Organization της Αυστραλίας, αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα των αεροπλάνων και των ελικοπτέρων σε διάφορα σενάρια πυρκαγιών. Σύμφωνα με τα ευρήματά του, ο συγχρονισμός είναι ότι πιο σημαντικό..

«Θα μπορούσα να συνοψίσω την έρευνά μου με μια πρόταση και αυτή είναι πώς οι μικρές πυρκαγιές σβήνουν πιο εύκολα από τις μεγάλες» δηλώνει.

Με το να φτάσουν σε μια πυρκαγιά σύντομα, τα πληρώματα των εναέριων μέσων, αυξάνουν την πιθανότητα να ελεγχθεί η πυρκαγιά και να γίνει κατάσβεση πριν πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σε αυτά τα πλαίσια, δηλώνει, το πλεονέκτημα-κλειδί των αεροσκαφών  είναι η ταχύτητά τους και η δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση σε απομακρυσμένα και δύσβατα μέρη.

Όμως, όσο οι ώρες από την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς περνούν, το κατά πόσο αξίζει να σταλούν και άλλα εναέρια μέσα σε μια πυρκαγιά είναι άγνωστο, λέει ο Plucinski. Πυρκαγιές με μέτωπα αρκετών στρεμμάτων, θα συνεχίσουν να καίνε ανεξάρτητα από το πόσο νερό θα χρησιμοποιήσουμε. Το να σταματήσεις μια τέτοια πυρκαγιά με αντιπυρικές ζώνες έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό, όμως από επιστημονικής πλευράς, είναι σχεδόν αδύνατο να καθοριστεί το αποτέλεσμα που έχει η χρήση εναέριων μέσων – αν υπάρχει κάποιο.


Photo Credit: Sgt. Jonathan C. Thibault, U.S. Army

Για λόγους πολιτικής, η Υπηρεσία Δασών «απάντησε» στην απουσία αποδείξεων βάζοντας σε προτεραιότητα την χρήση των περισσότερο ακριβών και σπάνιων εναέριων μέσων για την πρώτη προσβολή. Σε επιχειρησιακό πλαίσιο όμως αυτό δεν συμβαίνει.

Το 2012, μια ομάδα επιστημών της Υπηρεσίας Δασών επανεξέτασε αρχεία πτήσεων είκοσι χρόνων για μεγάλα αεροπλάνα που χρησιμοποιούσαν επιβραδυντικό υγρό. Η ομάδα αυτή ανακάλυψε πώς το 50% των πτήσεων έγινε αφότου το παράθυρο αποτελεσματικότητας είχε κλείσει. Με άλλα λόγια, το 50% των πτήσεων που έγιναν σε όλες τις ΗΠΑ εκείνη την χρονική περίοδο ήταν αναποτελεσματικές στην κατάσβεση των πυρκαγιών. Εάν αυτό αληθεύει, η επίπτωση που έχει αυτή η διαπίστωση είναι ανησυχητική, οι εκατοντάδες πιλότοι και πλήρωμα ρίσκαραν ανώφελα και εκατομμύρια λίτρα επιβραδυντικού (πιθανώς τοξικού) υγρού απελευθερώθηκε στα εθνικά δάση. Αυτό υποδηλώνει επίσης ένα τεράστιο (μη αναγκαίο) κόστος για το ομοσπονδιακό κράτος.

«Το επιβραδυντικό υγρό κοστίζει περίπου 3 δολάρια τα 3.5 λίτρα,» εξηγεί ο Edward G. Keating, οικονομολόγος της RAND Corporation. «Όταν σε μια ρίψη χρησιμοποιείς 11,5 τόνους επιβραδυντικού υγρού, αυτό σημαίνει πώς ξοδεύεις 9.000 δολάρια κάθε φορά.» Σε αντίθεση, σημειώνει, το νερό που λαμβάνεται από μια λίμνη είναι δωρεάν.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο όταν ο Keating και κάποιοι από τους συναδέλφους του επιφορτίστηκαν από την Υπηρεσία Δασών το 2012 να επανεξετάσουν τον στόλο αεροσκαφών της υπηρεσίας, πρότειναν να υπάρξει έμφαση σε αμφίβια αεροπλάνα.» Μικρότερα και πολύ πιο φθηνά από τα μεγάλα αεροπλάνα τα οποία προτιμάει η Υπηρεσία Δασών, αυτά τα αμφίβια αεροσκάφη μπορούν να κάνουν ρίψεις περισσότερων λίτρων, φθηνότερα και συχνότερα. Σύμφωνα με τον Keating, η Δασική Υπηρεσία δεν αντέκρουσε τα ευρήματα, όμως έγιναν αποδεκτά με ένα «γενικό μουρμουρητό».

«Η Δασική Υπηρεσία λατρεύει τα αεροσκάφη που κάνουν ρίψεις επιβραδυντικού,» λέει. 

Το λάθος δεν βρίσκεται στα αεροπλάνα μας…

Ακόμα, ενώ η Αμερικάνικη Πολιτική Καταπολέμησης Πυρκαγιών εξελίσσεται, υπάρχουν κάποιοι μικροί λόγοι για να γιορτάζουμε.

Οι εσφαλμένες πτήσεις αποτελούν φυσικά μια πρόοδο από τις μαύρες ημέρες των πρώτων ετών του 2000, όταν ο απαρχαιωμένος στόλος αεροσκαφών της Δασικής Υπηρεσίας διαλυόταν – σε κάποιες περιπτώσεις κυριολεκτικά. Στις 17 Ιουλίου του 2002, ένα αεροσκάφος το οποίο κουβαλούσε επιβραδυντικό υγρό κοντά στα σύνορα Καλιφόρνιας-Νεβάδας, διαλύθηκε στον αέρα. Την επόμενη μέρα το αριστερό φτερό ενός αεροσκάφους στο Κολοράντο αποσυνδέθηκε από την άτρακτο. Μεταξύ των δυο ατυχημάτων πέντε εργολάβοι της Δασικής Υπηρεσίας είχαν χάσει την ζωή τους μέσα σε 48 ώρες.

“2.5 πληρώματα αεροσκαφών χάνονταν κάθε χρόνο,” θυμάται ο Διοικητής εν αποστρατεία, Scott Vail. Τότε, όπως και τώρα, ο συνολικός στόλος της Υπηρεσίας Δασών αριθμείται περίπου στα 5 αεροσκάφη. “Εάν αντιπαραβάλεις αυτό το ποσοστό στις επίγειες δυνάμεις, οι πολίτες δεν θα το υποστηρίξουν.”

Τα πράγματα έχουν αλλάξει την τελευταία δεκαετία. Σε ανταπόκριση προς τα ατυχήματα – και αργότερα προς την κριτική και τις προτάσεις από την GAO, την RAND, και τους ερευνητές της Υπηρεσίας Δασών – η υπηρεσία παρόπλισε τα παλιά της αεροσκάφη, αύξησε τον αριθμό των αμφίβιων αεροσκαφών της και διεξήγαγε μια έρευνα με τίτλο « Χρήση και Αποτελεσματικότητα Εναέριων Μέσων Πυρόσβεσης». Το παραπάνω έγινε σε συνδυασμό με μια γενικότερη πίεση από τις υπηρεσίες διαχείρισης γης για μια συντονισμένη στρατηγική στην διαχείριση δασικών πυρκαγιών – μια στρατηγική η οποία αναλογίζεται όχι μόνο τις οικονομικές και ανθρώπινες απώλειες λόγω πυρκαγιών, αλλά και τα οικολογικά οφέλη.

Στο πεδίο των επιχειρήσεων, οι επίγειες δυνάμεις έχουν μάθει από την εμπειρία τους, λέει ο Vail, αν και “πολλοί άνθρωποι έχασαν την ζωή τους για να φτάσουμε εδώ που είμαστε. ”

Όμως ακόμα και με την πιο σαφή πολιτική δεν θα μηδενιστούν τα ατυχήματα. Αν και πολλοί ακαδημαϊκοί αντιδρούν στην υπερβολική χρήση εναέριων μέσων, ο Vail επιμένει πώς η απόφαση για το αν θα αναπτυχθούν εναέριες δυνάμεις δεν είναι εύκολη.  “Θα πάρω την απόφαση να θέσω σε κίνδυνο τα πληρώματα των εναέριων μέσων για κάτι το οποίο θα μπορούσαν να φροντίσουν οι επίγειες δυνάμεις εάν προχωρούσαν λίγο παραπέρα?” λέει ο Vail. “Αυτό πρέπει να περνάει κάθε φορά από το μυαλό σου.”

Ακόμα και αν πάρεις την σωστή απόφαση τα πράγματα μπορεί να πάνε στραβά, λέει.

Η φωτιά του Star την οποία αντιμετώπισε ο Vail, το 2001 προσφέρει ένα τέλειο παράδειγμα για τα όρια τεχνικών διαχείρισης πυρκαγιών ακόμη και υψηλής αποτελεσματικότητας. Σε ανταπόκριση μιας κλήσης για δασική πυρκαγιά, ένα ελικόπτερο απογειώθηκε, με σκοπό την πρώτη προσβολή. Ο Vail και η ομάδα του ακολούθησαν με τα επόμενα αεροσκάφη έως ότου η φωτιά έφτασε ένα συγκεκριμένο σημείο. Αναγνωρίζοντας πώς τα επιπλέον αεροσκάφη δεν θα ήταν πια αποτελεσματικά, αποσύρθηκαν. Με άλλα λόγια η ανταπόκριση στο συμβάν ήταν άμεση, όμως παρόλα αυτά η φωτιά εξαπλώθηκε.

Αν και η πυρόσβεση με εναέρια μέσα μπορεί να φαίνεται θαυματουργή, δεν είναι θεόσταλτη.

Αυτό δυσκολεύονται να το καταλάβουν πολλοί, λέει ο Vail, και είναι ένα δύσκολο μήνυμα για την Υπηρεσία Δασών. Εάν γίνεται υπέρμετρη χρήση αεροσκαφών και ελικοπτέρων, είναι επειδή οι πολίτες, συχνά, περιμένουν να τα δουν στον αέρα και να πράξουν το αδύνατο.

«Κάποιες από αυτές τις πυρκαγιές είναι ανεξέλεγκτες» δηλώνει. «Ανεξάρτητα από το τι βρίσκεται εκεί πάνω.»

Μετάφραση & Απόδοση για το Fire.gr, Παναγιώτης Κοιλάκος
Πηγή : http://priceonomics.com

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.